Γράφει ο Κωνσταντίνος Γρίβας
Οι εξελίξεις στον Πόλεμο στο Ιράν έχουν δημιουργήσει μια έντονη πόλωση και σύγχυση για τα τεκταινόμενα στη διεθνή κοινή γνώμη, όπως και στην Ελληνική, αλλά και στους επαγγελματίες αναλυτές και τους λήπτες στρατηγικών αποφάσεων. Όχι μόνον υπάρχει έντονη αντιγνωμία αναφορικά με τους “καλούς” και τους “κακούς” της σύγκρουσης, αλλά παρουσιάζεται και μεγάλη σύγχυση αναφορικά με το ποιος νικάει μέχρι στιγμής και πολύ περισσότερο για το ποιος θα νικήσει στο μέλλον.
Φορτισμένες απόψεις περί συντριπτικής νίκης της μίας ή της άλλης πλευράς, των ΗΠΑ ή του Ιράν, εκφράζονται διαρκώς στον δημόσιο διάλογο. Και, προσέξτε, αναφερόμαστε για την νίκη ή την ήττα μέχρι στιγμής, όχι για το τι μέλλει γενέσθαι. Για να προσεγγίσουμε αυτό το ιδιόρρυθμο φαινόμενο θα προσπαθήσουμε σήμερα να χρησιμοποιήσουμε ως εργαλεία ερμηνείας κάποιες αντιλήψεις της Θεωρίας της Επιστήμης (ή Φιλοσοφίας της Επιστήμης), που μας δείχνουν ότι ένα πράγμα είναι “η Πραγματικότητα” και κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό, “οι ερμηνείες της Πραγματικότητας”.
Ο πόλεμος στο Ιράν, λοιπόν, δεν είναι μόνο μια σύγκρουση κρατών, αλλά και μια σύγκρουση ερμηνειών, μοντέλων σκέψης και τρόπων κατανόησης της πραγματικότητας. Σε μεγάλο βαθμό, οι εμπλεκόμενοι, αλλά και οι αναλυτές, δεν ζουν στο ίδιο γνωσιακό σύμπαν. Για να κατανοήσουμε αυτήν την ιδιόρρυθμη κατάσταση μπορούμε να στραφούμε στη Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Γλώσσας. Οι Popper, Kuhn, Lakatos, Feyerabend, Heidegger και Wittgenstein μας προσφέρουν εργαλεία, που φωτίζουν όχι μόνο τι γνωρίζουμε, αλλά και γιατί αδυνατούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό.
Ο Karl Popper, για παράδειγμα, πατέρας της σύγχρονης Θεωρίας της Επιστήμης, υποστήριξε ότι μια θεωρία είναι επιστημονική μόνο αν μπορεί να διαψευστεί. Στη γεωπολιτική, όμως, συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Για τον πόλεμο στο Ιράν συνυπάρχουν πολλαπλές αφηγήσεις, αντιφατικές μεταξύ τους. Μία εξ αυτών είναι ότι οι ΗΠΑ ελέγχουν πλήρως την κατάσταση, μία άλλη ότι το Ιράν ενισχύεται μέσω της αντοχής του, ότι το Ισραήλ κυριαρχεί επιχειρησιακά, ότι το Ιράν ενισχύεται επιχειρησιακά κοκ. Το αξιοσημείωτο είναι ότι όλες αυτές οι αφηγήσεις μπορούν να ενσωματώσουν τα ίδια γεγονότα και να τα προβάλουν με διαφορετικό τρόπο, ενώ ακόμη και τα αντίθετα μπορεί να θεωρηθούν ενδείξεις ισχύος ή αδυναμίας.
Για παράδειγμα, η κλιμάκωση της σύγκρουσης μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη ισχύος ή αδυναμίας. Η αποκλιμάκωση αντιστοίχως μπορεί να ερμηνευθεί ως επιτυχία ή ως υποχώρηση. Έτσι, οι αναλύσεις δεν διαψεύδονται ποτέ. Λειτουργούν ως κλειστά συστήματα πεποιθήσεων. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο ότι διαφωνούμε, αλλά ότι δεν διαθέτουμε κοινά κριτήρια για να διαπιστώσουμε πότε μια ερμηνεία αποτυγχάνει.
Η έννοια “των παραδειγμάτων” (paradigms) του Thomas Kuhn μας επιτρέπει να δούμε βαθύτερα το πρόβλημα. Συγκεκριμένα, οι διαφορετικοί δρώντες δεν ερμηνεύουν απλώς διαφορετικά τα ίδια γεγονότα, αλλά αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα από διαφορετικά γνωστικά πλαίσια. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η σύγκρουση μπορεί να αφορά την αποτροπή και τη διατήρηση μιας προϋπάρχουσας διεθνούς τάξης ελεγχόμενης από αυτές. Για το Ιράν, είναι ζήτημα επιβίωσης, κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Για το Ισραήλ εμφανίζεται να είναι μια υπαρξιακή μάχη σε ένα διαρκώς απειλητικό περιβάλλον.
Για άλλους δρώντες, όπως η Κίνα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος. Αυτά τα παραδείγματα δεν είναι εύκολα συγκρίσιμα. Ορίζουν διαφορετικά τι είναι “επιτυχία”, “ήττα”, “σταθερότητα” ή “κλιμάκωση”. Έτσι, αυτό που από τη μία πλευρά φαίνεται παράλογο, από την άλλη μπορεί να είναι απολύτως συνεκτικό. Η σύγκρουση είναι, επομένως, όχι μόνο υλική αλλά και γνωστική.
Ο Imre Lakatos προσφέρει ένα ακόμη χρήσιμο εργαλείο: τα “ερευνητικά προγράμματα”. Κάθε δρων φαίνεται να λειτουργεί με έναν σκληρό πυρήνα βασικών παραδοχών, ο οποίος προστατεύεται από ένα σύνολο ευέλικτων προσαρμογών. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ μπορεί να βασίζονται στην υπόθεση ότι η ισχύς, από μόνη της, μπορεί να διαμορφώσει το περιβάλλον, την πορεία των εξελίξεων και να επιτύχει μια καθαρή “τελική” νίκη.
Το Ιράν, αντιθέτως, επενδύει σε μια λογική αντοχής και μετατροπής της πίεσης σε πλεονέκτημα. Το Ισραήλ σε μια στρατηγική διαρκούς υποβάθμισης των απειλών, χωρίς αναγκαστικά μια τελική νίκη. Όταν οι εξελίξεις δεν επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες, δεν εγκαταλείπεται ο πυρήνας. Προσαρμόζονται τα μέσα. Έτσι, οι στρατηγικές γίνονται ανθεκτικές ακόμη και απέναντι στην αποτυχία.