breaking newsΕλλάδα

Ανάπτυξη, μετανάστευση, κοινωνικό κράτος και δημόσια παιδεία είναι μια εξίσωση που πρέπει να την δούμε ολόκληρη

Γράφει ο Φαίδων Φαίδωνος

Η μετανάστευση δεν είναι ένα αυτοτελές ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκομμένο από την οικονομία και την κοινωνική πολιτική μιας χώρας. Συνδέεται άμεσα με το μοντέλο ανάπτυξης, τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, τα κίνητρα ή τις στρεβλώσεις που δημιουργεί το κοινωνικό κράτος, την ικανότητα ένταξης όσων έρχονται σε μια χώρα και τελικά με την αντοχή της δημόσιας παιδείας και των θεσμών. Όταν μια οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από όσο μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της με το εγχώριο εργατικό δυναμικό, όταν ταυτόχρονα πολιτικές επιδομάτων απομακρύνουν μέρος του πληθυσμού από την εργασία και όταν οι μεταναστευτικές ροές υπερβαίνουν την ικανότητα μιας χώρας να εντάξει αποτελεσματικά τους νεοεισερχομένους, τότε τα προβλήματα δεν εμφανίζονται μεμονωμένα αλλά συσσωρεύονται στην αγορά εργασίας, στις κοινωνικές δαπάνες, στις γειτονιές και κυρίως στα δημόσια σχολεία. Γι’ αυτό ανάπτυξη, μετανάστευση, κοινωνικό κράτος και δημόσια παιδεία πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μία ενιαία εξίσωση και όχι ως τέσσερις διαφορετικές πολιτικές συζητήσεις.

Για πολλές δεκαετίες οι αναπτυγμένες δυτικές χώρες, μέσα από την ειρήνη, τους ισχυρούς θεσμούς, τη σταθερότητα και την τεχνολογική πρόοδο, δημιούργησαν τεράστιο πλούτο και υποδομές. Οι οικονομίες τους μεγάλωσαν πολύ περισσότερο από τους πληθυσμούς τους.

Εδώ βρίσκεται μια βασική αντίφαση. Όταν μια οικονομία μεγαλώνει συνεχώς αλλά ο εγχώριος πληθυσμός δεν αυξάνεται αντίστοιχα ή ακόμη χειρότερα γηράσκει, κάποια στιγμή δεν υπάρχει αρκετό εργατικό δυναμικό για να τη στηρίξει. Χρειάζονται γιατροί, μηχανικοί, επιστήμονες, προγραμματιστές και επιχειρηματικά στελέχη, αλλά την ίδια ώρα χρειάζονται οικοδόμοι, τεχνίτες, οδηγοί, εργαζόμενοι στον τουρισμό, στην εστίαση, στην καθαριότητα και στις υπηρεσίες.

Μια χώρα τότε έχει δύο βασικές επιλογές. Η πρώτη είναι να δημιουργήσει πραγματικά ισχυρά κίνητρα για αύξηση των γεννήσεων και στήριξη της οικογένειας. Η δεύτερη είναι να εισάγει εργατικό δυναμικό. Στην πράξη οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες κάνουν και τα δύο, αλλά για πολλά χρόνια επέλεξαν πολύ περισσότερο τη δεύτερη λύση.

Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο όταν στην εξίσωση εισέρχεται το κοινωνικό κράτος.

Προσωπικά πιστεύω σε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Ο άνθρωπος που πραγματικά δεν μπορεί να εργαστεί, ο ανάπηρος, ο άρρωστος, η οικογένεια που βρίσκεται πραγματικά σε ανάγκη πρέπει να στηρίζονται γενναιόδωρα από το κράτος. Ίσως μάλιστα περισσότερο από όσο στηρίζονται σήμερα.

Δεν πιστεύω όμως σε ένα κοινωνικό κράτος που απλώνει συνεχώς τα επιδόματα σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού. Πολιτικά είναι εύκολο να μοιράζεις λίγα σε πολλούς. Είναι πολύ δυσκολότερο να εντοπίζεις αυτούς που πραγματικά έχουν ανάγκη και να τους στηρίζεις ουσιαστικά.

Και εδώ δημιουργείται μια δεύτερη μεγάλη στρέβλωση.

Εάν κάποιος που δεν εργάζεται μπορεί μέσα από επιδόματα, στεγαστικές ενισχύσεις και άλλες παροχές να έχει τελικά εισόδημα πολύ κοντά σε εκείνον που σηκώνεται κάθε πρωί για να εργαστεί σε μια χαμηλόμισθη θέση, τότε δημιουργούμε αντικίνητρο εργασίας. Η οικονομική επιστήμη γνωρίζει πολύ καλά αυτή την «παγίδα πρόνοιας».

Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο. Η οικονομία χρειάζεται περισσότερους εργαζομένους, αλλά το ίδιο το κράτος μπορεί να απομακρύνει ένα μέρος του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού από την αγορά εργασίας. Στη συνέχεια αναζητούμε εργαζομένους ή προσελκύουμε παράνομους μετανάστες από το εξωτερικό για να καλύψουμε τις θέσεις που έμειναν κενές.

Γι’ αυτό η αρχή πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρη.

Το κοινωνικό κράτος δεν πρέπει να γίνεται ούτε αντικίνητρο εργασίας ούτε κίνητρο μετανάστευσης. Δεν είναι λίγες οι φορές που παράνομοι μετανάστες ή και νόμιμοι στην εξέλιξη του χρόνου προτιμούν να γίνουν λήπτες δημοσίων βοηθημάτων οι ίδιοι είτε μέλη των οικογενειών τους τις οποίες μεταφέρουν στο πέρασμα του χρόνου στην Κύπρο

Το κράτος πρέπει να είναι ισχυρό, δίκαιο και γενναιόδωρο για εκείνους που πραγματικά το χρειάζονται. Ταυτόχρονα πρέπει να οδηγεί όποιον μπορεί να εργαστεί πίσω στην εργασία και στην παραγωγική διαδικασία.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη διάσταση που θεωρώ εξαιρετικά σημαντική. Η δημόσια παιδεία.

Όταν μεγάλες μεταναστευτικές ροές έφεραν μέσα σε λίγα χρόνια στα σχολεία μεγάλο αριθμό παιδιών που δεν γνωρίζουν επαρκώς τη γλώσσα διδασκαλίας, το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να μπορεί να τα εντάξει γρήγορα. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η ανεπαρκής γνώση της γλώσσας του σχολείου αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην εκπαιδευτική ένταξη. Ταυτόχρονα όμως ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι η μεταναστευτική καταγωγή από μόνη της που καθορίζει την επίδοση. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, η γλώσσα και ο τρόπος λειτουργίας του ίδιου του σχολείου. Εδώ ως Κύπρος και πολιτεία καταγράφουμε μια τεράστια αποτυχία .

Αυτό πρέπει να μας απασχολήσει ιδιαίτερα στην Κύπρο. Στο PISA 2022 οι Κύπριοι μαθητές κατέγραψαν μέση επίδοση 418 μονάδων στα μαθηματικά, περίπου 32 μονάδες χαμηλότερα σε σχέση με το 2018 και αισθητά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Και υπάρχει εδώ ακόμη μια πραγματικότητα. Όταν ένα μέρος εκείνων που λαμβάνουν τις αποφάσεις έχει τη δυνατότητα να στέλνει τα παιδιά του σε ιδιωτικά σχολεία, είναι ευκολότερο να μην αισθάνεται καθημερινά την πίεση και τις αδυναμίες του δημόσιου σχολείου.

Η συζήτηση λοιπόν δεν είναι αν θέλουμε ή δεν θέλουμε μετανάστευση.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχουμε στρατηγική.

Χρειαζόμαστε ανάπτυξη, αλλά ανάπτυξη που να συμβαδίζει με σοβαρή δημογραφική πολιτική. Χρειαζόμαστε ξένο νόμιμο εργατικό δυναμικό εκεί όπου πραγματικά το έχει ανάγκη η οικονομία, αλλά με κανόνες και δυνατότητα πραγματικής διαχείρισης. Χρειαζόμαστε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, αλλά όχι ένα σύστημα που παράγει εξάρτηση. Και χρειαζόμαστε ένα δημόσιο σχολείο τόσο καλό ώστε κανένα παιδί, ντόπιο ή ξένο, να μην αφήνεται πίσω και κανένα άλλο παιδί να μην αναγκάζεται να επιβραδύνει επειδή το κράτος απέτυχε να οργανώσει σωστά την δημόσια παιδεία.

Η ανάπτυξη δεν είναι μόνο αύξηση του ΑΕΠ. Είναι δημογραφική αντοχή, κοινωνική συνοχή, συμμετοχή στην εργασία και ποιοτική δημόσια παιδεία.

Αν δεν δούμε ολόκληρη αυτή την εξίσωση σήμερα, σε λίγα χρόνια θα συζητούμε τις συνέπειές της όταν πλέον θα είναι πολύ δυσκολότερο να τις ανατρέψουμε.

Back to top button