breaking newsΕλλάδα

Από το κοινό μέτρο στο ατομικό γούστο! Όταν η απώλεια του κοινοτισμού επηρεάζει την αστική μας αισθητική

Γράφει ο Γεώργιος Κ. Τασούδης*

Κατά τη διάρκεια ολιγοήμερων διακοπών σε μια πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας παρατηρούσα την έντονη οικοδομική δραστηριότητα που συνοδεύει την τουριστική ανάπτυξη. Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση· τη συναντά κανείς σε πολλές παραθαλάσσιες περιοχές της χώρας, όπου η αυξημένη ζήτηση οδηγεί στη δημιουργία νέων κατοικιών και τουριστικών καταλυμάτων.

Αφορμή, λοιπόν, στάθηκε μια συγκεκριμένη πόλη. Ο προβληματισμός, όμως, αφορά ολόκληρη την Ελλάδα.

Τα περισσότερα από τα νέα κτίρια, όταν τα παρατηρεί κανείς μεμονωμένα, είναι καλαίσθητα. Διαθέτουν σύγχρονες γραμμές, ποιοτικά υλικά και συχνά ιδιαίτερη αισθητική. Όταν όμως τα αντικρίζει ως σύνολο, κάτι μοιάζει να διαταράσσεται. Το βλέμμα δεν αναπαύεται, γιατί δεν υπάρχει διάλογος ανάμεσα στα κτίρια ούτε ένας κοινός ρυθμός· υπάρχουν μόνο πολλές διαφορετικές αισθητικές που διεκδικούν ταυτόχρονα την προσοχή.

Θα μπορούσε κανείς να ονομάσει αυτό το φαινόμενο «αρχιτεκτονική του γούστου». Ο καθένας οικοδομεί σύμφωνα με τη δική του αισθητική και εκφράζει το προσωπικό του γούστο, όμως ελάχιστοι αναρωτιούνται τι συμβαίνει όταν όλες αυτές οι ατομικές επιλογές συνυπάρξουν στον ίδιο τόπο. Έτσι προκύπτει ένα παράδοξο: πολλές όμορφες ψηφίδες μπορούν να συνθέσουν ένα κακόγουστο ψηφιδωτό. Δεν λείπει η ομορφιά των επιμέρους κτισμάτων· λείπει η αρμονία του συνόλου.

Οι σκέψεις που ακολουθούν δεν ανήκουν σε έναν αρχιτέκτονα ή πολεοδόμο. Είναι οι σκέψεις ενός απλού παρατηρητή που αγαπά τον τόπο του και αναρωτιέται πώς αυτός αλλάζει μπροστά στα μάτια μας.

Ίσως η νεότερη Ελλάδα γνώρισε τρεις μεγάλες αρχιτεκτονικές περιόδους. Η πρώτη ήταν η αρχιτεκτονική της κοινότητας. Οι παραδοσιακοί οικισμοί δεν ήταν προϊόν αυστηρών πολεοδομικών κανονισμών, αλλά έκφραση ενός κοινού τρόπου ζωής. Κάθε σπίτι είχε τη δική του προσωπικότητα, ενώ ταυτόχρονα συνομιλούσε με τον τόπο, το κλίμα, τα διαθέσιμα υλικά και τον γείτονα. Η ελευθερία δεν αναιρούσε το κοινό μέτρο· γεννιόταν μέσα από αυτό.

Η δεύτερη περίοδος ήταν η αρχιτεκτονική της αντιπαροχής. Η πόλη αντιμετωπίστηκε κυρίως ως οικονομικό αγαθό, το διαμέρισμα αντικατέστησε τη γειτονιά, ο συντελεστής δόμησης υπερίσχυσε της αισθητικής και η ποσότητα της ποιότητας.

Πλέον, δηλαδή εδώ και καιρό, φαίνεται πως έχουμε εισέλθει σε μια τρίτη περίοδο, την αρχιτεκτονική του γούστου. Δεν κυριαρχεί πλέον η ομοιομορφία αλλά η απόλυτη εξατομίκευση. Η αισθητική μετατρέπεται σε αποκλειστικά ιδιωτική υπόθεση και, μαζί της, υποχωρεί η μέριμνα για το κοινό τοπίο.

Η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου έχει επισημάνει ότι ο κοινοτισμός καθίσταται εξαιρετικά δύσκολος όταν μια κοινωνία παύει να αριθμεί λίγες εκατοντάδες ανθρώπους και μετατρέπεται σε μια απρόσωπη μάζα. Ίσως κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον οικιστικό πολιτισμό. Είναι πιθανό να μην μπορεί πλέον να υπάρξει μια ενιαία αισθητική για μια μεγαλούπολη εκατομμυρίων κατοίκων. Θα μπορούσε, όμως, να διαμορφωθεί μια κοινή οικιστική αντίληψη σε επίπεδο γειτονιάς, συνοικίας ή νέας οικιστικής ανάπτυξης. Άλλωστε, το μέτρο δεν αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας· είναι η σοφία που επιτρέπει σε πολλές ελευθερίες να συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τα κτίρια, αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον τόπο. Παραλίες οικοδομούνται χωρίς μέτρο, λίμνες και υγρότοποι περικλείονται από ιδιωτικές χρήσεις, μνημεία της φύσης υποχωρούν μπροστά στην επιχειρηματική εκμετάλλευση, ενώ ακόμη και αρχαιολογικοί χώροι αντιμετωπίζονται, όχι σπάνια, περισσότερο ως ευκαιρία οικονομικής αξιοποίησης παρά ως στοιχεία της συλλογικής μας ταυτότητας. Η άναρχη δόμηση, οι κατά περίπτωση εξαιρέσεις, οι ισχυρές προσβάσεις και τα ιδιωτικά συμφέροντα διαμορφώνουν σταδιακά έναν τόπο που υπηρετεί το πρόσκαιρο κέρδος, αλλά φτωχαίνει αισθητικά και πολιτισμικά.

Η αγορά είναι εξαιρετική στο να παράγει αγαθά, δεν μπορεί όμως από μόνη της να παράγει πολιτισμό. Ο πολιτισμός προϋποθέτει κοινό όραμα και κοινή ευθύνη. Γι’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «τι εξυπηρετεί εμένα;», αλλά και «τι προσφέρει αυτό στον τόπο;».

Ο προβληματισμός αυτός γεννήθηκε με αφορμή όσα παρατήρησα στη Νέα Πέραμο Καβάλας. Θα μπορούσε όμως να αφορά δεκάδες ελληνικές πόλεις και οικισμούς. Τον κουβαλώ, άλλωστε, χρόνια μέσα μου από τη γενέτειρά μου, τη Δράμα. Οι πηγές της Αγίας Βαρβάρας αποτελούν ένα από τα ομορφότερα φυσικά τοπόσημα της πόλης. Κάποτε περιβάλλονταν από κτίσματα που άφηναν τον χώρο να αναπνέει και συνομιλούσαν με το νερό, τα δέντρα και την ανθρώπινη κλίμακα. Όμως, την περίοδο της αστικοποίησης της πόλης, σε αρκετά σημεία, τη θέση των παραδοσιακών οικημάτων πήραν πολυώροφα οικοδομήματα που κυριαρχούν πάνω στο τοπίο. Η φύση εξακολουθεί να είναι όμορφη, αλλά δυσκολεύεται πλέον να αναπνεύσει μέσα στο περιβάλλον που της επιβάλαμε.

Υπάρχουν, βέβαια, και διαφορετικά παραδείγματα. Πόλεις όπως η Βαρκελώνη κατόρθωσαν να προστατεύσουν τον ιστορικό τους πυρήνα, διαφυλάσσοντας την ταυτότητά τους, ενώ ανέπτυξαν τις σύγχρονες λειτουργίες τους περιφερειακά. Δεν αρνήθηκαν τη σύγχρονη πόλη· την υπέταξαν σε έναν σχεδιασμό που σεβάστηκε τη μνήμη.

Ίσως η πιο χαρακτηριστική εικόνα της εποχής μας είναι ότι οι περισσότεροι ενδιαφέρονται για τη θέα που απολαμβάνουν από το μπαλκόνι τους, ενώ ελάχιστοι για τη θέα που προσφέρουν οι ίδιοι στον τόπο τους. Το βλέμμα παραμένει στραμμένο από μέσα προς τα έξω, παρότι κάθε οικοδόμημα αποτελεί μέρος ενός κοινού τοπίου που το αντικρίζει ο γείτονας, ο επισκέπτης και, κυρίως, οι επόμενες γενιές. Η αισθητική, επομένως, δεν είναι αποκλειστικά προσωπικό δικαίωμα· είναι και δημόσια ευθύνη.

Δεν είναι τυχαία η περίφημη διερώτηση του Μίκη Θεοδωράκη: «Αν κάποιος στρέψει την πλάτη του στην Ακρόπολη, πώς άραγε μπορεί να καταλάβει ότι βρίσκεται σε ελληνική πόλη;». Πίσω από αυτή τη φράση δεν κρύβεται μια αισθητική νοσταλγία, αλλά η αγωνία για την απώλεια της ταυτότητας. Πώς κατοικούμε έναν τόπο χωρίς να τον αλλοιώνουμε; Πώς εκσυγχρονιζόμαστε χωρίς να γινόμαστε απρόσωποι;

Η ελληνική παράδοση δεν ταύτισε ποτέ το κάλλος με την υπερβολή. Από τον αρχαίο ναό μέχρι το ταπεινό μακεδονικό ή νησιώτικο σπίτι, η ομορφιά γεννιόταν από το μέτρο. Οι παραδοσιακοί οικισμοί εξακολουθούν να μας συγκινούν όχι επειδή όλα τα σπίτια είναι ίδια, αλλά επειδή όλα μαζί συγκροτούν έναν κοινό κόσμο, όπου η διαφορετικότητα δεν καταργείται αλλά εναρμονίζεται.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής μας. Δεν χάσαμε μόνο την αισθητική· χάσαμε το κοινό μέτρο και την αίσθηση ότι κατοικούμε έναν κοινό τόπο και όχι απλώς γειτονικά οικόπεδα. Όταν ο δημόσιος χώρος παύει να θεωρείται κοινό αγαθό, δεν φτωχαίνει μόνο το τοπίο· φτωχαίνει η ίδια η κοινότητά μας.

Ίσως, λοιπόν, η αισθητική να μην είναι πρωτίστως ζήτημα γούστου, αλλά ζήτημα σχέσης: σχέσης με τον τόπο, με την ιστορία, με τους ανθρώπους που ζουν δίπλα μας και με εκείνους που θα έρθουν μετά από εμάς. Γι’ αυτό και η αισθητική δεν είναι πολυτέλεια· είναι μια μορφή ευθύνης, ένας τρόπος να αγαπάς τον τόπο σου πριν ακόμη μιλήσεις γι’ αυτόν.

~

*Ο Γεώργιος Κ. Τασούδης είναι συγγραφέας και αρθρογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Δράμας. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Κεσσάνη) και του Πόντου (Κοτύωρα). Ζει στο Θούριο Ορεστιάδας. Δεν γνωρίζει το πότε, το πού και το πώς θα πεθάνει, όμως, ελπίζει κι εύχεται ο θάνατος να τον βρει εν μετάνοια Χριστού. Πιστεύει ακράδαντα στη μετά θάνατον ζωή.

Back to top button