Ένα σοβαρό περιστατικό ψηφιακής πλαστοπροσωπίας βρίσκεται στο μικροσκόπιο των βρετανικών υπηρεσιών ασφαλείας, μετά την αποκάλυψη ότι ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ, αντάλλαξε μηνύματα με άγνωστο πρόσωπο που φέρεται να παρίστανε τη Σούζι Γουάιλς, προσωπάρχη του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Politico, ο Μπέρναμ αρχικά θεώρησε ότι βρισκόταν πράγματι σε επικοινωνία με μία από τις ισχυρότερες προσωπικότητες της κυβέρνησης Τραμπ. Στην πορεία όμως άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και η επικοινωνία διακόπηκε, ενώ το περιστατικό αντιμετωπίστηκε από το Λονδίνο ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον ενημέρωσε μάλιστα τον Λευκό Οίκο για το συμβάν, ενώ η Ντάουνινγκ Στριτ απέφυγε να δώσει λεπτομέρειες, περιοριζόμενη στη χαρακτηριστική απάντηση ότι δεν σχολιάζει ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Η υπόθεση θυμίζει αναπόφευκτα όσα συνέβησαν πριν από λίγες εβδομάδες στην Ελλάδα με τον Θάνο Ντόκο, σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού, ο οποίος παγιδεύτηκε από το διαβόητο ρωσικό δίδυμο Vovan και Lexus σε βιντεοκλήση με ψεύτικη ουκρανική ταυτότητα. Στην ελληνική περίπτωση όμως οι δράστες δεν περιορίστηκαν σε μερικά μηνύματα: πραγματοποίησαν συνομιλία με τον κορυφαίο Έλληνα αξιωματούχο ασφαλείας και στη συνέχεια δημοσιοποίησαν το υλικό, προκαλώντας πολιτική και θεσμική έκθεση της Αθήνας.
Ο Μπέρναμ κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά
Αυτό αποτελεί και την πρώτη ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο υποθέσεις.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά για το βρετανικό περιστατικό, ο Άντι Μπέρναμ αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι η επικοινωνία ενδεχομένως δεν ήταν αυθεντική.
Πηγή με γνώση της υπόθεσης υποστήριξε ότι ανταλλάχθηκαν μόνο «λίγα μηνύματα» και ότι το περιεχόμενό τους δεν είχε ιδιαίτερη σημασία.
Αυτό όμως μένει να αποδειχθεί.
Το περιεχόμενο της συνομιλίας δεν έχει δημοσιοποιηθεί, δεν είναι γνωστό ποιος βρισκόταν στην άλλη άκρη της επικοινωνίας και, κυρίως, παραμένει ασαφές τι επιχείρησε να αποσπάσει από τον νέο Βρετανό πρωθυπουργό.
Επομένως, το γεγονός ότι η παγίδα έγινε αντιληπτή αποτελεί θετική εξέλιξη για τη βρετανική πλευρά, αλλά δεν αρκεί ακόμη για να γνωρίζουμε εάν ο Μπέρναμ εκτέθηκε ή όχι.
Αυτό θα κριθεί όταν –και εφόσον– αποκαλυφθεί το περιεχόμενο των μηνυμάτων ή η ταυτότητα των δραστών.
Συναγερμός μέχρι τον Λευκό Οίκο
Η αντίδραση του βρετανικού κρατικού μηχανισμού δείχνει πάντως πόσο σοβαρά αντιμετωπίστηκε η υπόθεση.
Η βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον ενημέρωσε την αμερικανική προεδρία, καθώς η απόπειρα πλαστοπροσωπίας αφορούσε τη Σούζι Γουάιλς και συνεπώς δημιουργήθηκαν ερωτήματα για το εάν είχαν παραβιαστεί λογαριασμοί, συσκευές ή στοιχεία επικοινωνίας της προσωπάρχη του Τραμπ.
Η ανησυχία δεν είναι θεωρητική.
Το όνομα της Γουάιλς είχε εμπλακεί και στο παρελθόν σε περιστατικά πλαστοπροσωπίας, με άγνωστο δράστη να επικοινωνεί με Αμερικανούς πολιτικούς και επιχειρηματίες εμφανιζόμενος ως η ίδια.
Το βασικό ερώτημα επομένως δεν αφορά μόνο τον Μπέρναμ.
Οι βρετανικές και αμερικανικές υπηρεσίες καλούνται να εξακριβώσουν ποιος δημιούργησε την ψεύτικη ταυτότητα, πώς απέκτησε τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να την καταστήσει πειστική και ποιος ήταν ο πραγματικός στόχος της επιχείρησης.
Το ελληνικό προηγούμενο του Θάνου Ντόκου
Η υπόθεση παρουσιάζει εμφανείς αναλογίες με το περιστατικό που συγκλόνισε την Αθήνα στις αρχές Ιουλίου.
Ο Θάνος Ντόκος έπεσε θύμα των Ρώσων Βλαντίμιρ Κουζνέτσοφ (Vovan) και Αλεξέι Στολιάροφ (Lexus), οι οποίοι εμφανίστηκαν με ψεύτικη ουκρανική ιδιότητα και κατάφεραν να πραγματοποιήσουν βιντεοκλήση μαζί του.
Η συνομιλία δεν έμεινε ιδιωτική.
Οι δύο Ρώσοι τη βιντεοσκόπησαν και στη συνέχεια δημοσίευσαν αποσπάσματά της, προκαλώντας σοβαρά ερωτήματα για τα πρωτόκολλα ασφαλείας που ακολουθούνται κατά την επικοινωνία ενός τόσο υψηλόβαθμου Έλληνα αξιωματούχου με ξένους παράγοντες.
Η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν αποκαλύφθηκαν απόρρητες ή διαβαθμισμένες πληροφορίες και παρουσίασε το περιστατικό ως υβριδική επίθεση.
Ακολούθησε όμως ένα ακόμη πιο δυσάρεστο επεισόδιο.
Οι ίδιοι οι Vovan και Lexus χλεύασαν την ελληνική εκδοχή περί προηγμένης επιχείρησης με χρήση τεχνητής νοημοσύνης και ισχυρίστηκαν ότι η προσέγγιση του Ντόκου πραγματοποιήθηκε πολύ απλούστερα, μέσω επικοινωνίας με Gmail. Ο ισχυρισμός είναι δικός τους και δεν αποδεικνύει από μόνος του τι ακριβώς συνέβη, ενίσχυσε όμως την εικόνα έκθεσης του ελληνικού μηχανισμού ασφαλείας.
Η φάρσα, το «επιστολόχαρτο» και ο ακλόνητος κ. Ντόκος – Η εθνική ασφάλεια ως επικίνδυνο αστείο
Οι Ρώσοι φαρσέρ που εκθέτουν κυβερνήσεις
Οι Vovan και Lexus δεν είναι δύο άγνωστοι που ανακάλυψαν πρόσφατα αυτή τη μέθοδο.
Έχουν κατορθώσει να παγιδεύσουν σειρά κορυφαίων δυτικών πολιτικών. Μεταξύ των στόχων τους έχουν βρεθεί ο Ντέιβιντ Κάμερον, η Τζόρτζια Μελόνι και άλλοι πολιτικοί και αξιωματούχοι.
Το 2024 κατάφεραν να εξαπατήσουν τον τότε Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Ντέιβιντ Κάμερον, ο οποίος πίστευε ότι συνομιλούσε με τον πρώην πρόεδρο της Ουκρανίας Πέτρο Ποροσένκο. Στη διάρκειας περίπου 15 λεπτών συνομιλία συζητήθηκαν η Ουκρανία, ο Ντόναλντ Τραμπ και δυτικά στρατιωτικά σχέδια.
Το ίδιο έτος οι Κουζνέτσοφ και Στολιάροφ τιμήθηκαν στο Κρεμλίνο με το Τάγμα της Φιλίας. Οι ίδιοι αρνούνται ότι λειτουργούν για λογαριασμό των ρωσικών υπηρεσιών, ωστόσο το γεγονός ότι έχουν στοχοποιήσει επανειλημμένα πολιτικούς που βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης της Μόσχας με τη Δύση έχει προκαλέσει εδώ και χρόνια ερωτήματα για τη δραστηριότητά τους.
Μπέρναμ και Ντόκος: Η κρίσιμη διαφορά
Η σύγκριση των δύο περιστατικών πρέπει να γίνει με ακρίβεια.
Στην περίπτωση του Ντόκου, η εξαπάτηση ολοκληρώθηκε.
Οι Ρώσοι κατάφεραν να πραγματοποιήσουν τη συνομιλία, να τη βιντεοσκοπήσουν και να τη χρησιμοποιήσουν δημοσίως, επιτυγχάνοντας τουλάχιστον έναν προφανή στόχο: να εκθέσουν τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του Έλληνα πρωθυπουργού και να δημιουργήσουν ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο επαληθεύονται οι ταυτότητες ξένων συνομιλητών.
Στην περίπτωση του Μπέρναμ, η επιχείρηση φαίνεται ότι εντοπίστηκε πριν φθάσει σε αντίστοιχο επίπεδο.
Αυτό είναι σημαντικό.
Δεν σημαίνει όμως ότι το Λονδίνο μπορεί ήδη να θεωρήσει την υπόθεση λήξασα.
Εάν τα μηνύματα που αντάλλαξε ο Βρετανός πρωθυπουργός περιείχαν πολιτικές εκτιμήσεις, πληροφορίες για τις σχέσεις με την κυβέρνηση Τραμπ ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολιτικά ή πληροφοριακά, τότε η πραγματική ζημιά μπορεί να φανεί αργότερα.
Και υπάρχει μία ακόμη κρίσιμη διαφορά: μέχρι στιγμής δεν υπάρχει ένδειξη ότι πίσω από την απόπειρα κατά Μπέρναμ βρίσκονται οι Vovan και Lexus ή γενικότερα η Ρωσία. Η ταυτότητα του δράστη παραμένει ένα από τα βασικά ερωτήματα της έρευνας.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η κοινωνική μηχανική
Οι δύο υποθέσεις φωτίζουν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα ασφαλείας της εποχής.
Δεν απαιτείται πάντοτε παραβίαση ενός κυβερνητικού δικτύου ή μία περίπλοκη κυβερνοεπίθεση.
Μερικές φορές αρκεί ένας πειστικός λογαριασμός, η γνώση των σωστών ονομάτων, ένα τηλέφωνο, ένα ηλεκτρονικό μήνυμα και η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ υψηλόβαθμων αξιωματούχων.
Αυτό είναι το social engineering, η κοινωνική μηχανική.
Και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των deepfakes και της δυνατότητας κλωνοποίησης φωνής και εικόνας, η απειλή γίνεται πολύ μεγαλύτερη.
Το πρόβλημα επομένως δεν είναι ότι ένας πρωθυπουργός ή ένας σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας μπορεί να δεχθεί ένα πλαστό μήνυμα. Αυτό μπορεί να συμβεί στον καθένα.
Το πραγματικό τεστ για έναν κρατικό μηχανισμό είναι εάν υπάρχουν διαδικασίες που εμποδίζουν το πλαστό μήνυμα να μετατραπεί σε πραγματική πρόσβαση στον άνθρωπο που κατέχει τις πληροφορίες.
Στην περίπτωση του Θάνου Ντόκου, αυτή η γραμμή άμυνας αποδεδειγμένα παραβιάστηκε.
Στην περίπτωση του Άντι Μπέρναμ, φαίνεται ότι ο συναγερμός σήμανε νωρίτερα.
Το εάν όμως ο Βρετανός πρωθυπουργός βγήκε από την υπόθεση χωρίς πραγματική ζημιά ή εάν κάποιος κατάφερε ήδη να αποσπάσει υλικό ικανό να τον εκθέσει, θα φανεί στην πορεία.
