breaking newsΕλλάδα

Καλεντερίδης: Το παράλογο γίνεται λογικό στο Αιγαίο

Το κρίσιμο ζήτημα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου δεν είναι μόνο εάν θα πραγματοποιηθεί η πόντιση του καλωδίου, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις θα προχωρήσει και τι θα σημαίνουν αυτές για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Αυτή ήταν μία από τις κεντρικές επισημάνσεις του Σάββα Καλεντερίδη στη συνέντευξή του στον Νίκο Παπαδάτο για το Diplomatic Front.

Ο γεωστρατηγικός αναλυτής και πρώην αξιωματικός της ΕΥΠ εκτίμησε ότι οι εξελίξεις παραπέμπουν σε αναζήτηση μιας διευθέτησης, η οποία θα παρουσιαστεί με όρους όπως «ενημέρωση», «συντονισμός» ή «γνωστοποίηση». Υποστήριξε, ωστόσο, ότι πίσω από την επιλογή των λέξεων βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα: εάν η διαδικασία θα ικανοποιεί τουρκικές αξιώσεις.

«Θα στρωθεί και θα στρωθεί με όρους που φαίνεται ότι ικανοποιούν την Τουρκία», ανέφερε, διατυπώνοντας τη δική του εκτίμηση για την πορεία του έργου.

Στην ίδια συνέντευξη άνοιξε τη συζήτηση για το Αιγαίο, την ΑΟΖ, τις συνέπειες των Ιμίων, τη συνεργασία με το Ισραήλ, τη Συμφωνία των Πρεσπών και τον ρόλο των υπηρεσιών πληροφοριών.

«Ήρεμα νερά», αλλά όχι ισόρροπες κινήσεις

Αναφερόμενος στη Διακήρυξη των Αθηνών και στην περίοδο αποκλιμάκωσης, ο Σάββας Καλεντερίδης αναγνώρισε ότι υπήρξαν συμφωνίες στο πλαίσιο της θετικής ατζέντας και οικονομικά οφέλη από την αύξηση των Τούρκων επισκεπτών στα ελληνικά νησιά.

Επέμεινε, όμως, ότι οι κινήσεις αποφυγής της έντασης δεν είχαν, κατά την άποψή του, το ίδιο βάρος για τις δύο πλευρές. Άλλο η Ελλάδα να περιορίζει δραστηριότητες στον χώρο της και άλλο η Τουρκία να αποφεύγει παραβιάσεις, ήταν το σκεπτικό του.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η τουριστική ενίσχυση χρειάζεται στρατηγική προσοχή, ώστε να μη μετατραπεί σε οικονομική εξάρτηση των νησιών από την απέναντι ακτή.

Κατά την ανάλυσή του, ο ελληνικός θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός και οι κινήσεις για τα θαλάσσια πάρκα ανέδειξαν εκ νέου τη σύγκρουση ανάμεσα στην άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων και στις τουρκικές διεκδικήσεις. Περιέγραψε, μάλιστα, επιστροφή των τουρκικών πρακτικών στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις», μέσω ασκήσεων, δεσμεύσεων περιοχών και αντιδράσεων στις ελληνικές πρωτοβουλίες.

ΑΟΖ και «γκρίζες ζώνες»: Το βάρος της ελληνικής αδράνειας

Ο Σάββας Καλεντερίδης επέκρινε την ελληνική στάση στο ζήτημα της ΑΟΖ, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα απέφυγε να προχωρήσει σε ανακήρυξη και σε οριοθέτηση με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Έφερε ως παράδειγμα την κυπριακή πολιτική, με τη διαδοχή ανακήρυξης και οριοθέτησης, και τόνισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων της.

«Το παράλογο γίνεται λογικό στο Αιγαίο και εμείς χάνουμε το δίκιο μας», είπε χαρακτηριστικά, συνδέοντας τη διεύρυνση των τουρκικών απαιτήσεων με την ελληνική υποχωρητικότητα και την απουσία συνεκτικού εθνικού σχεδίου.

Για τις «γκρίζες ζώνες», εξήγησε ότι η τουρκική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας νησιών και βραχονησίδων που δεν κατονομάζονται ρητά στις σχετικές συνθήκες. Αναφέρθηκε σε τουρκική μελέτη για 152 νησιά και βραχονησίδες, αποδίδοντας στην κρίση των Ιμίων καθοριστικό ρόλο στη δημόσια προβολή αυτής της θεωρίας.

Υποστήριξε ακόμη ότι οι πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες κλιμακώθηκε η κρίση δεν έχουν αποκαλυφθεί πλήρως και χαρακτήρισε σχεδιασμένη τη χρονική στιγμή της εκδήλωσής της.

Γιατί αντιδρά η Τουρκία στα θαλάσσια πάρκα

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Κίναρο και στα Λέβηθα, συνδέοντας την τουρκική αντίδραση στο θαλάσσιο πάρκο του Νοτίου Αιγαίου με την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας από την Άγκυρα.

Σύμφωνα με την ερμηνεία του, η επιτήρηση ενός πάρκου με μέσα του Λιμενικού, ραντάρ και μη επανδρωμένα αεροσκάφη καθιστά ορατή την άσκηση ελληνικής κυριαρχίας. Αυτό, υποστήριξε, εξηγεί την τουρκική αντίδραση: η Άγκυρα επιχειρεί να εμποδίσει την έμπρακτη παρουσία της Ελλάδας σε περιοχές που εντάσσει στη δική της θεωρία περί «γκρίζων ζωνών».

Καλήν και καλώδιο: Εκτίμηση για πολιτικό μήνυμα

Ερωτηθείς για την επίσκεψη του Ιμπραήμ Καλήν, ο Σάββας Καλεντερίδης ξεκαθάρισε ότι δεν γνωρίζει ποιον συνάντησε στο Μέγαρο Μαξίμου ούτε διαθέτει πληροφόρηση για το περιεχόμενο των συζητήσεων.

Εξήγησε, πάντως, ότι η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών έχει ευρύτερο ρόλο στην εξωτερική πολιτική της χώρας και ότι ο Καλήν αποτελεί στενό συνεργάτη του Ερντογάν. Με αυτά τα δεδομένα, εκτίμησε ότι η επίσκεψη πιθανόν αφορούσε ζητήματα πέρα από τη συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών, με κυριότερο το καλώδιο.

Ως προς τη διαδικασία των εργασιών, υποστήριξε ότι η ελληνική πλευρά θα έπρεπε να περιοριστεί στην έκδοση NAVTEX, στην οποία περιλαμβάνονται οι συντεταγμένες, ο χρόνος και το είδος των εργασιών. Αντίθετα, παρουσίασε τις πρόσθετες γραπτές γνωστοποιήσεις και την αναμονή τουρκικής απάντησης ως διαδικασία που μπορεί να επιτρέψει στην Άγκυρα να εμφανιστεί ότι παρέχει άδεια.

Συνέδεσε την εκτίμησή του με την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή της Κάσου τον Ιούλιο του 2024, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία χρησιμοποίησε τη στρατιωτική πίεση για να επιβάλει τους στόχους της.

Η Ελλάδα χρειάζεται επανακαθορισμό στρατηγικής

Η κριτική του δεν περιορίστηκε στα ελληνοτουρκικά. Αναφέρθηκε στις εκκρεμότητες με την Αλβανία και στις πιέσεις που, κατά την άποψή του, δέχεται η χώρα από το περιφερειακό της περιβάλλον.

«Η Ελλάδα πρέπει να επανακαθορίσει την ύπαρξή της στο διεθνές σύστημα», τόνισε.

Εκτίμησε ότι η γεωγραφική θέση της Τουρκίας τής προσφέρει ιδιαίτερη χρησιμότητα για τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις στον Εύξεινο Πόντο, στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή. Για την Ελλάδα ανέδειξε τη σημασία της Σούδας, της Αλεξανδρούπολης και των ενεργειακών υποδομών, επιμένοντας στην ανάγκη καλύτερης διαπραγμάτευσης των ελληνικών πλεονεκτημάτων.

Ως μέσα ενίσχυσης της ελληνικής θέσης πρότεινε την ενεργοποίηση της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και μια ευφυέστερη διπλωματία.

Συνεργασία με το Ισραήλ με βάση την κοινή απειλή

Στο ζήτημα του Ισραήλ, ο Σάββας Καλεντερίδης καταδίκασε τη βάρβαρη τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς, ενώ άσκησε σκληρή κριτική στην ισραηλινή αντίδραση και στους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη.

Διατύπωσε επίσης εκτιμήσεις για πιθανές μελλοντικές εδαφικές επιδιώξεις του Ισραήλ, συνδέοντάς τες με την αναζήτηση στρατηγικού βάθους.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, υποστήριξε ότι η συνεργασία με το Ισραήλ πρέπει να υπηρετεί την ενίσχυση της άμυνας και την αντιμετώπιση της κοινής τουρκικής απειλής, χωρίς να συνεπάγεται αποδοχή κάθε ισραηλινής ενέργειας. Επισήμανε, παράλληλα, τη θέση υπέρ της λύσης δύο κρατών στο Παλαιστινιακό.

Πρέσπες, Ορθοδοξία και υπηρεσίες πληροφοριών

Σχολιάζοντας τις αναφορές της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε «μακεδονικό πολιτισμό», ο αναλυτής υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη διατύπωση δεν προβλέπεται στη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά αποτελεί, κατά την ερμηνεία του, προέκταση των όρων που έγιναν αποδεκτοί. Εξέφρασε την ανησυχία ότι δημιουργούνται προϋποθέσεις για μελλοντική προβολή μειονοτικού ζητήματος στην Ελλάδα.

Για τις σχέσεις με τη Ρωσία, έθεσε ως προτεραιότητα την προστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των πρεσβυγενών ελληνορθόδοξων Πατριαρχείων από εξωτερικές επιδιώξεις ελέγχου. Ταυτόχρονα, τόνισε ότι αυτά δεν πρέπει να μετατρέπονται σε εργαλεία των γεωπολιτικών αντιπάλων της Μόσχας.

Κλείνοντας, αναφέρθηκε στην ΕΥΠ και υπογράμμισε ότι οι επιτυχίες των υπηρεσιών πληροφοριών συνήθως παραμένουν μυστικές για την προστασία πηγών και επιχειρήσεων. Εκτίμησε ότι η ελληνική υπηρεσία διαθέτει υψηλό επίπεδο στεγανότητας και σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες, προσθέτοντας ότι το εύρος της αποστολής της καθορίζεται τελικά από την πολιτική ηγεσία.

Back to top button