breaking newsΕλλάδα

Από το Τζαμί της Καλούτσιανης (Ιωαννίνων) στο ερώτημα της εθνικής ταυτότητας!

Γράφει ο Καθηγητής και Ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Π. Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).

Η παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα στα Ιωάννινα, στις 17 Ιουλίου 2026, για την απόδοση του αποκατεστημένου Τζαμιού της Καλούτσιανης Ιωαννίνων και του Οθωμανικού Λουτρού, αποτελεί αναμφίβολα θεσμική πράξη με ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Η ίδια η Προεδρία χαρακτήρισε την ημέρα αυτή ως σημαντική τόσο για τον πολιτισμό όσο και για τον Χριστιανισμό.

Η αποκατάσταση ενός ιστορικού μνημείου δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Αντιθέτως, ο πολιτισμένος λαός οφείλει να προστατεύει την ιστορική του κληρονομιά, ακόμη και όταν αυτή προέρχεται από περιόδους κατοχής ή διαφορετικών πολιτισμικών στρωμάτων. Το ερώτημα, όμως, αρχίζει όταν η ανάδειξη ενός μνημείου αποσυνδέεται από το συνολικό ιστορικό πλαίσιο και μετατρέπεται σε πολιτικό συμβολισμό του παρόντος. Και εδώ βρίσκεται η ουσία.

Τα Ιωάννινα δεν είναι απλώς μια οποιαδήποτε «πολυπολιτισμική» πόλη. Είναι μια δημιουργική ελληνική πόλη με βαθύ βυζαντινό, ορθόδοξο και νεότερο ελληνικό ιστορικό αποτύπωμα στα σύνορα της Αλβανίας, η οποία πέρασε από την οθωμανική κυριαρχία και εντάχθηκε στο ελληνικό κράτος το 1913. Τότε που θαπρεπε να ενσωματωθεί και η Βόρειος Ήπειρος. Αλλά η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να επιλέγει μόνο εκείνα τα κεφάλαια που ταιριάζουν στη σύγχρονη πολιτική αφήγηση.

Από το 1430 στο 2026.

Η παράδοση των Ιωαννίνων στους Οθωμανούς το 1430 αποτελεί ένα από τα σημαντικά ορόσημα της ιστορίας της Ηπείρου. Σήμερα, έξι αιώνες αργότερα, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια εντελώς διαφορετική μοντέρνα ιστορική πραγματικότητα. Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται προσοχή στους συμβολισμούς με διεθνή αντίκτυπο.

Η αποκατάσταση ενός οθωμανικού μνημείου μπορεί να σημαίνει σεβασμό στην ιστορία. Δεν πρέπει όμως να σημαίνει εξιδανίκευση της εθνικής ιστορικής κυριαρχίας. Η διαφορά αυτή είναι θεμελιώδης. Το ίδιο ισχύει και για τη σύγχρονη μορφή μετανάστευσης με όσες παρανομίες και παρατυπίες συνοδεύεται. Η Ελλάδα μπορεί και θα πρέπει να σέβεται κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως τής θρησκείας σύμφωνα με τα ελληνικά Συντάγματα. Όμως άλλο ο σεβασμός προς τον άνθρωπο και άλλο η γεωοικονομική και γεωπολιτική αδυναμία του κράτους να διαμορφώσει μια σαφή πολιτική για την εθνική συνοχή, την κοινωνική ενσωμάτωση, τη δημογραφία και την πολιτισμική συνέχεια. Και ακόμη περισσότερο: άλλο η πολιτιστική συνύπαρξη και άλλο η απώλεια της εθνικής ιστορικής αυτοσυνειδησίας.

Το πραγματικό ερώτημα.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να προστατεύεται ένα τζαμί. Το ζήτημα είναι εάν, παράλληλα με το οθωμανικό μνημείο, η Πολιτεία αναδεικνύει με την ίδια αποφασιστικότητα τα μνημεία του ελληνικού και ορθόδοξου ιστορικού αποτυπώματος και της ιεράς μας παραδόσεως. Ορθό είναι το εάν η ελληνική πολιτιστική πολιτική μπορεί να πει ταυτόχρονα: «Σεβόμαστε το οθωμανικό μνημείο επειδή ανήκει στην ιστορία μας, αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και ποια ιστορική συνέχεια εκπροσωπούμε». Κι αυτό δεν είναι εθνικισμός. Είναι ιστορική αυτογνωσία.

Από τις πακιστανικές σημαίες έως τη νέα πραγματικότητα.

Το ίδιο ερώτημα τίθεται και με διαφορετικό τρόπο απέναντι στις εικόνες που βλέπουμε πλέον στους ελληνικούς δρόμους, απο σημαίες άλλων κρατών, μεγάλες μεταναστευτικές κοινότητες και μια κοινωνία ιδίως στην πρωτεύουσα Αθήνα που εκμοντερνίζεται κι αλλάζει ταχύτατα.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να φοβάται την παρουσία του «άλλου». Αλλά ούτε μπορεί να θεωρεί ότι η ελληνική εθνική ταυτότητα είναι μια λεπτομέρεια που θα επιβιώσει αυτόματα. Η πολυπολιτισμικότητα χωρίς ισχυρό εθνικό κέντρο ιστορικής και πολιτιστικής αυτοσυνειδησίας μπορεί να οδηγήσει όχι στη συνύπαρξη, αλλά στη διάλυση της κοινής αναφοράς. Αυτό είναι το ερώτημα που η πολιτική ηγεσία οφείλει να απαντήσει. Όχι με συνθήματα. Με εθνική στρατηγική.

Η Ελλάδα χρειάζεται αυτοπεποίθηση, όχι ενοχή.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να απολογείται για την ιστορία της. Δεν χρειάζεται ούτε να μισεί την οθωμανική κληρονομιά ούτε να την εξιδανικεύει. Χρειάζεται να την γνωρίζει. Να αποκαθιστά τα μνημεία της. Να προστατεύει τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της. Να θυμάται τον Πόντο, τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, τη Βόρεια Ήπειρο, τη Μακεδονία και τον ξεχασμένο ελληνισμό των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει με ανθρωπιά κάθε συνάνθρωπο που σέβεται τον τόπο μας και που ζει νόμιμα στην Ελλάδα. Αυτό είναι το ισορροπημένο πατριωτικό μοντέλο.

Το βαθύτερο πολιτικό μήνυμα.

Η σημερινή εποχή δεν απαιτεί από την Ελλάδα να κλειστεί στον εαυτό της. Απαιτεί όμως να γνωρίζει ποια είναι. Οι μεγάλες γεωπολιτικές δυνάμεις —ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις— κινούνται με βάση τα ατομικά συμφέροντά τους. Η Ελλάδα οφείλει να πράττει το ίδιο: με συμμαχίες, αλλά και με εθνική στρατηγική.

Η ιστορία μας διδάσκει ότι τα κράτη που δεν έχουν δικό τους στρατηγικό όραμα κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενα των σχεδιασμών άλλων. Γι’ αυτό το ζήτημα σήμερα δεν είναι το Τζαμί της Καλούτσιανης. Το ζήτημα είναι η Ελλάδα του 21ου αιώνα. Μια Ελλάδα που σέβεται όλα τα μνημεία της, αλλά δεν ξεχνά την εθνική ιστορία της. Μια Ελλάδα που δεν φοβάται τον ξένο, αλλά δεν είναι ξενομανής, ούτε εγκαταλείπει τον εαυτό της. Μια Ελλάδα ευρωπαϊκή, δημοκρατική και ανοιχτή — αλλά ταυτόχρονα ιστορικά συνειδητή, δημογραφικά ζωντανή και πολιτισμικά αυτοδύναμη.

Γιατί όποιος ξεχνά την ιστορική του ταυτότητα δεν γίνεται περισσότερο Ευρωπαίος. Γίνεται απλώς λιγότερο ο εαυτός του. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο εθνικό ερώτημα που θέτει, έστω συμβολικά, η εικόνα ενός Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας στα εγκαίνια ενός αποκατεστημένου οθωμανικού μνημείου στα Ιωάννινα. Η Παναγία της Τήνου μας να είναι προστάτης και οδηγός του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας— όχι ως άρνηση του άλλου, αλλά ως υπενθύμιση του ποιοι εμείς ως Έλληνες είμαστε.

Back to top button