Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 δεν άλλαξε μόνο το στρατιωτικό δόγμα του Ισραήλ. Αποτελεί πλέον το σημείο αναφοράς για μια συνολική αναθεώρηση της αμυντικής, βιομηχανικής και γεωπολιτικής στρατηγικής της χώρας.
Στο ισραηλινό υπουργείο Άμυνας διαμορφώνεται η αντίληψη ότι η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στην ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων ή στην παραδοσιακή στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, απαιτείται η δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου στρατηγικών συνεργασιών, το οποίο θα εξασφαλίζει ανθεκτικότητα στην παραγωγή οπλικών συστημάτων, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στις διεθνείς συμμαχίες.
Στο επίκεντρο αυτής της νέας στρατηγικής βρίσκεται η Ινδία, η οποία αναδεικνύεται στον σημαντικότερο βιομηχανικό και αμυντικό εταίρο του Ισραήλ για τις επόμενες δεκαετίες.
Τα διδάγματα της 7ης Οκτωβρίου
Οι πολύμηνες επιχειρήσεις στη Γάζα, οι ανάγκες ανεφοδιασμού του ισραηλινού στρατού και οι δυσκολίες που παρουσιάστηκαν στην προμήθεια κρίσιμου στρατιωτικού υλικού οδήγησαν την ισραηλινή ηγεσία σε μια βασική διαπίστωση.
Ακόμη και μια χώρα με τόσο ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία όσο το Ισραήλ παραμένει ευάλωτη όταν εξαρτάται από περιορισμένο αριθμό ξένων προμηθευτών.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου αρκετές χώρες επέβαλαν περιορισμούς ή πάγωσαν εξαγωγές οπλικών συστημάτων, πυρομαχικών ή πρώτων υλών προς το Ισραήλ, ενώ άλλες κράτησαν αποστάσεις απέναντι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα.
Οι εξελίξεις αυτές ενίσχυσαν την άποψη ότι το Ισραήλ χρειάζεται ένα πιο πολυκεντρικό μοντέλο αμυντικής συνεργασίας.
Νέα στρατηγική υπό τον Αμίρ Μπαράμ
Επικεφαλής της νέας προσπάθειας βρίσκεται ο γενικός διευθυντής του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, υποστράτηγος ε.α. Αμίρ Μπαράμ.
Υπό τις κατευθύνσεις του υπουργού Άμυνας Ισραέλ Κατζ, προωθεί ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο που επιδιώκει:
- τη διαφοροποίηση των αμυντικών συνεργασιών,
- τη μείωση της εξάρτησης από έναν μόνο στρατηγικό προμηθευτή,
- την αποκέντρωση των στρατηγικών κινδύνων,
- και την ανάπτυξη μόνιμων βιομηχανικών συνεργασιών με αξιόπιστους συμμάχους.
Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του σχεδίου, οι εξαγωγές και οι συμπαραγωγές αμυντικών συστημάτων δεν αποτελούν απλώς εμπορική δραστηριότητα αλλά εργαλείο εθνικής ασφάλειας.
Η ανησυχία για τις Ηνωμένες Πολιτείες
Παρά το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο σημαντικότερος στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ, στο ισραηλινό αμυντικό κατεστημένο εκφράζεται αυξανόμενος προβληματισμός.
Στο Τελ Αβίβ εκτιμούν ότι τα επόμενα χρόνια ενδέχεται να αυξηθούν οι πολιτικές πιέσεις στην Ουάσιγκτον για περιορισμό ή αυστηρότερη εποπτεία της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Παράλληλα, οι διεθνείς περιορισμοί στις εξαγωγές πρώτων υλών, προηγμένων τεχνολογιών και πυρομαχικών έδειξαν πόσο εύκολα μπορούν να διαταραχθούν οι αλυσίδες εφοδιασμού σε περιόδους πολέμου.
Η νέα στρατηγική δεν σημαίνει απομάκρυνση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντιθέτως, αποσκοπεί στη δημιουργία εναλλακτικών επιλογών ώστε το Ισραήλ να μην εξαρτάται από μία και μόνο χώρα για την κάλυψη κρίσιμων αμυντικών αναγκών.
Η φιλοσοφία της «κοινής ανθεκτικότητας»
Ο Αμίρ Μπαράμ χρησιμοποιεί τον όρο «κοινή ανθεκτικότητα» για να περιγράψει το νέο μοντέλο συνεργασίας.
Η λογική είναι ότι χώρες με κοινές απειλές, κοινά στρατηγικά συμφέροντα και παρόμοια αντίληψη για την ασφάλεια μπορούν να δημιουργήσουν κοινές παραγωγικές δυνατότητες και να υποστηρίζουν η μία την άλλη σε περιόδους κρίσης.
Αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε εισαγωγές έτοιμων οπλικών συστημάτων, το Ισραήλ επιδιώκει τη δημιουργία δικτύου συμπαραγωγών, κοινής έρευνας και κοινής βιομηχανικής ανάπτυξης.
Έτσι μειώνεται ο κίνδυνος να διακοπεί η παραγωγή ή η προμήθεια κρίσιμων οπλικών συστημάτων σε περίπτωση διεθνούς κρίσης.
Γιατί επιλέχθηκε η Ινδία
Στο Τελ Αβίβ θεωρούν ότι η Ινδία συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για μια τόσο στενή στρατηγική συνεργασία.
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του κόσμου, με συνεχώς αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες και ισχυρή βιομηχανική βάση.
Παράλληλα, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι.
Η ισραηλινή πλευρά εκτιμά ότι τόσο η πολιτική ηγεσία όσο και η ινδική κοινωνία διατηρούν θετική στάση απέναντι στο Ισραήλ, γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο αιφνίδιων αλλαγών στην εξωτερική πολιτική λόγω κυβερνητικών εναλλαγών.
Από τις πωλήσεις στη συμπαραγωγή
Η νέα στρατηγική δεν περιορίζεται στην πώληση ισραηλινών όπλων προς την Ινδία.
Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία μόνιμων βιομηχανικών συνεργασιών, στις οποίες η ισραηλινή τεχνογνωσία θα συνδυάζεται με τη μεγάλη παραγωγική δυνατότητα της ινδικής βιομηχανίας.
Οι δύο χώρες εξετάζουν συνεργασίες σε τομείς όπως:
- πύραυλοι ακριβείας,
- αντιαεροπορικά και αντιπυραυλικά συστήματα,
- συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου,
- τεχνολογίες πληροφοριών και επιτήρησης,
- αισθητήρες,
- μη επανδρωμένα συστήματα,
- καθώς και προηγμένα συστήματα διοίκησης και ελέγχου.
Με τον τρόπο αυτό, το Ισραήλ θα αποκτήσει πρόσβαση στις τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες της Ινδίας, ενώ η Ινδία θα ενισχύσει περαιτέρω τη δική της αμυντική βιομηχανία μέσω προηγμένης ισραηλινής τεχνολογίας.
Οι εξαγωγές ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής
Στο νέο ισραηλινό δόγμα, οι εξαγωγές αμυντικών συστημάτων αντιμετωπίζονται πλέον ως μέσο γεωπολιτικής επιρροής.
Ο Αμίρ Μπαράμ έχει επισημάνει ότι η πολιτική εξαγωγών δεν αποτελεί μόνο οικονομική δραστηριότητα.
Αντίθετα, δημιουργεί ένα πλέγμα αλληλεξάρτησης μεταξύ των κρατών, ενισχύοντας τη στρατηγική συνεργασία και καθιστώντας δυσκολότερη την αποδυνάμωση των διμερών σχέσεων σε περιόδους κρίσης.
Όσο περισσότερα κοινά προγράμματα, κοινές γραμμές παραγωγής και κοινές επενδύσεις υπάρχουν, τόσο μεγαλύτερο είναι το πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης ρήξης.
Η Ινδία ως στρατηγικός πυλώνας
Οι συνεχώς αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες της Ινδίας και η υψηλή ζήτηση για προηγμένα οπλικά συστήματα καθιστούν τη χώρα ιδανικό στρατηγικό εταίρο.
Το Νέο Δελχί επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτάρκεια στην αμυντική παραγωγή, ενώ το Ισραήλ αναζητά αξιόπιστους συνεργάτες με μεγάλες βιομηχανικές δυνατότητες.
Η σύμπτωση αυτών των συμφερόντων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια σχέση που δεν θα περιορίζεται στις εμπορικές συναλλαγές αλλά θα αποκτήσει χαρακτηριστικά στρατηγικής συμμαχίας.
Μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα
Η στροφή προς την Ινδία δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ απομακρύνεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αντιθέτως, αποτυπώνει την προσπάθεια του Τελ Αβίβ να προσαρμοστεί σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο αβέβαιο, όπου οι αλυσίδες εφοδιασμού μπορούν να διακοπούν, οι κυβερνήσεις να αλλάξουν πολιτική και οι γεωπολιτικές κρίσεις να επηρεάσουν άμεσα την αμυντική βιομηχανία.
Για το Ισραήλ, η εμπειρία της 7ης Οκτωβρίου απέδειξε ότι η στρατιωτική ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από τα οπλικά συστήματα που διαθέτει μια χώρα, αλλά και από την ικανότητά της να τα παράγει, να τα αναπληρώνει και να διατηρεί ασφαλείς τις αλυσίδες εφοδιασμού της.
Η ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας με την Ινδία αποτελεί το πρώτο μεγάλο βήμα αυτής της νέας αντίληψης, η οποία αναμένεται να διαμορφώσει την ισραηλινή αμυντική πολιτική για πολλά χρόνια.