Σε μια αιχμηρή αποτίμηση της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα προχώρησε ο γεωστρατηγικός αναλυτής και αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, μιλώντας στον Θήτα FM. Αναγνώρισε τη βαρύτητα της αμερικανικής παρουσίας, αλλά προειδοποίησε ότι οι θετικές δηλώσεις και οι συμβολισμοί δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την ασφάλεια και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.
Ο κ. Λουκόπουλος επισήμανε αρχικά ότι η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών αποτελεί από μόνη της θετική εξέλιξη. Όπως εξήγησε, ο Μάρκο Ρούμπιο βρίσκεται στην κορυφή δύο κρίσιμων κέντρων διαμόρφωσης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ενώ γνωρίζει σε βάθος τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και έχει στο παρελθόν συνδεθεί με πρωτοβουλίες που αφορούσαν την απαγόρευση πώλησης των F-35 στην Τουρκία.
Παρά ταύτα, συνέστησε να αποφεύγονται τόσο οι θριαμβολογίες όσο και η ισοπεδωτική κριτική. Ιδιαίτερα για την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, εκτίμησε ότι απευθυνόταν κυρίως στο αμερικανικό ακροατήριο και ενδεχομένως εντασσόταν στην οικοδόμηση του προσωπικού πολιτικού του προφίλ. Τα θετικά λόγια για την Ελλάδα και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό έχουν τη σημασία τους, σημείωσε, δεν συνιστούν όμως από μόνα τους πολιτική εγγύηση.
Ο αντιστράτηγος ε.α. στάθηκε και στην παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας δίπλα στον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών κατά την άνοδό τους στην Πνύκα, θέτοντας ερώτημα για το μήνυμα που εξέπεμψε η συγκεκριμένη εικόνα από πλευράς διπλωματικού πρωτοκόλλου.
«Δεν δόθηκε πράσινο φως για το καλώδιο»
Αναφερόμενος στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, ο κ. Λουκόπουλος αμφισβήτησε τις ερμηνείες σύμφωνα με τις οποίες η Ουάσιγκτον έδωσε «πράσινο φως» για την ολοκλήρωση του Great Sea Interconnector.
Κατά την ανάγνωσή του, η αμερικανική τοποθέτηση περί «ιδιωτικής διπλωματίας», «λεπτών ισορροπιών» και εμπλοκής άλλων χωρών παρέπεμπε ουσιαστικά σε προτροπή προς τις εμπλεκόμενες πλευρές να βρουν μεταξύ τους λύση. «Με δύο λέξεις: βρείτε τα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπογράμμισε ότι το βασικό εμπόδιο είναι η στάση της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει ρόλο και ενημέρωση για ένα έργο που αφορά την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κρίσιμο τεστ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα έρθει όταν εκδοθούν οι απαιτούμενες αναγγελίες για τη συνέχιση των ερευνών και την πόντιση του καλωδίου.
Τα ερωτήματα πίσω από το «δεν θα επιτρέψουμε σύγκρουση»
Ιδιαίτερα επιφυλακτικός εμφανίστηκε απέναντι στην αμερικανική διαβεβαίωση ότι δεν θα επιτραπεί σύγκρουση μεταξύ δύο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ. Όπως τόνισε, μια τέτοια τοποθέτηση δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά, καθώς δεν προσδιορίζει ποια πλευρά ασκεί πίεση και ποια καλείται να αμυνθεί.
Κατά τον κ. Λουκόπουλο, η Τουρκία είναι εκείνη που εφαρμόζει εξαναγκαστική πολιτική και υπονομεύει την ασφάλεια στην περιοχή. Επομένως, η διεθνής πίεση πρέπει να κατευθύνεται προς τον παράγοντα που προκαλεί την ένταση και όχι προς τη χώρα που δέχεται την απειλή.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η ελληνική πλευρά όφειλε, στο πλαίσιο της δημόσιας διπλωματίας, να αναδείξει ευθέως το τουρκικό casus belli. Όταν γίνεται λόγος για το αδιανόητο μιας σύγκρουσης μεταξύ συμμάχων, παρατήρησε, θα έπρεπε να επισημαίνεται ταυτόχρονα ότι εξίσου αδιανόητη είναι η διατήρηση απειλής πολέμου από έναν σύμμαχο εναντίον άλλου.
«Μόνοι μας θα εξασφαλίσουμε την ασφάλειά μας»
Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασης ήταν ότι η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει δική της αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ και να μην περιμένει την εκ των υστέρων επέμβαση των συμμάχων.
«Στο πεδίο, εάν χρειαστεί, θα είμαστε μόνοι μας», τόνισε, προειδοποιώντας ότι μέχρι να υπάρξει εξωτερική παρέμβαση μπορεί να έχουν ήδη διαμορφωθεί μη αναστρέψιμα δεδομένα. Η χώρα, πρόσθεσε, οφείλει να καταστήσει σαφές ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα με όλα τα διαθέσιμα μέσα.
Ο κ. Λουκόπουλος άσκησε επίσης κριτική στο κυβερνητικό αφήγημα περί «ήρεμων νερών» και «ελαφρού κυματισμού» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εκτίμησε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα μιας ενεργής τουρκικής απειλής, ενώ σημείωσε ότι η κριτική για τους κυβερνητικούς χειρισμούς δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επιθυμία αποτυχίας στα εθνικά ζητήματα.
«Το διεθνές δίκαιο χρειάζεται ισχύ»
Κλείνοντας, ο αντιστράτηγος ε.α. υπογράμμισε ότι η επίκληση του διεθνούς δικαίου, αν και αναγκαία, δεν αρκεί από μόνη της. Για να μπορέσει μια χώρα να αξιοποιήσει τις προβλέψεις του, χρειάζεται ισχύ, σταθερή διπλωματία, ανάσχεση και αξιόπιστη αποτροπή.
Η Ελλάδα, όπως ανέφερε, πρέπει να παραμείνει ισχυρός και αξιόπιστος σύμμαχος, καθιστώντας συγχρόνως σαφές ότι δεν θα κατευνάσει την Τουρκία ούτε θα ενδώσει στις πιέσεις της. Στόχος πρέπει να είναι η Ουάσιγκτον και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να αντιλαμβάνονται πως η διατήρηση μιας ισχυρής Ελλάδας αποτελεί δικό τους στρατηγικό συμφέρον για τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.
«Οι φιλοφρονήσεις έχουν αξία και αναδεικνύουν την ήπια ισχύ της Ελλάδας. Οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις και η ισχυρή Ελλάδα, όμως, έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία», κατέληξε.