Σκληρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, άσκησε ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής, μιλώντας στο Ράδιο 984.
Ο έμπειρος διπλωμάτης υποστήριξε ότι η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα επικεντρώθηκε σε δευτερεύουσες εικόνες και δηλώσεις, την ώρα που, όπως ανέφερε, η πραγματική εξέλιξη ήταν η ουσιαστική αναβάθμιση του γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας μέσα στη Συμμαχία.
Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα αναδείχθηκε σε βασικό περιφερειακό διαχειριστή του ΝΑΤΟ για μια τεράστια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από το Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Όπως τόνισε, η εικόνα που προβλήθηκε από την τουρκική πρωτεύουσα, με τις αφίξεις των ηγετών και τη μεγαλοπρεπή τελετουργία στο προεδρικό μέγαρο, λειτούργησε ως μήνυμα ισχύος και ανάδειξης της Τουρκίας σε κεντρικό πυλώνα της δυτικής στρατηγικής στην περιοχή.
Ο κ. Αϋφαντής εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι σε αναλύσεις που, όπως είπε, επιχειρούν να υποβαθμίσουν τις εξελίξεις, παρουσιάζοντας την Τουρκία ως χώρα που βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η Σύνοδος προσέφερε στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο, όπως εκτίμησε, θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει άμεσα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, προειδοποίησε ότι η Άγκυρα αναμένεται να επιταχύνει την εφαρμογή του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», ανεξάρτητα από τις πολιτικές ή νομοθετικές κινήσεις που θα ακολουθήσουν στο εσωτερικό της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ουσία δεν βρίσκεται μόνο σε έναν πιθανό νόμο, αλλά στην ήδη εξελισσόμενη πρακτική εφαρμογή των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο πρώην πρέσβης υποστήριξε ότι η Ελλάδα θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις και τότε θα χρειαστεί τη στήριξη των συμμάχων της. Εξέφρασε, ωστόσο, επιφυλάξεις για το κατά πόσο αυτή η στήριξη θα υπάρξει, υπενθυμίζοντας ότι η Αθήνα έχει ήδη υπογράψει τη Διακήρυξη των Αθηνών και διατηρεί επίσημα τη ρητορική της ειλικρινούς φιλίας με την Τουρκία.
Ο κ. Αϋφαντής άσκησε παράλληλα έντονη κριτική στη στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης, κάνοντας λόγο για σταδιακό περιορισμό της δυνατότητας άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα ανέφερε την καθυστέρηση στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου μέσω του έργου από το Ισραήλ, αλλά και το γεγονός ότι η Ελλάδα, όπως υποστήριξε, προχωρά μόνο σε κινήσεις που δεν προκαλούν την αντίδραση της Τουρκίας.
Κατά την ανάλυσή του, η χώρα οδηγείται σε μια κατάσταση όπου η άσκηση κυριαρχίας εξαρτάται από το τι επιτρέπει η Άγκυρα. Ως ενδεικτικά ζητήματα ανέφερε την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, την ανακήρυξη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και την υλοποίηση ενεργειακών έργων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Άγκυρα διαθέτει μηχανισμούς και διπλωματικά εργαλεία για να πετύχει τους στόχους της, παρά τις μέχρι σήμερα διαβεβαιώσεις ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.
Ο πρώην πρέσβης υποστήριξε ακόμη ότι η Ελλάδα εμφανίζεται ως «δεδομένος σύμμαχος», χωρίς όμως να εισπράττει αντίστοιχα στρατηγικά ανταλλάγματα. Κατά την άποψή του, η ελληνική πλευρά δεν αξιοποίησε εγκαίρως τις διαπραγματεύσεις εντός της Συμμαχίας, ώστε να θέσει όρους και προϋποθέσεις απέναντι στην αναβάθμιση της Τουρκίας.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Γιώργος Αϋφαντής επανέλαβε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι οι επίσημες δηλώσεις ή τα ανακοινωθέντα, αλλά οι πραγματικές πολιτικές και γεωπολιτικές εξελίξεις που διαμορφώνονται στην περιοχή, εκτιμώντας ότι η Τουρκία βγαίνει από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ με σημαντικά ενισχυμένη θέση.