
Ο Νίκος Πασσάς, καθηγητής Εγκληματολογίας και Ποινικής Δικαιοσύνης, γράφει στο NEWS 24/7 με αφορμή το τραγικό περιστατικό στην Ηλιούπολη.
Η φράση μιας από τις δυο κοπέλες από την Ηλιούπολη, όπως αποτυπώθηκε στο σημείωμά της πριν από την δυσβάσταχτη τραγωδία, δεν είναι μόνο μια προσωπική κραυγή απόγνωσης. Είναι μια φράση που μας εκθέτει όλους, επειδή φωτίζει με τον πιο σκληρό τρόπο ένα συλλογικό αίσθημα εγκατάλειψης, ανασφάλειας και απώλειας νοήματος που αγγίζει σήμερα πολλούς νέους ανθρώπους.
Όταν ένα παιδί νιώθει ότι ο κόσμος δεν το χωρά πια, δεν πρόκειται μόνο για ατομική δοκιμασία. Πρόκειται για κοινωνικό και πολιτικό καμπανάκι. Στο συγκεκριμένο σημείωμα γίνεται λόγος για κατάθλιψη, εξάντληση, φόβο απέναντι στις εξετάσεις και για μια ζωή που προδιαγράφεται χωρίς ελπίδα και αξιοπρέπεια. Πίσω από αυτές τις λέξεις διακρίνεται μια βαθύτερη πραγματικότητα: μια γενιά που μεγαλώνει μέσα σε αλλεπάλληλες κρίσεις, οικονομικές, θεσμικές, περιβαλλοντικές, ψυχικές και γεωπολιτικές, και η οποία συχνά δεν πείθεται ότι το αύριο θα είναι καλύτερο από το σήμερα.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί όλο και περισσότεροι νέοι δεν επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά. Η τάση αυτή δεν είναι απλώς δημογραφικό δεδομένο ούτε εύκολα ερμηνεύσιμο ως αλλαγή τρόπου ζωής. Συνδέεται και με μια βαθιά αβεβαιότητα για το αν ο κόσμος που έρχεται θα είναι βιώσιμος, δίκαιος και ασφαλής. Οι αναλύσεις του ΟΟΣΑ επισημαίνουν ότι η πτώση της γονιμότητας στις ανεπτυγμένες κοινωνίες συνδέεται με την οικονομική ανασφάλεια, τις δυσκολίες στέγασης, την καθυστέρηση μετάβασης στην ενήλικη ζωή και την αβεβαιότητα για το μέλλον. Ταυτόχρονα, μελέτες για το κλίμα και τη νεολαία έχουν δείξει ότι πολλοί νέοι βιώνουν έντονο άγχος για τον πλανήτη και για τις συνθήκες ζωής που θα κληροδοτηθούν στις επόμενες γενιές. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση η γονιμότητα υποχώρησε το 2024 στο 1,34 παιδί ανά γυναίκα, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ευθύνη δεν μπορεί να μετατίθεται διαρκώς στο άτομο. Δεν αρκεί να ζητούμε από τους νέους να είναι «ανθεκτικοί», όταν το περιβάλλον που τους παραδίδουμε γίνεται ολοένα πιο ασφυκτικό. Η μεγαλύτερη γενιά έχει ιδιαίτερη κοινωνική ευθύνη, όχι μόνο γιατί άσκησε εξουσία ή επωφελήθηκε από προηγούμενα μοντέλα ανάπτυξης, αλλά και γιατί οφείλει να παραδώσει κάτι καλύτερο από μια κληρονομιά αβεβαιότητας. Η ευθύνη αυτή βαρύνει επίσης τις κυβερνήσεις, που οφείλουν να εγκαταλείψουν τις εύκολες εξαγγελίες και να οικοδομήσουν αξιόπιστες πολιτικές με διάρκεια, συνέπεια και κοινωνικό αποτύπωμα.
Βαρύνει, όμως, και τις επιχειρήσεις, οι οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν την κοινωνική συνοχή ως εξωτερικό κόστος ούτε τη νέα γενιά ως απλό ανθρώπινο κεφάλαιο προς αξιοποίηση. Βαρύνει τις τεχνολογικές εταιρείες, που επηρεάζουν βαθιά την προσοχή, την αυτοεικόνα, την ψυχική αντοχή και την κοινωνική συμπεριφορά των παιδιών και των εφήβων, χωρίς πάντοτε αντίστοιχη λογοδοσία για τις συνέπειες αυτής της ισχύος. Βαρύνει τα πολιτικά κόμματα, που οφείλουν να παράγουν ουσιαστικό δημόσιο λόγο και όχι επικοινωνιακά σχήματα χωρίς στρατηγικό βάθος. Και βαρύνει και την ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία δεν μπορεί να αρκείται στη διάγνωση των αδιεξόδων, αλλά οφείλει να συμβάλλει στη σύνθεση γνώσης, στην ερμηνεία των μεταβολών και στη διαμόρφωση εφαρμόσιμων λύσεων.
Όλα αυτά συνιστούν ένδειξη μιας πολύ σοβαρής κρίσης διακυβέρνησης και εμπιστοσύνης. Όταν οι νέοι αμφιβάλλουν όχι μόνο για την προσωπική τους διαδρομή αλλά και για την ίδια τη δυνατότητα της κοινωνίας να σχεδιάσει σοβαρά το μέλλον, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο από την απογοήτευση της στιγμής. Πρόκειται για κρίση αξιοπιστίας θεσμών, ηγεσιών και συλλογικών αφηγήσεων προόδου. Οι κοινωνίες μας δεν πάσχουν μόνο από ελλείψεις πόρων. Πάσχουν και από έλλειμμα πειστικού οράματος, πολιτικής ειλικρίνειας και θεσμικής συνέπειας.
Γι’ αυτό απαιτούνται στοχαστικές, σαφώς διατυπωμένες και στρατηγικά συγκροτημένες προσεγγίσεις. Όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις ύστερα από κάθε τραγωδία. Όχι εύκολες υποσχέσεις χωρίς μηχανισμούς εφαρμογής. Όχι κούφια αισιοδοξία που καταρρέει στην πρώτη δοκιμασία. Χρειάζονται έντιμες, ολιστικές και φρέσκες πολιτικές οπτικές, που να συνδέουν την ψυχική υγεία με την παιδεία, την εργασία με τη στέγη, την τεχνολογική ρύθμιση με τη δημοκρατική λογοδοσία, την οικονομική ανάπτυξη με την κοινωνική δικαιοσύνη και την περιβαλλοντική προστασία με τη διαγενεακή ευθύνη.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται κάτι που σήμερα λείπει επικίνδυνα: βάσιμη ελπίδα. Όχι παρηγορητικά συνθήματα, αλλά γειωμένη ελπίδα. Ελπίδα που στηρίζεται στην αλήθεια, στην ανάληψη ευθύνης, στη σοβαρή γνώση των προβλημάτων και στην έμπρακτη βούληση να αλλάξουν οι όροι ζωής των νέων ανθρώπων. Η νέα γενιά δεν χρειάζεται άλλες κενές υποσχέσεις. Χρειάζεται να εμπνευστεί, να ενδυναμωθεί και να νιώσει ότι έχει θέση, φωνή και ρόλο στη διαμόρφωση του μέλλοντος, γιατί από αυτήν εξαρτάται το κοινό μας αύριο.
Το πραγματικό ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι απλώς να αποτρέψουμε νέες τραγωδίες. Είναι να οικοδομήσουμε έναν κόσμο στον οποίο τα παιδιά και οι νέοι δεν θα αισθάνονται ξένοι, περιττοί ή παγιδευμένοι. Έναν κόσμο στον οποίο θα μπορούν να ονειρεύονται, να δημιουργούν, να αγαπούν και, αν το επιθυμούν, να φέρνουν στον κόσμο τα δικά τους παιδιά χωρίς τον φόβο ότι τα παραδίδουν σε μια προδιαγεγραμμένη παρακμή. Αυτό είναι το μέτρο της συλλογικής μας ευθύνης. Και αυτό θα έπρεπε να είναι το πιο επείγον πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό μας καθήκον.
*Ο Νίκος Πασσάς, καθηγητής Εγκληματολογίας και Ποινικής Δικαιοσύνης, Northeastern University