Η επαναφορά της συζήτησης για νέο Σύνταγμα από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν αποτελεί μια απλή θεσμική πρωτοβουλία, αλλά μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής στρατηγικής αναδιαμόρφωσης της σχέσης εξουσίας, κράτους και κοινωνίας στην Τουρκία, σύμφωνα με ανάλυση του Indepedent Balkan News Agency.
Το δημοσίευμα σημειώνει ότι η χρονική συγκυρία της παρέμβασης του Τούρκου προέδρου μόνο τυχαία δεν είναι. Η ομιλία του, κατά την τελετή για την 158η επέτειο του Συμβουλίου της Επικρατείας της Τουρκίας, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομική πίεση, κοινωνική κόπωση και αυξανόμενη πολιτική φθορά. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης από την οικονομία στη θεσμική και πολιτειακή ατζέντα.
Ο Ερντογάν παρουσίασε τη δική του πολιτική πορεία ως συνέχεια μιας ιστορικής μεταρρυθμιστικής διαδρομής που, όπως υποστήριξε, ξεκινά από την οθωμανική περίοδο και καταλήγει στο σημερινό προεδρικό σύστημα. Οι αναφορές του στη «νομική ασφάλεια», στην «ισότητα απέναντι στον νόμο» και στην κατάργηση «προνομίων και διακρίσεων» στόχευαν στην επαναφορά του αφηγήματος περί ενίσχυσης της λαϊκής κυριαρχίας μέσω των θεσμικών αλλαγών που προωθήθηκαν από το AKP τα τελευταία χρόνια.
Ιδιαίτερη πολιτική σημασία είχε η φράση του ότι η κυβέρνησή του «γκρέμισε τα συρματοπλέγματα ανάμεσα στον λαό και τη δημοκρατία». Σύμφωνα με την ανάλυση του IBNA, η τοποθέτηση αυτή λειτουργεί ως άμεση υπεράσπιση του προεδρικού συστήματος που εγκαθιδρύθηκε μετά το δημοψήφισμα του 2017, σε μια περίοδο όπου η τουρκική αντιπολίτευση επαναφέρει όλο και πιο έντονα το ζήτημα της υπερσυγκέντρωσης εξουσιών στην προεδρία.
Το γεγονός ότι ο Ερντογάν επέλεξε να απευθυνθεί ενώπιον της ανώτατης διοικητικής δικαιοσύνης της χώρας είχε και έντονο συμβολισμό. Ο Τούρκος πρόεδρος επέμεινε ιδιαίτερα στη σχέση εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, υποστηρίζοντας ότι η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής παρέμβασης απέναντι στις αποφάσεις της εκλεγμένης κυβέρνησης. Με αυτόν τον τρόπο επανέφερε μια σταθερή θέση του AKP μετά τις μεγάλες θεσμικές συγκρούσεις της προηγούμενης δεκαετίας.
Οι αναφορές του στα γεγονότα της 17ης–25ης Δεκεμβρίου 2013 και στις «δομές που διείσδυσαν στη Δικαιοσύνη» εντάσσονται, κατά το IBNA, στη διαχρονική προσπάθεια της τουρκικής ηγεσίας να παρουσιάσει τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις ως αναγκαία απάντηση απέναντι σε εσωτερικά κέντρα επιρροής και μη εκλεγμένους μηχανισμούς εξουσίας.
Παράλληλα, ο Ερντογάν επιχείρησε να διαφοροποιήσει τη δική του πολιτική πρόταση από το κεμαλικό παρελθόν, υποστηρίζοντας ότι τα προηγούμενα συνταγματικά μοντέλα της Τουρκίας διαμορφώθηκαν είτε υπό τη σκιά στρατιωτικών παρεμβάσεων είτε μέσα από ελιτίστικες πολιτικές δομές.
Το IBNA υπογραμμίζει ότι η αναφορά του Τούρκου προέδρου σε ένα «νέο, συμπεριληπτικό, ελευθεριακό και πολιτικό Σύνταγμα» αποσκοπεί στην επανεκκίνηση της συζήτησης για τη συνολική πολιτειακή φυσιογνωμία της χώρας. Παρά τις συνεχείς τροποποιήσεις του ισχύοντος Συντάγματος, η προεδρία επιχειρεί να εμφανίσει το σημερινό πλαίσιο ως προϊόν παλαιότερων περιόδων στρατιωτικής και πολιτικής επιρροής και όχι ως αποτέλεσμα μιας πλήρως πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης.
Η νέα συνταγματική ατζέντα, ωστόσο, διαθέτει και σαφές πολιτικό υπόβαθρο. Η οικονομική κρίση, ο επίμονος πληθωρισμός και η ανάγκη διατήρησης της συνοχής του κυβερνητικού συνασπισμού ωθούν την κυβέρνηση να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση σε ζητήματα πολιτικής ταυτότητας, θεσμικού προσανατολισμού και εθνικού αφηγήματος.
Ταυτόχρονα, η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να λειτουργήσει και ως εργαλείο πολιτικής αναδιάταξης. Η τουρκική κυβέρνηση γνωρίζει ότι η αντιπολίτευση δύσκολα μπορεί να απορρίψει συνολικά μια συζήτηση περί «εκδημοκρατισμού» και «πολιτικής ανανέωσης» χωρίς να κατηγορηθεί ότι υπερασπίζεται το παλιό σύστημα.
Παρά ταύτα, το εγχείρημα παραμένει εξαιρετικά δύσκολο. Το κυβερνητικό στρατόπεδο δεν διαθέτει σήμερα την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την επιβολή νέου Συντάγματος χωρίς ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις ή δημοψήφισμα. Επιπλέον, σημαντικό μέρος της τουρκικής κοινωνίας αντιμετωπίζει με καχυποψία οποιαδήποτε νέα συνταγματική αλλαγή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση των προεδρικών εξουσιών.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η Τουρκία εισέρχεται σταδιακά σε μια νέα περίοδο θεσμικής και πολιτικής σύγκρουσης. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο το περιεχόμενο ενός πιθανού νέου Συντάγματος, αλλά ποιος θα καθορίσει τη μελλοντική πολιτειακή και πολιτική ταυτότητα της χώρας μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένων εσωτερικών πιέσεων και γεωπολιτικών προκλήσεων.