Διαχρονικά, ο καθοριστικός παράγοντας για την απόδοση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία υπήρξε ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής, ενώ το Αλβανικό Ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε αυτόνομα, ούτε στο Λονδίνο το 1912–1913 ούτε στο Παρίσι το 1919–1920. Το ενδεχόμενο τριχοτόμησης του νεοσύστατου αλβανικού κράτους μεταξύ Σερβίας, Ελλάδας και Ιταλίας επανερχόταν με διαφορετικές μορφές στην ατζέντα των Μεγάλων Δυνάμεων έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1950.
Η ελληνική ιστοριογραφία εστιάζει στο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, παραβλέποντας ότι το Αλβανικό Ζήτημα υπερέβαινε τα όρια της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Εξ αρχής, ο καθορισμός των ελληνοαλβανικών συνόρων συνδέθηκε άρρηκτα με τη χάραξη των σερβοαλβανικών, που προωθήθηκε παράλληλα. Η σύνδεση αυτή ανάγεται ήδη στον Μάρτιο του 1913, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις, για να αποτραπεί μια σύγκρουση Ρωσίας–Αυστροουγγαρίας, επιδίκασαν στη Σερβία περιοχές του Κοσόβου με αλβανικό πληθυσμό, ώστε η Ρωσία να συναινέσει στην απόδοση της Σκόδρας στην Αλβανία. Ως αποτέλεσμα, η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων υπαγορεύθηκε πρωτίστως από τη μέριμνα για τη βιωσιμότητα του νεοσύστατου αλβανικού κράτους και από την ανάγκη εξεύρεσης μιας λύσης στο Αλβανικό Ζήτημα που δεν θα διατάρασσε τις ισορροπίες στην Ευρωπαϊκή Συμφωνία και δεν θα οδηγούσε σε έναν γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο.
Εντούτοις, μια προσεκτικότερη εξέταση της περιόδου δείχνει ότι η τελική χάραξη της μεθορίου δεν υπήρξε πρωτίστως προϊόν μιας συνεπούς εφαρμογής της αρχής των εθνοτήτων, η οποία, άλλωστε, αναδείχθηκε εμφατικά μετά τον Μεγάλο Πόλεμο και τη ριζική αναδιάταξη του ευρωπαϊκού χάρτη, αλλά αποτέλεσμα σύνθετων διπλωματικών διεργασιών στο πλαίσιο τόσο του Αλβανικού Ζητήματος όσο και της ευρύτερης διαχείρισης της βαλκανικής κρίσης του 1912–1913. Υπό αυτή την έννοια, η απόδοση συγκεκριμένων περιοχών είτε στην Ελλάδα είτε στο υπό σύσταση αλβανικό κράτος συνδέθηκε λιγότερο με την πληθυσμιακή τους σύνθεση και περισσότερο με την ανάγκη αποτροπής μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής σύγκρουσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, δύο Δυνάμεις λειτούργησαν ως βασικοί ανασχετικοί παράγοντες για τις ελληνικές επιδιώξεις στη Βόρειο Ήπειρο: η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία, καθεμία όμως για διαφορετικούς λόγους. Η Ρώμη υπήρξε καθοριστικός παράγοντας ώστε οι παράκτιες περιοχές του Ιονίου, όπως η Χιμάρα και οι Άγιοι Σαράντα, να παραμείνουν εκτός της ελληνικής επικράτειας στο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, ενώ η Βιέννη ευθύνεται πρωτίστως για τον αποκλεισμό της Κορυτσάς, που από την περίοδο 1913–1914 επιδικάστηκε στην Αλβανία.

Η Κορυτσά, η Σκόδρα και η Τζακόβιτσα
Στην ελληνική ιστοριογραφία, και ιδίως στον δημόσιο λόγο, έχει παγιωθεί η άποψη ότι η παραχώρηση της αλβανόφωνης περιοχής του Κοσόβου στη Σερβία απέκλεισε οριστικά κάθε περιθώριο ελληνικών διεκδικήσεων εις βάρος της Αλβανίας. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση των διπλωματικών διεργασιών της περιόδου δείχνει ότι η τύχη της Τζακόβιτσας στο Κοσσυφοπέδιο συνδεόταν άμεσα με εκείνη της ευρύτερης περιοχής της Κορυτσάς.
Τον Μάρτιο του 1913 κορυφώθηκαν στο Λονδίνο οι διαβουλεύσεις για τον καθορισμό των βόρειων συνόρων της Αλβανίας. Η βασική διαφωνία αφορούσε τη Σκόδρα και την Τζακόβιτσα, στο πλαίσιο ενός σαφούς διπλωματικού παζαριού ανάμεσα στη Ρωσία και την Αυστροουγγαρία, από το οποίο τελικά ωφελήθηκε η Σερβία. Από ρωσικής πλευράς, η Σκόδρα δεν μπορούσε να αποδοθεί στην Αλβανία χωρίς αντάλλαγμα. Η Αγία Πετρούπολη απαιτούσε, ως αντιστάθμισμα, την παραχώρηση της Τζακόβιτσας στη Σερβία, ώστε να ικανοποιηθούν οι σερβικές διεκδικήσεις και να μη φανεί ότι η Ρωσία εγκατέλειπε πλήρως τη σύμμαχό της.
Η συνεννόηση Αυστροουγγαρίας–Ρωσίας για τα βόρεια σύνορα της Αλβανίας είχε μια κρίσιμη συνέπεια: καθιστούσε την ελληνική διεκδίκηση της Κορυτσάς εξαιρετικά δυσχερή. Η λογική που διαμορφώθηκε ήταν ότι ένα νεοσύστατο αλβανικό κράτος, αν έχανε τόσο την πεδιάδα της Τζακόβιτσας όσο και εκείνη της Κορυτσάς, θα έμενε χωρίς στοιχειώδη ενδοχώρα και δεν θα ήταν βιώσιμο. Άρα, η παραχώρηση της Τζακόβιτσας στη Σερβία θεωρήθηκε ότι έπρεπε να αντισταθμιστεί με τη διατήρηση της πεδιάδας της Κορυτσάς εντός των αλβανικών συνόρων.
Τι ήταν τελικά το δίκαιον;
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, παρότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στην ιστοριογραφία μια τάση να υπογραμμίζεται ότι η ελληνική διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου ήταν, τρόπον τινά, «άδικη» ή ιστορικά αβάσιμη, μια τέτοια αξιολόγηση δεν θα πρέπει να συγχέεται με τα πραγματικά κριτήρια βάσει των οποίων ελήφθησαν οι αποφάσεις του 1912–1913.
Νεότερες ιστοριογραφικές αναγνώσεις, ιδίως των Αλέξη Ηρακλείδη και Ylli Kromidha, αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου του φθινοπώρου του 1913, δίνοντας έμφαση στην πληθυσμιακή σύνθεση της Βορείου Ηπείρου και στο γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ορθόδοξων κατοίκων της ήταν αλβανόφωνοι. Ανάλογη έμφαση αποδίδει και ο Ιωάννης Παπαφλωράτος στην Επιτροπή, η οποία θα αναλάμβανε τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων με βάση γεωγραφικά και εθνολογικά δεδομένα, ενώ καταγράφει και τις αντιδράσεις των ελληνοφρόνων κατοίκων της περιοχής προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Arnold J. Toynbee, η ελληνική δεν ήταν μόνο η γλώσσα της Εκκλησίας, αλλά χρησιμοποιούνταν και επισήμως από τους Οθωμανούς διοικητές, στο εμπόριο και στις στοιχειώδεις δομές εκπαίδευσης που λειτουργούσαν τότε. Μετά την πτώση του Αλή Πασά το 1822, οι Οθωμανοί ενθάρρυναν την «ελληνική προπαγάνδα», ως αντίβαρο στον αναδυόμενο αλβανικό εθνικισμό, και απαγόρευσαν τόσο τη χρήση της αλβανικής γλώσσας στα σχολεία όσο και την έκδοση αλβανικών εφημερίδων. Ως συνέπεια όλων αυτών, νότια του ποταμού Καλαμά η αλβανική γλώσσα σχεδόν δεν χρησιμοποιούνταν, ακόμη και από Αλβανούς «καθαρής» καταγωγής, ενώ μέχρι και την περιοχή του Αργυροκάστρου οι περισσότεροι Αλβανοί ήταν —και εξακολουθούσαν να είναι το 1941— δίγλωσσοι. Γι’ αυτό ο Toynbee καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ακόμα και αν ένας κάτοικος της Βορείου Ηπείρου είναι ελληνόφωνος δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι είναι Έλληνας ως προς τη φυλή, ενώ δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια ποιοι ακριβώς συγκροτούν την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία από άποψη καταγωγής.

Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, παρόλο που οι ορθόδοξοι Αλβανοί ή αλβανόφωνοι φοιτούσαν κατά κανόνα σε ελληνικά σχολεία και εντάσσονταν εκκλησιαστικά στην ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, σίγουρα δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι όλοι οι ορθόδοξοι Αλβανοί το 1912 ήταν Έλληνες, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάδυση του αλβανικού εθνικού κινήματος ήταν ήδη εμφανής.
Το ουσιώδες στην περίπτωση του Ηπειρώτη δεν είναι ότι στο σπίτι μιλά αλβανικά, αλλά ότι στο σχολείο μαθαίνει ελληνικά και, μέσα από αυτή τη γλώσσα που υιοθετεί, βρίσκει ένα «διαβατήριο» για έναν ευρύτερο κόσμο. Οι Ηπειρώτες έχουν αποδείξει ότι, στην περίπτωσή τους, η κοινή γλώσσα δεν αποτελεί εθνικό δεσμό, αφού πήραν τα όπλα για να διεκδικήσουν το δικαίωμα να ενσωματωθούν σε ένα αλλόγλωσσο έθνος.
Στο Παρίσι το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριξε ότι για τον προσδιορισμό της εθνικότητας δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια η «φυλή», η γλώσσα ή τα ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, αλλά κριτήριο πρέπει να είναι η ίδια η εθνική συνείδηση των πληθυσμών. Με την επιχειρηματολογία αυτή, ο Βενιζέλος προσπάθησε να θεμελιώσει την ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου όχι πάνω σε φυλετικές ή γλωσσικές βάσεις, αλλά στον αυτοπροσδιορισμό και στην πολιτική βούληση των κατοίκων. Η λογική του Βενιζέλου βρίσκεται σε σαφή συνάφεια με τις θέσεις του Toynbee στο Nationality and the War (1915), όπου προβάλλεται η αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης και η ιδέα ότι ο μεταπολεμικός διακανονισμός θα έπρεπε να βασιστεί όσο γίνεται στην ταύτιση των κρατικών συνόρων με τις ίδιες τις εθνικές κοινότητες, όπως αυτές αυτοπροσδιορίζονται.
Το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας
Ωστόσο, η εθνογραφική παράμετρος δεν φαίνεται να επηρέασε αποφασιστικά τις επιλογές των Μεγάλων Δυνάμεων, αφού οι εύθραυστες ισορροπίες της ευρωπαϊκής διπλωματίας είχαν ήδη οδηγήσει, από τις 11 Αυγούστου 1913, στην αποδοχή της γραμμής Στύλος–Κορυτσά ως γραμμή βάσης για τον καθορισμό των ελληνοαλβανικών συνόρων, πριν ακόμη συγκροτηθεί η Επιτροπή. Το μόνο ουσιαστικό ανοιχτό ζήτημα παρέμενε η τύχη της περιοχής του Αργυροκάστρου, όπου η γαλλική πλευρά υποστήριζε ότι, εφόσον η Κορυτσά παραχωρούνταν στην Αλβανία, το Αργυρόκαστρο όφειλε να αποδοθεί στην Ελλάδα, θέση που όμως προσέκρουε στην αμετακίνητη στάση της Αυστροουγγαρίας.

Οι εργασίες της συνοριακής επιτροπής κατέληξαν στο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας της 17ης Δεκεμβρίου 1913, σύμφωνα με το οποίο οι πόλεις της Κορυτσάς, του Αργυροκάστρου, του Δελβίνου, του Λεσκοβικίου, των Αγίων Σαράντα, της Χιμάρας και του Πωγωνίου θα αποτελούσαν πλέον τμήμα της αλβανικής επικράτειας. Η οριστική διευθέτηση και η επιτόπια χάραξη των συνόρων αναβλήθηκαν, ωστόσο, λόγω του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τη λήξη του πολέμου, το Αλβανικό Ζήτημα συνδέθηκε τόσο με τη μυστική Συνθήκη του Λονδίνου του 1915 όσο και με το Αδριατικό Ζήτημα, δηλαδή με τις ανταγωνιστικές διεκδικήσεις της Ρώμης και του Βελιγραδίου στις δαλματικές ακτές, με επίκεντρο το Φιούμε, τη σημερινή Ριέκα της Κροατίας.
Όπως επισημαίνει στα απομνημονεύματά του ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Edward Grey, η μεγαλύτερη δυσχέρεια της εξωτερικής πολιτικής έγκειται στη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στους συμμάχους: η Ιταλία, η Σερβία και η Ελλάδα είχαν πολεμήσει στο πλευρό της Βρετανίας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ανέμεναν, καθεμία, απτά εδαφικά ανταλλάγματα. Το σχήμα των εδαφικών ανταλλαγών, σε συνάρτηση με την επιδίωξη ενός «βιώσιμου» αλβανικού κράτους, επανεμφανίζεται τόσο στις διαπραγματεύσεις του Παρισιού όσο και στις συζητήσεις κατά και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για τον επαναπροσδιορισμό του Αλβανικού Ζητήματος, διαμορφώνοντας διαχρονικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται το Βορειοηπειρωτικό.
Σύμφωνα με τον Toynbee, ο καθορισμός των βόρειων και ανατολικών συνόρων της Αλβανίας, δηλαδή των σερβοαλβανικών συνόρων, τον Μάρτιο του 1913 άφησε τουλάχιστον μισό εκατομμύριο Αλβανούς εκτός της αλβανικής επικράτειας. Αναφορικά με τα ελληνοαλβανικά σύνορα, ο Toynbee θεωρούσε στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ότι η ρύθμιση της νότιας μεθορίου της Αλβανίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις κατά τη δεκαετία του 1920 ήταν συνολικά δίκαιη και συνετή, επειδή διασφάλιζε την ύπαρξη μιας ανεξάρτητης Αλβανίας ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την ειρήνη στην περιοχή. Η ύπαρξη του αλβανικού κράτους ήταν εφικτή μόνο εφόσον σε αυτό περιλαμβάνονταν και οι νότιες επαρχίες.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 την άποψη αυτή είχαν υιοθετήσει ακόμη και οι Βρετανοί φιλέλληνες, εντός και εκτός του Foreign Office, υποστηρίζοντας ότι χωρίς το νότιο τμήμα της η Αλβανία δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βιώσιμο κράτος· θέση που, στη λογική του Toynbee, καθιστούσε εκ των πραγμάτων ασύμβατες τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Βόρεια Ήπειρο με την προτεραιότητα της διατήρησης ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους.
Υπό το πρίσμα αυτό, το ερώτημα «τι ήταν τελικά το δίκαιον;» δεν μπορεί να απαντηθεί μονοσήμαντα με βάση μόνο την εθνογραφική σύνθεση της επίδικης περιοχής. Το «δίκαιον» του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας δεν ταυτίστηκε ούτε με την εθνογραφική σύνθεση της Ηπείρου ούτε με τη συνεπή εφαρμογή της αρχής των εθνοτήτων, αλλά με τη διπλωματική λογική της διατήρησης ενός βιώσιμου αλβανικού κράτους.
Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.
[1] Basil Kondis, Greece and Albania, 1908–1914 (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1974), 103–104. [1] Ενδεικτικά βλ. Αλέξης Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις: Έλληνες-Αλβανοί, 1821-2021 (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 2022) 335 κ.εξ.· Alexis Heraclides and Ylli Kromidha, Greek-Albanian Entanglements since the Nineteenth Century: A History (London: Routledge, 2023), 167 κ.εξ. [1] Ιωάννης Παπαφλωράτος, Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου: Μέσα από άγνωστα ντοκουμέντα (Αθήνα: Πελασγός, 2018), Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου, 108–118. [1] Heraclides and Kromidha, Greek-Albanian Entanglements, 165. [1] Heraclides and Kromidha, Greek-Albanian Entanglements, 169. [1] Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις, 329. [1] Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις, 333. [1] Ο Toynbee διατέλεσε διευθυντής σπουδών (Director of Studies) στο Royal Institute of International Affairs (Chatham House) από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950, με διακοπή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν επέστρεψε στην κρατική υπηρεσία ως διευθυντής του Foreign Research and Press Service (1939–1943) και στη συνέχεια ως διευθυντής του Research Department of the Foreign Office (1943–1946). [1] FO 371/29715/33300, Albano-Greek Relations, Code 90, File 534, “Northern Epirus,” report by Arnold J. Toynbee, Foreign Research and Press Service, Balliol College, Oxford, 27 October 1941, 1. [1] Arnold J. Toynbee, Nationality and the War (London: J. M. Dent & Sons, 1915), 233. [1] United States Department of State, Papers Relating to the Foreign Relations of the United States, The Paris Peace Conference, 1919, vol. 3, επιμ. Joseph V. Fuller, γεν. επιμ. Tyler Dennett (Washington, DC: United States Government Printing Office, 1943), doc. 58, “Secretary’s Notes of a Conversation Held in M. Pichon’s Room at the Quai d’Orsay, Paris, on Monday, 3 February 1919, at 11 a.m.” [1] B. Kondis, Greece and Albania, 109–110. [1] Για ελληνική μετάφραση του κειμένου βλ. Ιωάννης Παπαφλωράτος, Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου: Μέσα από άγνωστα ντοκουμέντα (Αθήνα: Πελασγός, 2018), 118–19· για το επίσημο τεχνικό κείμενο της οριοθετικής γραμμής βλ. League of Nations, Secretariat, “The Albanian Frontier in the Region of St Naoum—The Secretary of the Conference of Ambassadors, Paris, Transmits Copies of the 1913 Protocols of London and Florence, Relating to the Delimitation of the Albanian Frontier,” 3 July 1924, file R557/11/37063/1240, Albania series, United Nations Archives at Geneva, διαθέσιμο στο https://archives.ungeneva.org/la-frontiere-albanaise-dans-la-region-de-saint-naoum-le-secretaire-de-la-conference-des-ambassadeurs-paris-transmet-copies-des-protocoles-de-londres-et-de-florence-de-1913-relatifs-a-la-delimitation-de-la-frontiere-albanaise. [1] Edward Grey, Viscount of Fallodon, Twenty-Five Years, 1892–1916, vol. 1 (New York: Frederick A. Stokes, 1925), “Allied Diplomacy in War.” [1] FO 371/37135/98517, “Albania and Albanian-Yugoslav Frontier,” Foreign Office Research Department, Historical Summary, Balliol College, Oxford, 20 April 1943, 98. [1] Basil Kondis, “Greek National Claims at the Paris Peace Conference of 1946,” Balkan Studies 32, no. 2 (1991): 309–310. [1] Ηρακλείδης, Πολυκύμαντες σχέσεις, 363–364