Σε μια προσπάθεια να διαχειριστεί το πολιτικό και στρατηγικό κόστος της αποτυχημένης επιχείρησης αποσταθεροποίησης του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να μεταφέρει πλέον τις ευθύνες στους Κούρδους, κατηγορώντας τους ότι υπεξαίρεσαν όπλα και πυρομαχικά που – σύμφωνα με τον ίδιο – προορίζονταν για αντικαθεστωτικούς διαδηλωτές μέσα στο Ιράν.
Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Η κατηγορία, που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στις αρχές Απριλίου και επαναλαμβάνεται διαρκώς από τον Αμερικανό πρόεδρο, έρχεται σε μια περίοδο έντονης αντιπαράθεσης στο παρασκήνιο μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ για το ποιος ευθύνεται για την αποτυχία της στρατηγικής αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη.
Χαρακτηριστική είναι ανάλυση του “The National Context”, η οποία αναφέρει, ότι οι δηλώσεις Τραμπ δεν αφορούν απλώς μια «χαμένη παρτίδα όπλων», αλλά αποτελούν πολιτική προσπάθεια μετατροπής μιας μεγάλης γεωπολιτικής αποτυχίας σε υπόθεση «κακής διαχείρισης» από κουρδικές οργανώσεις, οι οποίες βρίσκονται στην πιο αδύναμη θέση για να απαντήσουν.
Το σχέδιο κατάρρευσης του Ιράν
Η υπόθεση συνδέεται άμεσα με δύο κρίσιμες εξελίξεις: τις μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που ξέσπασαν στο Ιράν στα τέλη του 2025 και τον πόλεμο που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, όταν ΗΠΑ και Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθέσεις εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Στο πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού, ισραηλινές και αμερικανικές υπηρεσίες φέρονται να επεξεργάστηκαν ένα σχέδιο ενεργοποίησης κουρδικών ένοπλων οργανώσεων με έδρα το Ιρακινό Κουρδιστάν, ώστε να ανοίξει ένα εσωτερικό μέτωπο στο δυτικό Ιράν.
Το σχέδιο περιλάμβανε αεροπορικά πλήγματα, επιχειρήσεις αποκεφαλισμού της ιρανικής ηγεσίας ασφαλείας, χτυπήματα σε υποδομές των Φρουρών της Επανάστασης και προσπάθεια δημιουργίας εσωτερικής εξέγερσης που θα οδηγούσε σε κατάρρευση του πολιτικού συστήματος της Τεχεράνης.
Όπως αναφέρει η ανάλυση, ο «κουρδικός διάδρομος» θεωρούνταν το πιο ώριμο και επιχειρησιακά έτοιμο σκέλος του σχεδίου.
Η τουρκική παρέμβαση και το βέτο Τραμπ
Ωστόσο, στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης υπήρχαν σοβαρές διαφωνίες. Ανώτεροι αξιωματούχοι του Πενταγώνου αμφισβητούσαν εξαρχής τόσο την ικανότητα της ιρανικής αντιπολίτευσης να κινητοποιήσει μαζική εξέγερση υπό συνθήκες πολέμου, όσο και την πραγματική επιχειρησιακή αξία των ιρανικών κουρδικών οργανώσεων.
Καθοριστικό ρόλο φαίνεται ότι διαδραμάτισε και η Τουρκία.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται η ανάλυση, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επικοινώνησε προσωπικά με τον Τραμπ και τον έπεισε να «παγώσει» την επιχείρηση χερσαίας εμπλοκής των Κούρδων. Παράλληλα, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν είχε προειδοποιήσει τον Μάρκο Ρούμπιο να μην χρησιμοποιηθούν κουρδικές ένοπλες οργανώσεις σε διασυνοριακές επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια στο Ισραήλ, καθώς το συγκεκριμένο σχέδιο θεωρούνταν βασικός μοχλός πίεσης προς την Τεχεράνη.
«Δεν χάθηκαν όπλα – Κατέρρευσε το σχέδιο»
Κουρδικές πηγές που επικαλείται το “The National Context” παραδέχονται ότι υπήρξαν αποστολές οπλισμού, όμως ξεκαθαρίζουν ότι δεν προορίζονταν για διαδηλωτές, αλλά για ένοπλες επιχειρήσεις κουρδικών οργανώσεων εντός του Ιράν.
Η διαφορά είναι κρίσιμη.
Αν τα όπλα είχαν σταλεί για «πολιτική εξέγερση», τότε μπορεί να στηριχθεί ο ισχυρισμός περί υπεξαίρεσης. Αν όμως επρόκειτο για εξοπλισμό παραστρατιωτικών ομάδων που ετοιμάζονταν να εισβάλουν στο ιρανικό έδαφος, τότε – όπως σημειώνεται – ο Τραμπ ουσιαστικά παραποιεί το πραγματικό αντικείμενο της επιχείρησης.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ανάλυση, ήταν βαθύτερο: το σχέδιο βασίστηκε σε υπερβολικές εκτιμήσεις για τη δύναμη των κουρδικών οργανώσεων.
Η PAK μπορούσε να κινητοποιήσει μόλις 200-300 μαχητές, η Komala λιγότερους από 500, ενώ ακόμη και η ισχυρότερη KDPI βρισκόταν αρκετά κάτω από τους 1.000 μάχιμους άνδρες.
Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι η PJAK – η ιρανική πτέρυγα του PKK με τη μεγαλύτερη αντάρτικη εμπειρία – αρνήθηκε να συμμετάσχει.
Χωρίς αυτήν, το σχέδιο έμεινε χωρίς πραγματικό στρατιωτικό πυρήνα.
Φόβοι αντιποίνων και κατάρρευση της επιχείρησης
Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη προειδοποιούσε ανοιχτά τις ηγεσίες του KDP και της PUK στο Βόρειο Ιράκ ότι οποιαδήποτε χρήση του ιρακινού Κουρδιστάν ως βάσης επιθέσεων θα οδηγούσε σε άμεσα ιρανικά αντίποινα.
Παράλληλα, οι ίδιοι οι Κούρδοι ηγέτες του Ιράκ άρχισαν να θεωρούν ότι η επιχείρηση μπορούσε να προκαλέσει υπαρξιακή κρίση στην περιοχή τους και φέρονται να ζήτησαν τουρκική παρέμβαση για να σταματήσει.
Παρότι υπήρξε κινητικότητα στην περιοχή Χάτζι Ομράν, συγκέντρωση δυνάμεων και προετοιμασία διαδρόμων διείσδυσης προς το Πιρανσάρ και την Οσναβίγια, το σχέδιο τελικά κατέρρευσε πριν την εκτέλεσή του.
Η πραγματική αποτυχία
Το “The National Context” καταλήγει ότι ο Τραμπ δεν επιτίθεται στους Κούρδους επειδή «κράτησαν όπλα», αλλά επειδή χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο για μια στρατηγική που απέτυχε να ανατρέψει το ιρανικό καθεστώς.
Η αποτυχία, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν οφείλεται σε «κλοπή εξοπλισμού», αλλά στο γεγονός ότι το σχέδιο στηρίχθηκε σε λανθασμένες εκτιμήσεις, κατακερματισμένες ένοπλες ομάδες, αμφίβολα δίκτυα εφοδιασμού και γεωπολιτικές πραγματικότητες που τελικά δεν μπορούσαν να ελεγχθούν ούτε από την Ουάσιγκτον ούτε από το Τελ Αβίβ.