Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, στην Αμάσεια του Πόντου, το κεμαλικό καθεστώς απαγχόνισε έναν δημοσιογράφο 32 ετών. Το «έγκλημά» του ήταν ότι κατέγραφε όσα έπρεπε να μείνουν κρυφά. Έγραφε για τις σφαγές, τις λεηλασίες και τους διωγμούς των Ελλήνων. Υπερασπιζόταν την ελληνική ταυτότητα του Πόντου. Απαιτούσε ελευθερία. Και δεν δεχόταν να μετατρέψει την εφημερίδα του σε όργανο φόβου και υποταγής.
Το όνομά του ήταν Νίκος Καπετανίδης και η υπόθεσή του είναι ολόκληρο πολιτικό μάθημα για τη δύναμη της αλήθειας, τη φύση του τουρκικού κράτους και την ευθύνη όσων κρατούν δημόσιο λόγο σε κρίσιμες εποχές.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η Τουρκία αρνείται ακόμη τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Επιτίθεται στη μνήμη, γιατί γνωρίζει ότι η μνήμη ακυρώνει το αφήγημα της αθωότητας πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η σύγχρονη τουρκική κρατική ταυτότητα. Την ίδια ώρα αμφισβητεί ελληνική κυριαρχία, απειλεί με πόλεμο, εργαλειοποιεί την Ιστορία και απαιτεί από την Ελλάδα να συζητεί υπό καθεστώς πίεσης.
Γι’ αυτό η 21η Σεπτεμβρίου δεν αφορά μόνο τους Ποντίους. Αφορά ολόκληρο τον Ελληνισμό.
Η «Εποχή» ως αρχείο εγκλημάτων
Ο Καπετανίδης γεννήθηκε το 1889 στη Ριζούντα και σπούδασε στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας, ένα από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ελληνισμού της Ανατολής. Πέρασε από την «Επιθεώρηση» του Φίλωνα Κτενίδη, έγραψε στον «Φάρο της Ανατολής» και στην «Ηχώ του Πόντου», εξέδωσε τη «Σάλπιγγα» και, το 1918, δημιούργησε την «Εποχή».
Η εφημερίδα του δεν ήταν απλώς ένα μέσο ενημέρωσης. Έγινε εβδομαδιαίο αρχείο των διώξεων και των εγκλημάτων σε βάρος του Ποντιακού Ελληνισμού. Εκεί όπου άλλοι επέλεγαν προσεκτικές διατυπώσεις, ο Καπετανίδης κατονόμαζε τους δράστες. Εκεί όπου ο φόβος επέβαλλε σιωπή, εκείνος δημοσίευε μαρτυρίες.
Αυτό ακριβώς δεν μπορούσε να ανεχθεί ο μηχανισμός των διώξεων. Κάθε αποκάλυψη υπονόμευε την ατιμωρησία. Κάθε άρθρο γινόταν τεκμήριο. Κάθε φύλλο της «Εποχής» διέσωζε ένα κομμάτι αλήθειας που το κεμαλικό κίνημα ήθελε να σβήσει μαζί με τον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου.
Η σύγκρουσή του με τον Τοπάλ Οσμάν συμπυκνώνει όλη την ιστορία. Από τη μία, ο δημοσιογράφος που καταγράφει. Από την άλλη, ο παρακρατικός δήμιος που δολοφονεί. Ο Τοπάλ Οσμάν τον προειδοποίησε να σταματήσει. Ο Καπετανίδης γνώριζε ποιος στεκόταν απέναντί του και τι μπορούσε να του κάνει. Δεν άλλαξε γραμμή.
Η δημοσιογραφία κρίνεται όταν έχει τίμημα
Ο Καπετανίδης δεν αιφνιδιάστηκε από το τέλος. Μετά την επιβολή λογοκρισίας, ο κλοιός είχε γίνει ασφυκτικός. Σε επιστολή του προς τον Φίλωνα Κτενίδη έγραφε ότι το κεφάλι του δεν στεκόταν γερά στους ώμους του. Δεν το έγραψε για να ζητήσει διάσωση. Το έγραψε για να δηλώσει ότι η αποστολή έπρεπε να συνεχιστεί, ακόμη κι αν χάνονταν «μερικά κεφάλια» σαν το δικό του. «Χαλάλι για την πατρίδα».
Αυτό είναι το μέτρο της μαχητικής δημοσιογραφίας. Όχι οι βαρύγδουπες διακηρύξεις περί ανεξαρτησίας, αλλά η στάση όταν η εξουσία απαιτεί σιωπή. Όχι η επίκληση της δεοντολογίας όταν δεν υπάρχει κόστος, αλλά η επιμονή στην αλήθεια όταν διακυβεύονται η ελευθερία, η ασφάλεια και η ίδια η ζωή.
Σήμερα η δημοσιογραφία συχνά κινδυνεύει να γίνει διαχείριση εντυπώσεων, αναπαραγωγή ανακοινώσεων ή υπηρεσία ισχυρών συμφερόντων. Ο Καπετανίδης υπενθυμίζει ότι ο δημοσιογράφος δεν είναι δημόσιος υπάλληλος της εκάστοτε εξουσίας ούτε διακοσμητικό στοιχείο της δημοκρατίας. Οφείλει να ελέγχει, να αποκαλύπτει, να τεκμηριώνει και, όταν χρειάζεται, να συγκρούεται.
Δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει τα γεγονότα για χάρη του συνθήματος. Το αντίθετο. Σημαίνει ότι υπηρετεί τα γεγονότα ακόμη και όταν αυτά ενοχλούν.
Η δίκη που αποκάλυψε τον φόβο των δημίων
Το 1921 ο Καπετανίδης συνελήφθη και οδηγήθηκε στα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας της Αμάσειας, στον μηχανισμό εξόντωσης της πνευματικής, πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας των Ελλήνων του Πόντου. Η διαδικασία ήταν προσχηματική. Το ζητούμενο δεν ήταν η δικαιοσύνη αλλά η εκκαθάριση.
Όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου τον κατηγόρησε ότι επιδίωκε την ανεξαρτησία του Πόντου, ο Καπετανίδης θα μπορούσε να μετριάσει τη θέση του. Έκανε ακριβώς το αντίθετο. Δήλωσε ότι αγωνιζόταν όχι μόνο για την ανεξαρτησία, αλλά και για την ένωση του Πόντου με την Ελλάδα.
Αυτή ήταν η τελική του απάντηση στον φόβο: περισσότερη αλήθεια.
Στην αποχαιρετιστήρια επιστολή προς την οικογένειά του έγραψε ότι ούτε το θάρρος ούτε η ψυχραιμία τον εγκατέλειψαν. Ζήτησε από τη μητέρα του να αντέξει και χαρακτήρισε τον θάνατό του τιμή. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 ανέβηκε στην αγχόνη και φώναξε:
«Ζήτω η Ελλάς!»
Οι δήμιοί του εκτέλεσαν το σώμα του. Η κραυγή του, όμως, επέζησε του καθεστώτος που τον καταδίκασε.
Η Τουρκία τότε και σήμερα
Οφείλουμε να μιλάμε με ιστορική ακρίβεια. Το 1921 η σημερινή Τουρκική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη ανακηρυχθεί. Τον Καπετανίδη τον καταδίκασε ο κεμαλικός μηχανισμός της Άγκυρας, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα θεμελίωσε τη σύγχρονη Τουρκία. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για δύο άσχετες πραγματικότητες. Υπάρχει θεσμική, ιδεολογική και ιστορική συνέχεια, την οποία άλλωστε το ίδιο το τουρκικό κράτος επικαλείται όταν δοξάζει τον Μουσταφά Κεμάλ και τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου.
Ο δήμιος έχει όνομα. Είναι ο τουρκικός εθνικιστικός μηχανισμός που εξόντωσε τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ανατολής, οικοδόμησε κράτος πάνω στη δημογραφική εκκαθάριση και μέχρι σήμερα αρνείται να αναλάβει την ευθύνη.
Η ίδια χώρα που δεν αναγνωρίζει το έγκλημα του Πόντου είναι εκείνη που εισέβαλε στην Κύπρο και εξακολουθεί να κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος. Είναι εκείνη που διατηρεί το casus belli απέναντι στην Ελλάδα, προβάλλει τη «Γαλάζια Πατρίδα», αμφισβητεί ελληνικά νησιά και εμφανίζει την άσκηση νόμιμων ελληνικών δικαιωμάτων ως πρόκληση.
Η Τουρκία έχει αλλάξει καθεστώτα, ηγεσίες και τακτικές. Δεν έχει εγκαταλείψει, όμως, τον πυρήνα του αναθεωρητισμού της. Όποιος αποσυνδέει βολικά την ιστορική μνήμη από τη σημερινή στρατηγική πραγματικότητα, αρνείται να δει τη συνέχεια ενός προβλήματος που η Ελλάδα πληρώνει επί έναν αιώνα.
Αυτό δεν αποτελεί πρόσκληση σε τυφλό μίσος κατά ενός λαού. Αποτελεί απαίτηση για ιστορική αλήθεια, εθνική αυτογνωσία και πολιτική εγρήγορση. Η ειρήνη δεν οικοδομείται πάνω στη λήθη ούτε η φιλία πάνω στην άρνηση του εγκλήματος. Χωρίς αναγνώριση, χωρίς σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και χωρίς εγκατάλειψη των απειλών, οι ωραίες λέξεις περί προσέγγισης παραμένουν κενές.
Το προσωπικό χρέος
Ο Νίκος Καπετανίδης αποτελεί βαθιά προσωπικό σημείο αναφοράς.
Σε μια δύσκολη επαγγελματική συγκυρία, όταν χρειάστηκε να αναμετρηθώ με την απογοήτευση και να αποφασίσω αν αξίζει να συνεχίσω στον δρόμο της δημοσιογραφίας, η μορφή του στάθηκε μπροστά μου σαν απάντηση. Ο Καπετανίδης δεν μου έδωσε εύκολη παρηγοριά. Μου έδωσε μέτρο ευθύνης.
Με έκανε να σκεφτώ ότι η αξία της δημοσιογραφίας δεν βρίσκεται στην αναγνώριση, στις θέσεις ή στην πρόσβαση στους ισχυρούς. Βρίσκεται στη χρησιμότητά της για την πατρίδα, την κοινωνία και την αλήθεια. Βρίσκεται στην επιμονή. Στην αντοχή. Στην άρνηση να παραδώσεις τη φωνή σου.
Γι’ αυτό θα τιμώ πάντοτε τη μνήμη του και θα διατρανώνω τα μηνύματά του. Όχι από τυπική υποχρέωση, αλλά από ευγνωμοσύνη. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που, χωρίς να τους έχουμε γνωρίσει, επεμβαίνουν στη ζωή μας την κρίσιμη στιγμή και μας δείχνουν τον δρόμο.
Η Ελλάδα χρειάζεται μνήμη, στρατηγική και ανάστημα
Η μορφή του Καπετανίδη μεταφέρει ένα τελευταίο, σκληρό μήνυμα. Τα έθνη δεν σώζονται μόνο με συγκίνηση. Σώζονται με μνήμη, παιδεία, ισχύ, ενότητα και σχέδιο.
Δεν αρκεί να τιμούμε τον Πόντιο δημοσιογράφο μία ημέρα τον χρόνο. Πρέπει να διδάσκουμε τη ζωή του. Να μελετούμε τα κείμενά του. Να διεθνοποιούμε τα τεκμήρια της Γενοκτονίας. Να υπερασπιζόμαστε όσους, μέσα στην ίδια την Τουρκία, τολμούν να αμφισβητήσουν την επίσημη άρνηση. Και ταυτόχρονα να οικοδομούμε μια Ελλάδα που δεν επαιτεί κατανόηση, αλλά εμπνέει σεβασμό και διαθέτει αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ.
Οι κεμαλικοί πίστευαν ότι η αγχόνη θα έκλεινε την «Εποχή» του Νίκου Καπετανίδη. Στην πραγματικότητα, άνοιξαν μια εποχή μνήμης που δεν μπορούν να ελέγξουν.
Σαν σήμερα, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, η Τουρκία κρέμασε έναν δημοσιογράφο.
Δεν κατάφερε, όμως, να κρεμάσει την αλήθεια.
Και αυτή η αλήθεια θα ακούγεται όσο υπάρχουν Έλληνες που θυμούνται, δημοσιογράφοι που δεν φοβούνται και μια πατρίδα που αρνείται να υποταχθεί στη λήθη.
Αθάνατος.