breaking newsΕλλάδα

Και πάλι μόνοι! Η Ελλάδα αποδυναμώνεται από μέσα

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Πρόλογος

Η σειρά «Και πάλι μόνοι» εξετάζει τη θέση της Ελλάδας και τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, με άξονα τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη. Η συζήτηση αρχίζει από τις δικές μας αδυναμίες: από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πατρίδα μέχρι τις υλικές και θεσμικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος. Στα επόμενα μέρη θα εξεταστούν οι αυταπάτες απέναντι στην Τουρκία, οι αντιφάσεις των οικουμενικών διακηρύξεων και η ανάγκη μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής.

Κείμενο

Οι διανοούμενοι δεν είναι σε θέση να συλλάβουν επιστημονικά τους μηχανισμούς της ετερογονίας των σκοπών μέσα στην ιστορία∙ απλώς παράγουν τα ιδεολογικά συνθήματα, μέσω των οποίων λειτουργούν αυτοί οι μηχανισμοί. Γι’ αυτό και η προδοσία είναι η μοίρα τους, αν με τον όρο «προδοσία» εννοήσουμε, πέρα από την υπόκλιση μπροστά στον εκάστοτε νικητή, τη διάσταση ανάμεσα στον κεκηρυγμένο σκοπό της στράτευσης και στη μακροπρόθεσμη έκβαση των ιστορικών εξελίξεων [1].

Οι άξονες του κειμένου είναι, όπως προδίδει ο τίτλος και η επιγραφή στην αρχή του, η «προδοσία» και η «μοναξιά» σε μία αλληλεπίδραση διάγνωσης του (πολιτικού) τραύματος και της θεραπείας του. Η μεν «προδοσία» εντοπίστηκε από τον Π. Κονδύλη στους διανοούμενους και τη μεθοδολογία της σκέψης τους: την ενδοτικότητά τους σε κάθε λογής εξουσίες αλλά και την έλλειψη διάκρισης ανάμεσα στην ονομαστική αξία των ιδεολογιών ή προγραμμάτων (τα «συνθήματα») και την αντικειμενική τους λειτουργία στην ιστορία∙ την συνειδητή παράβλεψη του γεγονότος ότι η επίκληση μιας αρχής μπορεί συχνά να υπηρετεί την πραγματοποίηση του αντιθέτου της [2].

Ο τίτλος «Και πάλι μόνοι» προέρχεται από το βιβλίο Και πάλι μόνοι: Η Ηθική μετά τη βεβαιότητα του Zygmunt Bauman. O Ζίγκμουντ Μπάουμαν υπήρξε Πολωνός κοινωνιολόγος και πολιτικός στοχαστής, ο οποίος ασχολήθηκε με ποικιλία θεμάτων, όπως η νεωτερικότητα, το Ολοκαύτωμα και ο μεταμοντέρνος καταναλωτισμός. Παρά το ότι οι προσεγγίσεις του κινήθηκαν σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτή του Π. Κονδύλη, ο συγκεκριμένος στοχαστής επιλέχθηκε λόγω της έμφασης που έδωσε στο ζήτημα της ηθικής ως ευθύνης απέναντι στον Άλλον και επειδή ανέτρεξε στο ιδανικό της αρχαίας πόλεως όπου ο δημόσιος βίος ακολουθούσε τα κριτήρια της δικαιοσύνης και της σύνεσης. Επρόκειτο για μία κοινωνία, η οποία δεν είχε ανάγκη από πειθαρχημένα υποκείμενα ούτε από απλούς καταναλωτές αλλά αποτελούνταν από, και συνάμα διαμόρφωνε, αποφασιστικούς, ανένδοτους και πάντα υπεύθυνους πολίτες [3] .

Ο πυρήνας των παραπάνω προβληματισμών διατυπώθηκε πολλά χρόνια πριν και είχε στο επίκεντρό του την ανάγκη ριζικής διαστολής του κακώς νοούμενου εθνικισμού από τον υγιή πατριωτισμό, ως της δύναμης εκείνης που αποτελεί την υπέρτατη δύναμη συνοχής μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Ο ιερός αυτός συνεκτικός δεσμός όχι μόνο καθιστά ένα κράτος απόρθητο οχυρό απέναντι σε εξωτερικές επιβουλές ιμπεριαλιστικών και αναθεωρητικών δυνάμεων αλλά αποτελεί – όπως προδίδει και ο τίτλος του έργου- το καλύτερο βάλσαμο στην ηθική κρίση της εποχής [4]. Η πίστη στην αξία της πατρίδας νοείται ως προϋπόθεση υπέρβασης της (κάθε λογής) κρίσης με την προϋπόθεση του εμπλουτισμού των δημοκρατικών θεσμών της πολιτείας και συνάμα ως επαρκής αντιπρόταση έναντι της έννοιας του «παγκόσμιου πολίτη», η οποία στην πραγματικότητα μεταφράζεται στην έννοια του «παγκόσμιου καταναλωτή» [5].

Για τον Π. Κονδύλη, η ταυτότητα ενός υποκειμένου διαμορφώνεται παράλληλα με την κοσμοεικόνα του. Κοσμοεικόνα και ταυτότητα, ταυτότητα και απόφαση συναρθρώνονται διαλεκτικά εφόσον ως ταυτότητα ορίζεται η θέση του υποκειμένου μέσα στον κόσμο. Η θέση αυτή προήλθε από την απόφαση, δηλαδή τον εξαντλητικό προσδιορισμό των σχέσεων του υποκειμένου προς τα συστατικά στοιχεία ή τις ιεραρχικές βαθμίδες της εκάστοτε κοσμοεικόνας [6] .

Ως «απόφαση» προσδιορίζεται η πράξη ή διαδικασία της αποκοπής ή αποχωρισμού, από την οποία προκύπτει μία κοσμοεικόνα κατάλληλη να εγγυηθεί την ικανότητα προσανατολισμού που είναι αναγκαία για την αυτοσυντήρηση του υποκειμένου. Πρόκειται για γνώση θεμελιωμένη σε ορισμένα κριτήρια. Η γνώση αυτή νοείται ως βουλόμενη γνώση, δηλαδή γνώση, η οποία φέρει κίνητρα, έχει μπροστά της σκοπούς και πάνω της κέντρα ισχύος που την ελέγχουν. Είναι δηλαδή μία απόφαση που φέρει αξιώσεις ισχύος [7] .

Η αξίωση ισχύος θέτει τέλος στην εικόνα ενός χαοτικού προκαταρκτικού κόσμου και στη θέση του τοποθετεί έναν οργανωμένο κόσμο, ο οποίος εναρμονίζεται με τις επιδιώξεις της. Η σκιαγράφηση μιας κοσμοεικόνας στη βάση προσδιορισμένων αξιώσεων ισχύος ισοδυναμεί με τη σκιαγράφησή της σε διαρκή αναφορά με εκείνο, το οποίο περιορίζει τις αξιώσεις αυτές, δηλαδή βρίσκεται σε διαρκή αναφορά προς έναν υπαρκτό ή δυνητικό εχθρό. Η κοσμοεικόνα, λοιπόν, νοείται ως η αντεστραμμένη εικόνα ενός εχθρού. Η επαφή με τον εχθρό και η προβολή μιας αξίωσης ισχύος συνιστά το πρώτο και καθοριστικό βήμα της απόφασης προς την πραγματικότητα του διευθετημένου κόσμου [8].

Η «δική μας» κοσμοεικόνα, όπως και αυτή κάθε κράτους, μπορεί να αποτιμηθεί σε αυτό που ο Π. Κονδύλης ορίζει ως «γεωπολιτικό δυναμικό». Πρόκειται για το δυναμικό εκείνο που περικλείει στους κόλπους του τρία επίπεδα που λειτουργούν ως ομόκεντροι κύκλοι: το ευρύτερο περιλαμβάνει την ιστορικοκοινωνική παρουσία ενός συλλογικού υποκειμένου που με την πολιτική και λοιπή παρουσία του καλύπτει έναν ορισμένο γεωγραφικό χώρο. Το αμέσως στενότερο επίπεδο περιλαμβάνει τους χώρους (οικονομικούς, πολιτισμικούς, στρατιωτικούς κ.λπ.), εντός των οποίων ένα έθνος ξεδιπλώνει την πρωτογενή του ενέργεια, σε συνάρτηση με υπέρτερους πολιτικούς σκοπούς. Τέλος, η στενότερη έννοια του γεωπολιτικού δυναμικού είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα γεωγραφικά δεδομένα και αποτιμάται συγκριτικά, δηλαδή σε σχέση με κάποιον άλλον (ό,τι είναι από μία άποψη πλεονέκτημα, μπορεί από την άλλη να συνιστά μειονέκτημα ή αντίστροφα) [9] .

Η παραπάνω εικόνα που αποτυπώνει τη θέση ενός κράτους στη διεθνή γεωπολιτική, συμπληρώνεται και αλληλεπιδρά και με άλλες παραμέτρους: αυτές της δημογραφίας, της οικονομίας και της πολιτικής.

Ο πιο σημαντικός και πιο στοιχειακός παράγοντας που θεμελιώνει την ισχύ ενός έθνους είναι ο δημογραφικός. Ειδικά για την Ελλάδα, το δημογραφικό ζήτημα καθίσταται φλέγων, τη στιγμή που η ίδια γηράσκει ενώ βιώνει δημογραφική πίεση τόσο από την Τουρκία όσο και από την Αλβανία. Η ίδια η πληθυσμιακή πίεση άλλωστε, πέρα από βαρόμετρο γεωπολιτικής ισχύος, συνιστά και παράγοντα βιομηχανικής και οικονομικής ανάπτυξης αφού παρέχει το απαραίτητο εργατικό δυναμικό σε μία υγιή και διαρκώς αναπτυσσόμενη οικονομία. Η υγιής οικονομία με τη σειρά της αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε φιλόδοξο εξοπλιστικό πρόγραμμα καθώς και για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής με αναγκαίες τις παραγωγικές επενδύσεις στις σύγχρονες βιομηχανικές υποδομές.

Η κατάσταση της οικονομίας στη σύγχρονη Ελλάδα – η οποία δεν άλλαξε από την εποχή, κατά την οποία ζούσε ο Π. Κονδύλης- διέπεται όχι από παραγωγικές επενδύσεις αλλά αντιθέτως από τον «καταναλωτικό παρασιτισμό». Ο βασικός παράγοντας που λειτουργεί ανασταλτικά για την υγιή εθνική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη είναι η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Ο πελατειακός του χαρακτήρας δεν συνιστά απλώς τη βασική αιτία της οικονομικής υπανάπτυξης αλλά αποτελεί τον αγωγό εκποίησης της χώρας με μοναδικό αντάλλαγμα τη δική της διαιώνιση, δηλαδή τη διασφάλιση της δυνατότητάς της να προβαίνει σε ολικές παροχές λαμβάνοντας παροχές ψήφου [10].

Στην Ελλάδα, προκειμένου ο κρατικός μηχανισμός να επιτελέσει τον ρόλο που του αναλογούσε θα όφειλε να είναι μία στιβαρή και συνάμα φωτισμένη δεσποτεία. Αντίθετα όμως, ήταν και είναι κράτος κοινοβουλευτικό. Το κοινοβουλευτικό σύστημα στην Ελλάδα αποκρυσταλλώθηκε όχι ως απόρροια εσωτερικών διεργασιών αλλά ως απάντηση των Δυτικών Δυνάμεων στην ανυπακοή της οθωνικής κυβέρνησης σε θέματα εξωτερικής πολιτικής – όπως ήταν η υποστήριξη πολιτικών αιτημάτων των αλύτρωτων – και συνάμα το μέσο, με το οποίο οι Μ. Δυνάμεις ασκούσαν πιο αποτελεσματικά την πολιτική τους. Παρά το ότι εισήχθησαν προοδευτικοί πολιτικοί θεσμοί αντιπροσώπευσης και καθολικής ψηφοφορίας, η συνύπαρξή τους με πατριαρχικά στοιχεία, στάσεις, νοοτροπίες και αξίες είχαν ως αποτέλεσμα τη διόγκωση του κρατικού μηχανισμού και την ενίσχυση του καθοδηγητικού ρόλου του κράτους. Ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα διαδραμάτισε έναν ρόλο ομόλογο με αυτόν που διαδραμάτισαν τα βιομηχανικά κέντρα στη Δύση: απορρόφησαν τις αγροτικές μάζες αλλά τις διοχέτευσαν και τις χρησιμοποίησαν με τρόπο λιγότερο παραγωγικό. Πιο συγκεκριμένα, στην Ευρώπη το νεότερο κράτος ήταν το κράτος της αστικής τάξης και παρά το ότι η διόγκωσή του συντελέστηκε με μεθόδους πελατειακές και όχι απαραίτητα αξιοκρατικές, η θεσμική αυτή αδυναμία αντισταθμίστηκε από τη διαρκώς αυξανόμενη οικονομική απόδοση και την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Εν αντιθέσει προς την ευρωπαϊκή ήπειρο, στην Ελλάδα, ο κοινοβουλευτισμός λειτούργησε ως εκείνο το πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου το κράτος εκποιήθηκε από τα πολιτικά τζάκια, τα οποία αποτέλεσαν φορέα πατριαρχικής – προαστικής νοοτροπίας και οι μέθοδοι και ο τρόπος λειτουργίας τους αποτέλεσε πρότυπο και για όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Συνεπώς, ο κρατικός μηχανισμός, όντας έρμαιο του κομματικού ανταγωνισμού και των πελατειακών σχέσεων, παρουσίασε αδυναμία να προσανατολιστεί σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές. Λειτουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το κράτος δεν κατάφερε να μετασχηματίσει την κοινωνία και να την εκσυγχρονίσει αλλά όντας κράτος κοινοβουλευτικό, λειτούργησε ως όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής και αγωγός παραδοσιακών, αντίθετων προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δυνάμεων [11] .

Σημειώσεις και παραπομπές

[1] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η προδοσία των διανοουμένων» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 1998, σελ. 43.

[2] Παναγιώτης Κονδύλης, «Μορφή και ιστορικές φάσεις της πλανητικής πολιτικής», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σελ. 25. Ας αναφέρουμε ως παράδειγμα το σύνθημα της «προστασίας των δικαιωμάτων των μειονοτήτων». Χωρίς να αμφισβητείται το απαράγραπτο αυτό δικαίωμα αφού κάθε εθνικό κράτος οφείλει να κατοχυρώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα της ζωής και της ασφάλειας κάθε πολίτη που ζει εντός της επικράτειάς του, από την άλλη είναι αδύνατο να παραβλεφθεί το γεγονός ότι κάποιες φορές, κι αυτό είναι κάτι που κάθε φορά πρέπει να ελέγχεται, μία μειονότητα χρησιμοποιείται από ένα ξένο κράτος προκειμένου να λειτουργεί αποσταθεροποιητικά για το κράτος εντός του οποίου διαβιεί χωρίς να σέβεται και να ανταποδίδει τα δικαιώματα που απολαμβάνει και εν τέλει να λειτουργεί υπέρ των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών του ξένου αυτού κράτους.

[3] Zygmunt Bauman, Και πάλι μόνοι: Η ηθική μετά τη βεβαιότητα, Αθήνα: Έρασμος, 1994, σελ. 61.

[4] Σάββας Καλεντερίδης, Κρίση και πατριωτισμός. Ανθολόγια άρθρων και κειμένων, Αθήνα: Ινφογνώμων, 2016, σελ. 19.

[5] Παντελής Σαββίδης, Πρόλογος στο Σάββας Καλεντερίδης, Κρίση και πατριωτισμός. Ανθολόγια άρθρων και κειμένων, Αθήνα: Ινφογνώμων, 2016, σσ. 16 – 17.

[6] Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και απόφαση, Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών, Αθήνα: Στιγμή, 2012, σελ. 29.

[7] Ο.π., σσ. 31, 34, 56.

[8] Ο.π., σσ., 62, 64.

[9] Παναγιώτης Κονδύλης, «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου», στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 384 – 392.

[10] Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού : από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή κι απο τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Αθήνα: Θεμέλιο, 1991, σελ. 43.

[11] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία» στο Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Αθήνα: Θεμέλιο, 2007, σσ. 20 – 26.

Back to top button