breaking newsΕλλάδα

Αγνοούμενοι: Η πιο σκληρή μορφή απουσίας

Γράφει ο Γεώργιος Κ. Τασούδης

1. Η τραγωδία που δεν τελείωσε

Υπάρχουν τραγωδίες που κάποτε τελειώνουν. Τελειώνουν όταν πέσει η αυλαία του πολέμου, όταν σιγήσουν τα όπλα, όταν οι άνθρωποι επιστρέψουν στα σπίτια τους, όταν οι νεκροί ταφούν και οι ζωντανοί αρχίσουν, αργά και δύσκολα, να ξαναχτίζουν τη ζωή τους. Υπάρχουν όμως και τραγωδίες που αρνούνται να τελειώσουν. Όχι επειδή συνεχίζονται τα γεγονότα που τις προκάλεσαν, αλλά επειδή δεν επιτρέπουν ούτε στο πένθος να ολοκληρωθεί.

Μια τέτοια τραγωδία είναι η τραγωδία των αγνοουμένων. Η Κύπρος του 1974 δεν άφησε πίσω της μόνο νεκρούς, πρόσφυγες, κατεστραμμένες ζωές και μια πατρίδα διαιρεμένη. Άφησε και ανθρώπους των οποίων η τύχη έμεινε για χρόνια, για δεκαετίες, άγνωστη. Άφησε οικογένειες που δεν μπόρεσαν να πουν με βεβαιότητα ούτε «πέθανε» ούτε «ζει». Και μαζί τους γεννήθηκε μια ιδιότυπη πατρίδα: η πατρίδα της αναμονής.

Εκεί όπου ο χρόνος δεν κυλά όπως για τους άλλους. Εκεί όπου μια πόρτα μπορεί να παραμένει νοητά μισάνοιχτη για μισό αιώνα. Εκεί όπου ένα τηλέφωνο, ακόμη και ύστερα από δεκαετίες, μπορεί μέσα στη φαντασία να χτυπήσει και να φέρει μαζί του την ανατροπή μιας ολόκληρης ζωής.

Γιατί ο θάνατος, όσο αβάσταχτος κι αν είναι, έχει μια οδυνηρή ιδιότητα: είναι οριστικός. Η εξαφάνιση είναι διαφορετική. Ο θάνατος επιβάλλει το πένθος· η άγνοια επιβάλλει την αναμονή. Ο θάνατος τελειώνει μια ζωή· η αγνοούμενη τύχη κρατά μια οικογένεια σε εκκρεμότητα. Κι αυτή ίσως είναι η πιο σκληρή μορφή απουσίας.

2. Ο άνθρωπος πίσω από τον αριθμό

Όταν μιλούμε για αγνοουμένους, υπάρχει ένας κίνδυνος: να μιλήσουμε για αριθμούς και να ξεχάσουμε τα πρόσωπα. Πίσω όμως από κάθε αριθμό υπήρχε ένας άνθρωπος. Κάποιος που είχε όνομα, φωνή, πρόσωπο, συνήθειες. Κάποιος που καθόταν σε μια συγκεκριμένη καρέκλα στο σπίτι του, που είχε ένα κρεβάτι, ένα παλτό κρεμασμένο πίσω από την πόρτα, μια θέση στο τραπέζι. Κάποιος ήταν πατέρας, κάποιος γιος, κάποιος αδελφός, κάποιος σύζυγος, κάποιος ήταν παιδί.

Και αυτό έχει σημασία. Γιατί ο αγνοούμενος δεν είναι στατιστική κατηγορία. Είναι ένας άνθρωπος που κάποτε έφυγε από το σπίτι του και δεν επέστρεψε. Η ιστορία μπορεί να τον καταγράψει σε έναν κατάλογο. Η οικογένειά του όμως δεν τον γνώρισε ποτέ ως αριθμό. Τον γνώρισε ως τον άνθρωπό της. Γι’ αυτό και κάθε όνομα έχει μεγαλύτερη αξία από έναν αριθμό. Κάθε όνομα είναι μια ολόκληρη ζωή και κάθε ζωή δικαιούται την αλήθεια της.

3. Το δικαίωμα στην αλήθεια

Ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη διάσταση του ζητήματος. Οι οικογένειες των αγνοουμένων δεν ζητούν απλώς μια πληροφορία. Ζητούν το δικαίωμα να γνωρίζουν: τι συνέβη, πού βρίσκεται ο άνθρωπός τους, πότε και πώς πέθανε, εφόσον πέθανε, και πού βρίσκονται τα λείψανά του. Η αλήθεια δεν είναι μια πολυτέλεια που προσφέρεται στους συγγενείς όταν περισσεύει από την πολιτική. Είναι μέρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Και όταν ένας αγνοούμενος εντοπίζεται και ταυτοποιείται, δεν επιστρέφει στη ζωή. Επιστρέφει όμως κάτι πολύ σημαντικό στους ζωντανούς: η δυνατότητα να μετατρέψουν την αβεβαιότητα σε πένθος, την αναμονή σε μνήμη, την απουσία σε έναν συγκεκριμένο αποχαιρετισμό. Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι μια πράξη στοιχειώδους ανθρωπιάς.

Γιατί η ταφή δεν είναι απλώς το τέλος μιας διαδικασίας. Είναι η αναγνώριση ότι αυτός ο άνθρωπος υπήρξε, έζησε, αγαπήθηκε και αξίζει να αναπαυθεί με το όνομά του. Ο τάφος δεν αλλάζει το παρελθόν, αλλά δίνει στους ζωντανούς έναν τόπο για να συναντήσουν τη μνήμη. Ένα σημείο όπου μπορούν να σταθούν, να ανάψουν ένα κερί, να αγγίξουν έναν σταυρό, να πουν, επιτέλους, το «αντίο» που περίμεναν μια ολόκληρη ζωή.

4. Η δεύτερη απώλεια

Υπάρχει όμως και μια σκοτεινότερη διάσταση. Η βία μπορεί να αφαιρέσει έναν άνθρωπο από τη ζωή. Η σιωπή μπορεί να παρατείνει την απώλειά του. Εάν κάποιος γνωρίζει την τύχη ενός αγνοουμένου και επιλέγει να αποκρύψει την αλήθεια, η σιωπή του δεν είναι ουδέτερη. Δεν είναι απλώς η απουσία ενός λόγου. Είναι η παράταση ενός μαρτυρίου.

Γιατί εκείνος που περιμένει δεν ζητά να αλλάξει το παρελθόν. Ζητά να του επιτραπεί να το γνωρίσει. Η αλήθεια μπορεί να είναι σκληρή, μπορεί να είναι ακόμη και συντριπτική. Η άρνηση όμως της αλήθειας κρατά τον άνθρωπο αιχμάλωτο σε κάτι χειρότερο από τον πόνο της γνώσης: στην αβεβαιότητα.

Γι’ αυτό η σκόπιμη απόκρυψη της αλήθειας για την τύχη ενός αγνοουμένου αποτελεί μια μορφή δεύτερης απώλειας. Ο άνθρωπος έχει ήδη χαθεί, αλλά οι δικοί του στερούνται ακόμη και τη δυνατότητα να γνωρίζουν πώς τον έχασαν. Και έτσι η αδικία δεν παραμένει ένα γεγονός του παρελθόντος. Παρατείνεται μέσα στο παρόν, μεταφέρεται από τη μία γενιά στην άλλη. Η σιωπή, όταν χρησιμοποιείται για να αποφευχθεί η ευθύνη, παύει να είναι απλώς σιωπή. Γίνεται ένας τρόπος να συνεχίζεται η αδικία χωρίς πυροβολισμό, χωρίς κραυγή, χωρίς ορατή βία· μόνο με την απουσία της αλήθειας.

5. Η μάνα που περιμένει

Σκέφτομαι συχνά τις μάνες της Κύπρου. Εκείνες που άφησαν για χρόνια αναμμένο ένα φως προσμονής, εκείνες που κράτησαν ένα δωμάτιο σχεδόν ανέγγιχτο, εκείνες που κοίταζαν τον δρόμο, εκείνες που δεν μπόρεσαν να πουν στα παιδιά τους «ο αδελφός σας πέθανε», επειδή δεν το γνώριζαν, εκείνες που γέρασαν περιμένοντας. Δεν περίμεναν απλώς έναν άνθρωπο. Περίμεναν να επιστρέψει ο ίδιος ο κόσμος στη θέση του.

Και ίσως γι’ αυτό η τραγωδία των αγνοουμένων δεν είναι μόνο η ιστορία εκείνων που χάθηκαν. Είναι και η ιστορία εκείνων που έμειναν. Γιατί η ζωή μιας μάνας μπορεί να χωριστεί σε δύο εποχές: πριν από την εξαφάνιση και μετά από αυτήν. Κι όμως ο χρόνος συνεχίζει να περνά. Τα παιδιά μεγαλώνουν, οι άνθρωποι γερνούν, οι φωτογραφίες ξεθωριάζουν, οι φωνές χάνονται από τη μνήμη των νεότερων. Η μάνα όμως μπορεί να εξακολουθεί να περιμένει.

Κάποτε η μάνα πεθαίνει. Τότε θα μπορούσε κανείς να πει ότι τελείωσε και η αναμονή. Δεν είναι πάντοτε έτσι. Γιατί η εκκρεμότητα μπορεί να περάσει στα παιδιά, ύστερα στα εγγόνια. Όχι επειδή οι επόμενες γενιές αρνούνται να προχωρήσουν, αλλά επειδή η ιστορία δεν τους έδωσε ποτέ το δικαίωμα να κλείσουν οριστικά την πόρτα.

Ο χρόνος δεν θεραπεύει όλες τις πληγές. Μερικές φορές απλώς αλλάζει τους ανθρώπους που τις κουβαλούν.

6. Η ιστορία που δεν τελειώνει

Η Κύπρος δεν είναι η μόνη χώρα που γνώρισε το δράμα των αγνοουμένων. Οι πόλεμοι, οι εμφύλιες συγκρούσεις, οι δικτατορίες και οι μεγάλες ανθρώπινες καταστροφές άφησαν παντού ανθρώπους που χάθηκαν χωρίς να αποκατασταθεί αμέσως η τύχη τους. Όμως η Κύπρος αποτελεί μια ιδιαίτερα οδυνηρή περίπτωση, επειδή η πολιτική πραγματικότητα μπορεί να παραμένει διαιρεμένη για δεκαετίες, ενώ το ανθρώπινο ερώτημα παραμένει απλό: ένας άνθρωπος χάθηκε. Πού είναι;

Η ανθρωπιστική αναζήτηση ενός αγνοουμένου και η ιστορική διερεύνηση των συνθηκών της εξαφάνισής του δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η πρώτη υπηρετεί την οικογένεια. Η δεύτερη υπηρετεί την ιστορική αλήθεια. Και οι δύο όμως είναι απαραίτητες.

Γιατί υπάρχει η ερώτηση: «Πού είναι ο άνθρωπός μου;» Υπάρχει όμως και μια δεύτερη: «Τι συνέβη στον άνθρωπό μου;» Και υπάρχει, ίσως, μια τρίτη, ακόμη πιο δύσκολη: «Ποιος γνώριζε;»

Καμία κοινωνία δεν μπορεί να ζητά από τη μνήμη να συμφιλιωθεί με το παρελθόν, όταν δεν έχει ακόμη το θάρρος να αντικρίσει ολόκληρη την αλήθεια του. Η συμφιλίωση δεν είναι λήθη. Η συμφιλίωση χωρίς αλήθεια κινδυνεύει να γίνει μια άλλη μορφή σιωπής. Και η μνήμη χωρίς αλήθεια κινδυνεύει να γίνει μόνιμη πληγή.

7. Ο χρόνος του αγνοουμένου

Υπάρχει κάτι παράξενο στον χρόνο των αγνοουμένων. Για τους περισσότερους ανθρώπους, το 1974 είναι ιστορία. Για μια οικογένεια αγνοουμένου, όμως, το 1974 δεν είναι απλώς παρελθόν. Είναι ένα παρόν που δεν ολοκληρώθηκε. Είναι η ημέρα που κάποιος έφυγε, η ημέρα που κάποιος δεν επέστρεψε, η ημέρα που ένα σπίτι περίμενε. Και από εκείνη την ημέρα ο χρόνος μπορεί να συνεχίστηκε για όλους τους άλλους, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο για εκείνους που περίμεναν.

Αυτός είναι ο χρόνος της εκκρεμότητας. Ένας χρόνος που δεν μετριέται μόνο σε χρόνια. Μετριέται σε γενέθλια χωρίς εκείνον, σε γιορτές χωρίς εκείνον, σε Χριστούγεννα χωρίς εκείνον, σε οικογενειακά τραπέζια όπου μια θέση παραμένει μέσα στη μνήμη κατειλημμένη από έναν απόντα.

Και τότε καταλαβαίνουμε ότι ο αγνοούμενος δεν βρίσκεται απλώς «κάπου». Βρίσκεται μέσα στον χρόνο των άλλων. Κατοικεί στην αναμονή τους.

8. Και τότε η θεολογία σωπαίνει

Κι ύστερα υπάρχει η πίστη. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Γιατί υπάρχουν στιγμές που η θεολογία δεν πρέπει να βιάζεται να εξηγήσει. Πρέπει πρώτα να σωπάσει, να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο, να μην του προσφέρει εύκολες απαντήσεις εκεί όπου ο πόνος δεν χωρά σε απαντήσεις.

Πώς να μιλήσεις για την ελπίδα σε μια μάνα που δεν γνωρίζει αν το παιδί της έζησε ή πέθανε; Πώς να της εξηγήσεις το μυστήριο της παρουσίας του Θεού όταν εκείνη αναζητεί μία και μόνη παρουσία; Του παιδιού της.

Εδώ η πίστη δεν μπορεί να γίνει σύνθημα. Δεν μπορεί να ζητήσει από τη μάνα να ξεχάσει. Δεν μπορεί να της πει ότι «όλα γίνονται για κάποιο λόγο», σαν να είναι ο ανθρώπινος πόνος μια εύκολη εξίσωση. Η χριστιανική πίστη, αν θέλει να σταθεί αληθινά δίπλα στον άνθρωπο, πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει το δικαίωμά του να πονά, να κλαίει, να ρωτά, ακόμη και να σωπαίνει.

Γιατί ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τη βιαστική μας εξήγηση για να είναι παρών. Και η παρουσία Του δεν ακυρώνει το ερώτημα της μάνας. Το παίρνει μαζί Του. Μέσα στο μυστήριο του Σταυρού, ο χριστιανός γνωρίζει ότι ο Θεός δεν παρακολουθεί τον ανθρώπινο πόνο από απόσταση. Μπήκε ο ίδιος μέσα σε αυτόν. Γι’ αυτό και η ελπίδα δεν είναι η άρνηση του πόνου. Είναι η άρνηση ότι ο πόνος και η απουσία έχουν τον τελευταίο λόγο.

9. Αλήθεια, ταφή, μνήμη

Ίσως τελικά αυτό να είναι το χρέος μας απέναντι στους αγνοουμένους: να αναζητήσουμε την αλήθεια, να αποκαταστήσουμε τα ονόματα, να ταυτοποιήσουμε τους νεκρούς, να παραδώσουμε τους ανθρώπους στις οικογένειές τους, να τους δώσουμε την ταφή που τους οφείλεται και ύστερα να θυμόμαστε.

Όχι για να ζούμε αιώνια μέσα στο παρελθόν, αλλά για να μπορούμε να κοιτάξουμε το παρελθόν χωρίς να το παραχαράσσουμε. Δεν ζητούμε να αλλάξει η ιστορία. Ζητούμε να μην κρυφτεί. Δεν ζητούμε να επιστρέψουν οι νεκροί. Ζητούμε να επιστρέψουν τα ονόματα, τα λείψανα, η αλήθεια. Δεν ζητούμε να αναστηθεί το παρελθόν. Ζητούμε να πάψει η αβεβαιότητα να βασανίζει το παρόν.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική σημασία της μνήμης. Η μνήμη δεν είναι προσκόλληση. Είναι ευθύνη. Θυμόμαστε επειδή κάποιος υπήρξε. Αναζητούμε επειδή κάποιος αγαπήθηκε. Επιμένουμε επειδή ένας άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει απλώς μια υποσημείωση της ιστορίας.

10. Το όνομα που δεν πρέπει να χαθεί

Οι αγνοούμενοι της Κύπρου δεν κατοικούν πια μόνο ανάμεσα στους ζωντανούς ούτε μόνο ανάμεσα στους νεκρούς. Κατοικούν στην αναμονή των άλλων: στη μνήμη μιας μάνας, στη φωτογραφία ενός πατέρα, στη σιωπή ενός αδελφού, στην αφήγηση ενός παιδιού που μεγάλωσε χωρίς να γνωρίσει τον γονιό του, στο εγγόνι που έμαθε να προφέρει ένα όνομα πριν ακόμη γνωρίσει το πρόσωπο.

Και ίσως γι’ αυτό ο αγνοούμενος είναι η πιο σκληρή μορφή απουσίας. Γιατί δεν έχει ακόμη βρει οριστικά τη θέση του μέσα στην ανθρώπινη μνήμη. Δεν είναι απλώς ένας νεκρός. Δεν είναι ένας ζωντανός. Είναι ένας άνθρωπος που περιμένει την αλήθεια του. Και όσο η αλήθεια δεν έχει ειπωθεί, η ιστορία δεν έχει ολοκληρώσει το χρέος της απέναντί του.

Ίσως, τελικά, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μην συνηθίσουμε την απουσία του. Να μην επιτρέψουμε στους αριθμούς να σβήσουν τα πρόσωπα. Να μην επιτρέψουμε στον χρόνο να μετατρέψει την αδικία σε συνήθεια. Να μην επιτρέψουμε στη λήθη να γίνει δεύτερος θάνατος.

Γιατί ο άνθρωπος δεν χάνεται ολοκληρωτικά όταν πεθαίνει. Χάνεται πραγματικά όταν παύουμε να αναζητούμε την αλήθεια του.

Και τότε, μπροστά στη μάνα που περιμένει, μπροστά στο άδειο δωμάτιο, μπροστά σε μια φωτογραφία που γέρασε περισσότερο από το πρόσωπο που απεικονίζει, ο ανθρώπινος λόγος μικραίνει. Και η θεολογία, πριν ξαναμιλήσει για την ελπίδα, σωπαίνει. Γιατί υπάρχουν ερωτήματα που δεν ζητούν πρώτα απάντηση. Ζητούν να τα αντέξεις μαζί με εκείνον που τα κουβαλά.

Και ίσως γι’ αυτό επιστρέφω σε λίγους στίχους που γεννήθηκαν από αυτή ακριβώς την αδυναμία του λόγου να παρηγορήσει τη μάνα ενός αγνοουμένου:

«Και πώς να πείσεις Παναγιάμ’

τη μάνα του αγνοουμένου

κι έτερος πως υπάρχει πανταχού παρών

εξόν του γιου της;»

Ίσως εκεί, σε αυτή την αδυναμία να δοθεί μια εύκολη απάντηση, να βρίσκεται ολόκληρη η τραγωδία των αγνοουμένων. Και ίσως η δική μας ευθύνη να είναι απλούστερη: να μην αφήσουμε ποτέ το όνομά τους να γίνει απουσία.

~

*Ο Γεώργιος Κ. Τασούδης είναι συγγραφέας και αρθρογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Δράμας. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Κεσσάνη) και του Πόντου (Κοτύωρα). Ζει στο Θούριο Ορεστιάδας. Δεν γνωρίζει το πότε, το πού και το πώς θα πεθάνει, όμως, ελπίζει κι εύχεται ο θάνατος να τον βρει εν μετάνοια Χριστού. Πιστεύει ακράδαντα στη μετά θάνατον ζωή.

Back to top button