Γράφει ο ακαδημαϊκός και καθηγητής Παναγοπούλος Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
Η συζήτηση περί των αιτίων της ελληνικής κρίσης συνήθως περιορίζεται σε οικονομικούς δείκτες, δημοσιονομικά ελλείμματα, πελατειακές σχέσεις και αναπτυξιακές αστοχίες. Ωστόσο, η βαθύτερη ερμηνεία της ελληνικής πορείας κατά τις τελευταίες πέντε δεκαετίες απαιτεί μια περισσότερο ολιστική προσέγγιση, η οποία να υπερβαίνει τις οικονομικές αναγνώσεις και να εξετάζει τις πολιτισμικές, ηθικές και ανθρωπολογικές μεταβολές που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Μία ελιτίστικη νοοτροπία βολεμμένων συμφερόντων και ομάδων πολύ καλά αμοιβόμενων, που η σιωπή τους σήμερα, τους καθιστά ιστορικά και ηθικά ενόχους ενώπιον του Γένους και του Δημιουργού.
Άραγε μπορεί σε μια πτωχευμένη χώρα όπως την Ελλάδα να υπάρχουν ειδικά μισθολόγια για υπουργούς, βουλευτές, γενικούς γραμματείς, διπλωμάτες καριέρας, δικαστές καριέρας, κάποιους του νομισματοκοπείου, της Βουλής των Ελλήνων, πρόεδροι ανεξάρτητων αρχών και πρώην ΔΕΚΟ, κτλ. Άραγε μπορεί όλοι αυτοί, να ξεπερνούν σε μηνιαίο μισθό, τον μισθό του εκάστοτε καθηγητή τους, που θα είναι και Πρύτανης του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αν κοιτάξουμε αντιστοιχίες στα γειτονικά Βαλκάνια θα προβληματιστούμε.
Σήμερα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο το γιατί απέτυχε ένα οικονομικό μοντέλο, αλλά γιατί αποδυναμώθηκε το ίδιο το αξιακό υπόβαθρο και η συνείδηση του ελληνικού έθνους. Διότι τα έθνη δεν καταρρέουν πρωτίστως οικονομικά· προηγουμένως έχουν ήδη υποστεί την ηθική, πολιτισμική και πνευματική διάβρωση.
Η απομάκρυνση από την ελληνορθόδοξη πολιτισμική συνέχεια.
Η μεταπολιτευτική Ελλάδα οικοδομήθηκε πάνω στην προσδοκία του εκσυγχρονισμού και της δυτικής φραγκικής ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή συνοδεύθηκε συχνά από μια σταδιακή αποδυνάμωση των ιστορικών πυλώνων που συγκροτούσαν την ελληνική συλλογική ταυτότητα: της οικογένειας, της κοινότητας, της εθνικής αυτοσυνειδησίας και της ελληνορθόδοξης παράδοσης.
Ο ελληνικός πολιτισμός ιστορικά δεν υπήρξε απλώς ένα σύστημα οικονομικής οργάνωσης. Υπήρξε ένα διαχρονικό σύστημα νοηματοδότησης της ανθρώπινης ύπαρξης, βασισμένο στην αρμονική σύνθεση του ελληνικού πνεύματος και της ορθόδοξης ανθρωπολογίας. Η εγκατάλειψη ή παρερμηνεία αυτής της πολιτισμικής συνέχειας δημιούργησε ένα υπαρξιακό κενό, το οποίο καλύφθηκε από πρότυπα καταναλωτισμού, υλισμού και ατομοκεντρισμού.
Η Κυριαρχία του Κακέκτυπου «American Dream».
Κατά τις δεκαετίες του, 1970, 1980, 1990 και ιδιαίτερα του 2000, η ελληνική κοινωνία υιοθέτησε μια παραμορφωμένη εκδοχή του λεγόμενου «American Dream». Όχι όμως το πρότυπο της δημιουργικότητας, της καινοτομίας και της ατομικής ευθύνης που ιστορικά συνδέθηκε με την αμερικανική εμπειρία. Αλλά, μια επιφανειακή εκδοχή του για τον άμεσο πλουτισμό, την εύκολη κατανάλωση, την κοινωνική επίδειξη και αποσύνδεση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Η φθηνή πίστωση, η υπερκατανάλωση, ο εύκολος δανεισμός και η ψευδαίσθηση μιας αέναης ευημερίας δημιούργησαν την εντύπωση μιας κοινωνίας που δήθεν προόδευε. Στην πραγματικότητα όμως η παραγωγική βάση συρρικνωνόταν, η δημογραφική κρίση επιδεινωνόταν και η κοινωνική συνοχή αποδυναμωνόταν πολύ επικίνδυνα.
Η Ελλάδα εισήλθε στην εποχή της κατανάλωσης χωρίς να έχει προηγουμένως ολοκληρώσει την οικοδόμηση μιας ανταγωνιστικής παραγωγικής οικονομίας. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας επίπλαστης και χρονικά περιορισμένης ευημερίας χωρίς τα πραγματικά θεμέλια.
Η απουσία βιοηθικής και βιοπολιτικής στρατηγικής.
Πέρα από τα οικονομικά λάθη, η μεταπολιτευτική Ελλάδα απέτυχε να αναπτύξει μια συνεκτική βιοπολιτική στρατηγική. Η βιοπολιτική αφορά τη διαχείριση και αναπαραγωγή του ανθρώπινου κεφαλαίου ενός έθνους. Περιλαμβάνει τη δημογραφία, την οικογένεια, την παιδεία, την υγεία, τη μετανάστευση και τη διατήρηση της πολιτισμικής συνοχής.
Η Ελλάδα εισήλθε γυμνή στον 21ο αιώνα χωρίς μακροπρόθεσμο σχέδιο για τη δημογραφική της επιβίωση. Οι γεννήσεις μειώθηκαν, οι εκτρώσεις αυξάνονταν, η νεολαία μετανάστευε κατά κύματα, η περιφέρεια και η ύπαιθρος ερημώθηκε και η οικογένεια ως ηθικός δεσμός αποδυναμώθηκε, ακόμα και ως θεμελιώδης θεσμός κοινωνικής αναπαραγωγής.
Παράλληλα, η βιοηθική διάσταση της δημόσιας πολιτικής υποχώρησε μπροστά σε βραχυπρόθεσμες πολιτικές και μικρό-πολιτικάντηκες σκοπιμότητες. Η πολιτική έπαψε να αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πρόσωπο και άρχισε να τον προσεγγίζει ως οικονομική μονάδα ή εκλογικό μέγεθος, ακόμα και μέσα από τις θρησκευτικές εορτές.
Οι αόρατες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης.
Η ελληνική κρίση δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ένα εσωτερικό φαινόμενο. Η παγκοσμιοποίηση της υποταγής και της μεταβολής από πρόσωπο σε αριθμό επέβαλε τα νέα οικονομικά, πολιτισμικά και επικοινωνιακά πρότυπα τα οποία συχνά λειτουργούσαν εις βάρος των εθνικών και παραδοσιακών ιδιαιτεροτήτων.
Υπερεθνικά οικονομικά κέντρα της διεθνούς Ελίτ, οι μηχανισμοί της χρηματοπιστωτικής εξάρτησης, οι διεθνείς αγορές και τα δίκτυα πολιτισμικής επιρροής, διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο τα μικρότερα κράτη δυσκολεύονται να διατηρήσουν μία δική τους γεωπολιτική και γεωστρατηγική αυτονομία.
Οι δυνάμεις αυτές δεν είναι απαραίτητα ορατές στον μέσο πολίτη. Αυτές τις αόρατες δυνάμεις με διάταγμα του θέλησε να περιορίσει 36 ημέρας πριν τη δολοφονία του και ο Άμισθος Κυβερνήτης Ιω Καποδίστριας. Αυτές, που σήμερα ως Ελίτ, επηρεάζουν αρνητικά τη διαμόρφωση των προτύπων, αντιλήψεων και πολιτικών επιλογών, δημιουργώντας συχνά συνθήκες πολιτισμικής ομογενοποίησης και αποδυνάμωσης της εθνικής συνείδησης, ιδιαιτερότητας και υπόστασης του Γένους.
Συμπέρασμα.
Εάν αναζητήσουμε τη βαθύτερη αιτία της ελληνικής παρακμής, δεν θα τη βρούμε μόνο στους οικονομικούς δείκτες ούτε στις λανθασμένες πολιτικές κυβερνητικές επιλογές. Θα τη βρούμε στην αποδυνάμωση της ηθικής συνοχής, στην απουσία της μακροπρόθεσμης βιοπολιτικής στρατηγικής και στην επικίνδυνη και σταδιακή αποκοπή από την ιστορική και πολιτισμική συνέχεια του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.
Η οικονομική κρίση υπήρξε τελικά το σύμπτωμα, η απόρροια και όχι η πρωταρχική ασθένεια. Η πραγματική κρίση ήταν η κρίση των αξιών, της ταυτότητας και του προσανατολισμού. Ο λόγιος Παπαδιαμάντης μας έχει ήδη προειδοποιήσει από την εποχή του, ότι οι πολιτικοί λειτουργούσαν ως “έμποροι των εθνών”, με κοινωνικές φαυλότητες, πιθηκίζοντες και μιμούμενοι τα φράγκικα πρότυπα της Εσπερίας.
Η ανασυγκρότηση της Ελλάδας προϋποθέτει την επανασύνδεση με τις διαχρονικές αρχές του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, την ενίσχυση της οικογένειας (όχι με την κατάργηση των 100€ στην Ελληνίδα πολύτεκνη μάνα), με την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, την αποκατάσταση της εθνικής παιδείας, ως φορέα εθνικής αυτογνωσίας και την οικοδόμηση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου που να υπηρετεί όχι μόνο την οικονομία, αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο ως πρόσωπο και εικόνα Θεού. Τα ορθόδοξα θρησκευτικά στα σχολεία θα πρέπει να έχουν ομολογιακό χαρακτήρα.
Διότι τα έθνη επιβιώνουν όταν διατηρούν την ιστορική τους μνήμη, την ηθική τους συνοχή και την πολιτισμική τους αυτοσυνειδησία. Όταν τα στοιχεία αυτά αποδυναμώνονται ή ασθενούν, τότε καμία οικονομική θεωρία ή ανάπτυξη δεν μπορεί να εγγυηθεί τη μακροπρόθεσμη επιβίωσή τους. Σήμερα η Ελλάδα καλείται σε επανεκκίνηση κι αυτό κατά τη δική μας εκτίμηση ως ακαδημαϊκός ξένων ακαδημιών τών Επιστημών και διδάκτωρ τριών διαφορετικών επιστημών, θα μπορεί να γίνει, μόνο με την επιστροφή στην ύπαιθρο και με στροφή 360 μοίρες στις Ρίζες του ελληνορθόδοξου πολιτισμού μας, η οικονομία και η οικιακή οικονομία θα ακολουθήσει.