breaking newsΔιεθνή

«Πόλεμος επιρροής» μέσα στο MAGA: Ισραηλινή καμπάνια εκατομμυρίων στο στόχαστρο του Τζέι Ντι Βανς

Σοβαρές πολιτικές αναταράξεις προκαλεί στις Ηνωμένες Πολιτείες δημοσίευμα του περιοδικού Time, σύμφωνα με το οποίο η ισραηλινή κυβέρνηση χρηματοδοτούσε με 1,5 εκατ. δολάρια τον μήνα εταιρεία συμφερόντων του πρώην επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ, Μπραντ Πάρσκαλ, προκειμένου να υλοποιήσει μεγάλης κλίμακας ψηφιακή καμπάνια υπέρ του Ισραήλ.

Βασικός στόχος της επιχείρησης φέρεται να ήταν η νεότερη γενιά των συντηρητικών ψηφοφόρων και ειδικότερα το κοινό του κινήματος MAGA, στο οποίο το τελευταίο διάστημα καταγράφεται αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στην ισραηλινή πολιτική και στην εμπλοκή των ΗΠΑ στις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής.

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα μετά τις καταγγελίες του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη εκστρατεία δεν περιορίστηκε στην προώθηση θετικών μηνυμάτων για το Ισραήλ, αλλά επιχείρησε να υπονομεύσει τις διαπραγματευτικές προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν.

Η σύμβαση των 1,5 εκατ. δολαρίων

Σύμφωνα με τα έγγραφα που επικαλείται το Time, τον Σεπτέμβριο του 2025 η διεθνής διαφημιστική εταιρεία Havas ανέθεσε στην Clock Tower X, εταιρεία του Μπραντ Πάρσκαλ, την υλοποίηση ψηφιακής εκστρατείας για λογαριασμό του ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών.

Η συμφωνία προέβλεπε την παραγωγή τουλάχιστον 100 πρωτότυπων ψηφιακών αναρτήσεων κάθε μήνα. Το 80% του περιεχομένου θα απευθυνόταν στη γενιά Gen Z μέσω TikTok, Instagram, YouTube και podcasts.

Παράλληλα, η Clock Tower X αναλάμβανε να εξασφαλίζει περισσότερες από 50 εκατομμύρια ψηφιακές προβολές τον μήνα, με συνολικό κόστος 1,5 εκατ. δολαρίων μηνιαίως.

Επισήμως, η καμπάνια παρουσιαζόταν ως μέσο αντιμετώπισης της αυξανόμενης αντισημιτικής ρητορικής στο διαδίκτυο. Ωστόσο, σύμφωνα με Ισραηλινό αξιωματούχο που επικαλείται το περιοδικό, υπήρχε και ένας δεύτερος, σαφώς πολιτικός στόχος: να ανακοπεί η απομάκρυνση των νεότερων Αμερικανών συντηρητικών από το Ισραήλ.

Το MAGA γύριζε την πλάτη στο Ισραήλ

Η ανησυχία φέρεται να εντάθηκε μετά τη συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Ανώτατοι Αμερικανοί αξιωματούχοι διαπίστωσαν ότι αντί να επικρατεί ικανοποίηση, σημαντικό τμήμα του κινήματος MAGA εξαπέλυε έντονη κριτική κατά του Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το ρήγμα αφορούσε κυρίως τους νεότερους συντηρητικούς, οι οποίοι εμφανίζονταν ολοένα και πιο επιφυλακτικοί απέναντι στην αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή και περισσότερο δεκτικοί σε απομονωτικές θέσεις.

Ο Πάρσκαλ φέρεται να παρουσίασε τον εαυτό του στην ισραηλινή πλευρά ως τον άνθρωπο που κατανοούσε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο τόσο τον ψηφιακό κόσμο όσο και το πολιτικό οικοσύστημα που δημιούργησε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Η προηγούμενη εμπειρία του στις προεκλογικές εκστρατείες του Τραμπ και η γνώση του μηχανισμού κινητοποίησης του MAGA θεωρήθηκαν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, βασικό πλεονέκτημα για την επιχείρηση επιρροής.

Καταγγελίες για οργανωμένο δίκτυο influencers

Το Time επικαλείται τρεις πηγές που περιγράφουν μια συντονισμένη επιχείρηση μέσω εταιρειών που συνδέονται με τον Πάρσκαλ, όπως οι Campaign Nucleus και Influenceable.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, συντηρητικοί influencers λάμβαναν μέσω ιδιωτικών ομάδων συνομιλίας προτεινόμενα κείμενα, θεματικές γραμμές και οδηγίες για αναρτήσεις στο X, στο Instagram και στο TikTok.

Η αμοιβή τους φέρεται να συνδεόταν με την απήχηση, τις προβολές και τις αλληλεπιδράσεις που συγκέντρωναν οι δημοσιεύσεις τους.

Η πρακτική αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί, δείχνει ότι δεν επρόκειτο για μια συμβατική διαφημιστική καμπάνια, αλλά για επιχείρηση πολιτικής επιρροής σχεδιασμένη να εμφανίζεται ως αυθόρμητη παρέμβαση προσώπων με απήχηση στη βάση του MAGA.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι αναρτήσεις αυτές φέρεται να στόχευαν ένα πολύ συγκεκριμένο ακροατήριο: τους ψηφοφόρους που αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής δύναμης του Τραμπ.

Ιστοσελίδες για να «διαβάζουν» οι μηχανές τεχνητής νοημοσύνης

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και η αναφορά του περιοδικού ότι ορισμένες ιστοσελίδες που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της εκστρατείας δεν είχαν σχεδιαστεί πρωτίστως για ανθρώπους αναγνώστες.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, στόχος τους ήταν να επηρεάζουν τα αποτελέσματα που παράγουν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, όπως το ChatGPT, το Claude και το Gemini, σχετικά με το Ισραήλ και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Η λογική μιας τέτοιας επιχείρησης θα ήταν η μαζική παραγωγή και διάδοση περιεχομένου, το οποίο θα μπορούσε να ενσωματωθεί στο ευρύτερο ψηφιακό οικοσύστημα και να διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι μηχανές τεχνητής νοημοσύνης αντλούν, οργανώνουν και παρουσιάζουν πληροφορίες.

Πρόκειται για μια νέα μορφή επιχείρησης επιρροής, στην οποία το πεδίο μάχης δεν είναι μόνο τα κοινωνικά δίκτυα και η κοινή γνώμη, αλλά και τα πληροφοριακά συστήματα που χρησιμοποιούν εκατομμύρια πολίτες.

Η κατηγορηματική διάψευση του Πάρσκαλ

Ο Μπραντ Πάρσκαλ απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι συμμετείχε σε επιχείρηση υπονόμευσης του Ντόναλντ Τραμπ ή των διαπραγματεύσεων με το Ιράν.

«Δεν χρηματοδότησα, δεν οργάνωσα και δεν συμμετείχα ποτέ σε οποιαδήποτε προσπάθεια υπονόμευσης του προέδρου Τραμπ», δήλωσε στο Time.

Χαρακτήρισε απολύτως ψευδείς τις κατηγορίες ότι εργάστηκε για την παράταση του πολέμου με το Ιράν ή ότι επιχείρησε να δημιουργήσει αρνητικό κλίμα απέναντι στην πρόταση εκεχειρίας.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι κανένα ποσό από τη σύμβαση με το Ισραήλ δεν χρησιμοποιήθηκε για πληρωμές influencers.

Η διάψευσή του δημιουργεί ευθεία αντίθεση με τις πηγές του περιοδικού, οι οποίες περιγράφουν συντονισμένες ομάδες επιρροής, κοινές γραμμές αναρτήσεων και συστήματα αμοιβών με βάση την ψηφιακή απήχηση.

Η έκρηξη του Τζέι Ντι Βανς

Το δημοσίευμα έλαβε εκρηκτικές πολιτικές διαστάσεις όταν ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, σχολίασε την υπόθεση σε συζήτησή του με τον Τζο Ρόγκαν.

Ο Βανς κατηγόρησε ευθέως κύκλους της ισραηλινής κυβέρνησης ότι χρηματοδότησαν επιχείρηση επιρροής με σκοπό να εκτροχιάσουν τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν.

«Υπήρξε αυτό το άρθρο του Time. Αναφέρει μια σειρά από ανθρώπους που πληρώνονταν από έναν πρώην συνεργάτη της εκστρατείας του Τραμπ, ο οποίος με τη σειρά του πληρωνόταν από ορισμένα στοιχεία της ισραηλινής κυβέρνησης», δήλωσε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα πρόσωπα αυτά του επιτίθεντο με ιδιαίτερη ένταση επειδή επιχειρούσε να πετύχει τον διαπραγματευτικό στόχο που είχε θέσει ο Αμερικανός πρόεδρος.

Ο αντιπρόεδρος χαρακτήρισε την υπόθεση «μια πολύ διακριτική αλλά εξαιρετικά καλά χρηματοδοτούμενη εκστρατεία με στόχο να εκτροχιαστούν οι διαπραγματεύσεις».

«Με κατηγορούσαν επειδή δεν ήθελα ατελείωτο πόλεμο»

Ο Βανς υποστήριξε ότι δεχόταν συνεχείς επιθέσεις τόσο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και μέσω διαρροών προς δημοσιογράφους.

Όπως ανέφερε, οι επικριτές του υποστήριζαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έπρεπε να διαπραγματεύονται με το Ιράν, αλλά να συνεχίσουν επ’ αόριστον τη στρατιωτική εκστρατεία.

Παράλληλα, απέρριψε ισχυρισμούς ότι ενεργεί υπό την επιρροή ξένων κυβερνήσεων ή προσώπων όπως ο δημοσιογράφος Τάκερ Κάρλσον.

«Έχουν πει ότι επηρεάζομαι από το Κατάρ, από ξένες κυβερνήσεις ή ότι παίρνω εντολές από τον Τάκερ Κάρλσον. Κυκλοφορούν απίστευτες ανοησίες», είπε.

Ο Βανς αναγνώρισε ότι οι ξένες κυβερνήσεις επιχειρούν συστηματικά να επηρεάσουν την αμερικανική πολιτική και κοινή γνώμη.

«Το κάνει το Ισραήλ, το κάνουν και άλλες χώρες», σημείωσε, προσθέτοντας ότι το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών επιτρέπει σε αυτή την επιρροή να διαμορφώνει την κρίση και τις αποφάσεις της.

«Άντε στο διάολο – Εκπροσωπώ πρώτα τους Αμερικανούς»

Η πλέον αιχμηρή τοποθέτηση του Αμερικανού αντιπροέδρου αφορούσε την πληροφορία ότι ξένη χρηματοδότηση χρησιμοποιήθηκε για να πληγεί η συμφωνία που ο ίδιος προωθούσε.

«Η απάντησή μου είναι: “Άντε στο διάολο”. Θα κάνω αυτό που πρέπει για τον αμερικανικό λαό. Εκπροσωπώ πρώτα τους Αμερικανούς», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η φράση αυτή αποτυπώνει το βάθος της σύγκρουσης που αναπτύσσεται στο εσωτερικό της αμερικανικής Δεξιάς για τη σχέση με το Ισραήλ.

Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι παραδοσιακοί φιλοϊσραηλινοί κύκλοι των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι θεωρούν τη στήριξη προς το Ισραήλ θεμελιώδη στρατηγική και ιδεολογική υποχρέωση.

Από την άλλη, αναπτύσσεται ένα ισχυρότερο ρεύμα «America First», το οποίο απορρίπτει τις παρατεταμένες πολεμικές εμπλοκές και αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε ξένη προσπάθεια επηρεασμού της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

«Κάποιοι στο Ισραήλ θέλουν να κρατήσουν τον πόλεμο ζωντανό»

Ο Βανς προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν πρόσωπα μέσα στο ισραηλινό σύστημα που επιχειρούν να χειραγωγήσουν την αμερικανική κοινή γνώμη, ώστε να παραταθεί ο πόλεμος με το Ιράν.

«Γνωρίζουμε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι υπάρχουν άνθρωποι μέσα στο ισραηλινό σύστημα που χειραγωγούν και προσπαθούν να αλλάξουν την αμερικανική κοινή γνώμη για να συνεχιστεί ο πόλεμος επ’ αόριστον», ανέφερε.

Ωστόσο, απέρριψε την άποψη ότι η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να εμπλακεί στρατιωτικά κατά του Ιράν επιβλήθηκε από το Ισραήλ.

Όπως εξήγησε, ο Ντόναλντ Τραμπ πιστεύει ανεξάρτητα και ακράδαντα ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, θέση με την οποία συμφωνεί και ο ίδιος.

Ακόμη και όταν πιέστηκε από τον Τζο Ρόγκαν να απαντήσει εάν η επιχείρηση θα είχε διαρκέσει τόσο πολύ χωρίς την ισραηλινή επιρροή, ο Βανς επέμεινε ότι οι βασικές αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης δεν υπαγορεύθηκαν από το Ισραήλ.

Δυσαρέσκεια και στις δύο πλευρές

Παρά τα σημαντικά ποσά που δαπανήθηκαν, το Time αναφέρει ότι η καμπάνια δεν πέτυχε τους στόχους της.

Στον Λευκό Οίκο φέρεται να υπάρχει ανησυχία ότι το δίκτυο επιρροής συνέβαλε στη διάδοση επιχειρημάτων που υπονόμευαν την προσπάθεια του Τραμπ να τερματίσει τη σύγκρουση με το Ιράν.

Στην ισραηλινή κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά, καταγράφεται απογοήτευση επειδή η υποστήριξη προς το Ισραήλ στους κόλπους της αμερικανικής Δεξιάς εξακολούθησε να μειώνεται, παρά τα εκατομμύρια που επενδύθηκαν.

Το αποτέλεσμα δείχνει ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι πολιτικής επικοινωνίας και ψηφιακής επιρροής δυσκολεύονται να ανακόψουν βαθύτερες ιδεολογικές μεταβολές στο εσωτερικό του αμερικανικού συντηρητικού κινήματος.

Ρήγμα στη συμμαχία ΗΠΑ–Ισραήλ ή εσωτερικός πόλεμος στο MAGA;

Η υπόθεση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η στρατηγική σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ βρίσκεται κοντά σε ρήξη. Αναδεικνύει, όμως, μια σοβαρή μεταβολή στο πολιτικό κλίμα.

Η χωρίς όρους υποστήριξη προς το Ισραήλ δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη σε ολόκληρη τη βάση των Ρεπουμπλικανών. Ένα τμήμα του MAGA ζητεί μεγαλύτερο έλεγχο στη χρήση αμερικανικών πόρων, αποφυγή νέων πολέμων και σαφή προτεραιότητα στα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Η αντίδραση του Βανς είναι ενδεικτική αυτής της μετατόπισης. Δεν αμφισβητεί τη σημασία της ασφάλειας του Ισραήλ ούτε την ανάγκη να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν. Θέτει, όμως, μια κόκκινη γραμμή απέναντι σε οποιαδήποτε ξένη επιχείρηση επιχειρεί να επηρεάσει κρυφά την αμερικανική πολιτική βάση και να υπονομεύσει τις αποφάσεις της εκλεγμένης κυβέρνησης.

Η νέα γεωπολιτική των αλγορίθμων

Η αποκάλυψη του Time φωτίζει μια νέα πραγματικότητα στη διεθνή πολιτική: οι επιχειρήσεις επιρροής δεν διεξάγονται πλέον μόνο μέσω διπλωματών, λόμπι και παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης.

Διεξάγονται μέσω influencers, ιδιωτικών ομάδων συνομιλίας, αλγορίθμων, podcasts, TikTok και ιστοσελίδων κατασκευασμένων ώστε να επηρεάζουν ακόμη και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Η συγκεκριμένη υπόθεση ξεχωρίζει επειδή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που δημοσιεύθηκαν, ο στόχος δεν ήταν το σύνολο της αμερικανικής κοινωνίας, αλλά η ίδια η πολιτική βάση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Εάν οι καταγγελίες επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση κατά την οποία μια συμμαχική χώρα επιχείρησε να επηρεάσει εκ των έσω το κίνημα που στηρίζει την αμερικανική κυβέρνηση, προκειμένου να διαμορφώσει τις αποφάσεις της σε ένα κρίσιμο πολεμικό και διπλωματικό μέτωπο.

Η υπόθεση Πάρσκαλ δεν αφορά, επομένως, μόνο μια ακριβοπληρωμένη επικοινωνιακή καμπάνια. Αφορά τα όρια της ξένης επιρροής, τη διαφάνεια της πολιτικής επικοινωνίας και τον έλεγχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σε μια εποχή όπου οι πόλεμοι διεξάγονται όχι μόνο με πυραύλους, αλλά και με αναρτήσεις, αλγορίθμους και εκατομμύρια ψηφιακές προβολές.

Back to top button