Από την ενεργειακή αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ρωσίας και το κόστος που επωμίζεται η Ευρώπη, μέχρι τις πολιτικές ανακατατάξεις στη Γερμανία και τη δοκιμασία της σαουδαραβικής ασφάλειας, ο διεθνολόγος Σταύρος Καλεντερίδης περιέγραψε ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο οι συμμαχίες κρίνονται στην πράξη και οι πολιτικές ηγεσίες απομακρύνονται από τις κοινωνίες τους.
Μιλώντας στον Χρήστο Μουρτζούκο, στην εκπομπή «Με τη ματιά του απόδημου» του Απόδημου Παλμού, υποστήριξε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν εγκλωβιστεί σε επιλογές που αποδυναμώνουν τις οικονομίες τους. Παράλληλα, έθεσε ερωτήματα για την ελληνική παρουσία στη Σαουδική Αραβία και χαρακτήρισε τη συμφωνία της Μέκας «κενό χαρτί».
Η Ευρώπη αποκόπηκε από τη Ρωσία και τώρα βλέπει την Ουάσιγκτον να αλλάζει πορεία
Η ενέργεια αποτέλεσε την αφετηρία της συζήτησης. Σχολιάζοντας τις αναφορές του παρουσιαστή σε αμερικανικές κινήσεις για το ρωσικό πετρέλαιο, ο Καλεντερίδης χαρακτήρισε την εξέλιξη «απίστευτη».
Κατά την ανάλυσή του, η Ουάσιγκτον πίεσε τις ευρωπαϊκές χώρες να διαρρήξουν τους εμπορικούς και ενεργειακούς δεσμούς τους με τη Μόσχα, να αγοράσουν αμερικανικά όπλα για την Ουκρανία και να στραφούν σε ακριβότερο αμερικανικό φυσικό αέριο. Τώρα, όπως υποστήριξε, οι ΗΠΑ εμφανίζονται να αναζητούν οικονομικό όφελος από τους ίδιους ρωσικούς υδρογονάνθρακες.
Προχώρησε μάλιστα στην πρόβλεψη ότι θα μπορούσε να προκύψει μεταπώληση ρωσικού πετρελαίου στην Ευρώπη από αμερικανικούς ενδιαμέσους, με πρόσθετη προμήθεια.
Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι η Ευρώπη πλήρωσε το κόστος της ενεργειακής αποσύνδεσης, χωρίς να εξασφαλίσει αυτονομία στη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας. Μια αμερικανορωσική ενεργειακή συνεννόηση, κατά την εκτίμησή του, θα εξέθετε τις ευρωπαϊκές ηγεσίες και τα επιχειρήματα με τα οποία δικαιολόγησαν τις επιλογές τους.
Nord Stream: Ποιος θα ελέγχει την επιστροφή της ρωσικής ενέργειας;
Ο Χρήστος Μουρτζούκος έθεσε το ενδεχόμενο επαναλειτουργίας των Nord Stream με αμερικανικό ρόλο στη διαχείρισή τους, μετά τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Καλεντερίδης ενέταξε το σενάριο στην ευρύτερη κριτική του για την εξάρτηση της Ευρώπης από την Ουάσιγκτον. Υποστήριξε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν εργαλειοποιηθεί προς εξυπηρέτηση αμερικανικών συμφερόντων, με συνέπεια την αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Αναφερόμενος στη δολιοφθορά των αγωγών, επικαλέστηκε την έρευνα του Σέιμουρ Χερς και υιοθέτησε την εκδοχή περί αμερικανικής ευθύνης. Η συγκεκριμένη απόδοση ευθύνης αποτελεί θέση που διατύπωσε ο ίδιος στη συνέντευξη.
Στη δική του ανάγνωση, η καταστροφή των ενεργειακών υποδομών και η συζήτηση για πιθανή επαναλειτουργία τους υπό διαφορετικό έλεγχο αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας: η Ευρώπη χάνει την απευθείας πρόσβαση στην ενέργεια και καλείται να πληρώσει για μια νέα σχέση εξάρτησης.
Αιχμές για την ελληνική εξωτερική πολιτική
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα ακολουθεί αντιφατικές επιλογές στα δύο μεγάλα μέτωπα.
Στο ουκρανικό, κατά τον ίδιο, συντάσσεται με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις που επιδιώκουν τη συνέχιση της πολεμικής αντιπαράθεσης, ενώ στη Μέση Ανατολή ευθυγραμμίζεται με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Η κριτική του επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα συμφέροντα γύρω από την ενεργειακή συνεργασία. Διατύπωσε καταγγελίες που αφορούν την αμερικανική διπλωματική παρουσία και την ελληνική πολιτική ηγεσία, χωρίς στη συγκεκριμένη συζήτηση να παρουσιάζονται τεκμήρια που να τις αποδεικνύουν.
Οι κοινωνίες απομακρύνονται από τα παραδοσιακά κόμματα
Στο ευρωπαϊκό πολιτικό πεδίο, ο Καλεντερίδης περιέγραψε μια βαθιά κρίση εκπροσώπησης. Συνέδεσε την ενίσχυση δυνάμεων εκτός του παραδοσιακού κυβερνητικού κορμού με την κοινωνική αντίδραση στο ενεργειακό κόστος, στην οικονομική πίεση και στον κίνδυνο πολεμικής κλιμάκωσης.
Αναφέρθηκε στην Εναλλακτική για τη Γερμανία και στο κόμμα της Σάρα Βάγκενκνεχτ, καθώς και στις δυνάμεις της Μαρίν Λεπέν και του Ζαν-Λικ Μελανσόν στη Γαλλία. Υποστήριξε ότι, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους, διακρίνει κοινά σημεία στην αντίθεσή τους προς τη συνέχιση του πολέμου και τη διάρρηξη των σχέσεων με τη Ρωσία.
Αμφισβήτησε, παράλληλα, τη χρήση του χαρακτηρισμού «ακραίοι» από τις κυβερνητικές δυνάμεις για τους αντιπάλους τους. Κατά τη δική του προσέγγιση, ουσιαστικότερο κριτήριο είναι η στάση κάθε πολιτικού χώρου απέναντι στον πόλεμο και στον κίνδυνο πυρηνικής σύγκρουσης.
Ο Μουρτζούκος έφερε στη συζήτηση κινητοποιήσεις για τη στέγαση, την εκπαίδευση, τη στράτευση και τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα. Ο Καλεντερίδης τις συνέδεσε με το χάσμα ανάμεσα στις κοινωνίες και στις πολιτικές ελίτ.
Πρόσθεσε ότι η εκλογική αποχή αφήνει μεγάλο τμήμα των πολιτών χωρίς πολιτική έκφραση. Προχώρησε επίσης σε συνολικότερη αμφισβήτηση του κοινοβουλευτικού μοντέλου, υποστηρίζοντας την ανάγκη ουσιαστικότερης συμμετοχής των πολιτών και επικαλούμενος την ελληνική καταγωγή της δημοκρατίας.
Οι Χούθι πιέζουν το Ριάντ – Πλήγμα στην εικόνα ασφάλειας
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, το ενδιαφέρον στράφηκε στη Μέση Ανατολή. Σχολιάζοντας τις αναφορές σε επιθέσεις των Χούθι κατά σαουδαραβικών αεροδρομίων, ο διεθνολόγος υποστήριξε ότι η πίεση προς το Ριάντ ξεπερνά το στρατιωτικό επίπεδο.
Κατά την εκτίμησή του, η απειλή για τις αεροπορικές υποδομές πλήττει την εικόνα ασφάλειας της Σαουδικής Αραβίας, επηρεάζει διεθνείς διοργανώσεις και δημιουργεί προβλήματα σε επενδυτικές και επιχειρηματικές επισκέψεις.
Επικαλέστηκε επίσης αναφορές σε Σαουδάραβες αξιωματούχους, σύμφωνα με τις οποίες το Ριάντ θα μπορούσε να συζητήσει την άρση του αποκλεισμού του αεροδρομίου της Σαναά υπό συγκεκριμένους όρους.
Όπως περιέγραψε τις θέσεις των δύο πλευρών, η Σαουδική Αραβία ζητεί παύση των επιθέσεων και επιστροφή εδαφών, ενώ οι Χούθι συνδέουν την παύση των πληγμάτων με την άρση του αποκλεισμού, χωρίς να αποδέχονται εδαφικές υποχωρήσεις. Αναφέρθηκε ακόμη στην προοπτική ιρανικής διαμεσολάβησης, ως ένδειξη των πιέσεων που αντιμετωπίζει η σαουδαραβική πλευρά.
Τουρκία και Πακιστάν: Η συμμαχία δοκιμάζεται στην πράξη
Ο Καλεντερίδης εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός για τη στάση της Τουρκίας στη συμφωνία της Μέκας. Την χαρακτήρισε οπορτουνιστική δύναμη, υποστηρίζοντας ότι επιδιώκει οικονομικά οφέλη από τη συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, χωρίς διάθεση ανάληψης αντίστοιχου στρατιωτικού κινδύνου.
Για το Πακιστάν επισήμανε την προϋπάρχουσα αμυντική συνεργασία και στρατιωτική παρουσία στη Σαουδική Αραβία, εκτιμώντας ότι ο ρόλος του παραμένει κυρίως αμυντικός.
Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε το ερώτημα ποιο ελληνικό συμφέρον υπηρετεί η παραμονή της ελληνικής πυροβολαρχίας στη Σαουδική Αραβία, αμφισβητώντας τη σκοπιμότητα της αποστολής μέσα στις συγκεκριμένες περιφερειακές συνθήκες.
«Είναι ένα κενό χαρτί»
Κλείνοντας, ο διεθνολόγος αμφισβήτησε την αποτρεπτική αξία της συμφωνίας της Μέκας.
Αναγνώρισε ότι εκκρεμεί η συγκρότηση πολιτικών και στρατιωτικών επιτροπών και η δημιουργία των αναγκαίων μηχανισμών συνεργασίας. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι η αδυναμία αποτροπής των επιθέσεων υπονομεύει ήδη την αξιοπιστία της.
«Είναι ένα κενό χαρτί στην πραγματικότητα αυτή η συμφωνία», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι η εικόνα αυτή δυσχεραίνει τόσο την επιβίωσή της όσο και την προσέλκυση νέων μελών.