Σε μια περίοδο που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις ασφάλειας και οικονομίας, το Βερολίνο και το Παρίσι ένωσαν ξανά τις δυνάμεις τους. Το 26ο γαλλογερμανικό υπουργικό συμβούλιο πραγματοποιήθηκε στο Μπρούλ (Brühl), με βασικό μήνυμα πως μόνο μέσα από στενή συνεργασία μπορούν οι δύο χώρες να ανταποκριθούν στις δυσκολίες της εποχής.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, μιλώντας δίπλα στον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, επανέλαβε πως η φιλία με τη Γαλλία και η πίστη σε μια ενωμένη Ευρώπη βρίσκονται στην καρδιά της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Η ατζέντα της συνάντησης κινήθηκε γύρω από τρεις άξονες: πώς θωρακίζεται η ήπειρος απέναντι σε εξωτερικούς κινδύνους, πώς γίνονται οι οικονομίες πιο ανθεκτικές στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και ποια βήματα χρειάζονται για να πάει η Ευρώπη μπροστά.
Στο κομμάτι της άμυνας, οι δύο πλευρές αναγνώρισαν ανοιχτά την αποτυχία του προγράμματος FCAS, χωρίς όμως να μείνουν σε αυτήν. Αντίθετα, συμφώνησαν να εντείνουν τη συνεργασία τους στην ολοκληρωμένη αεράμυνα, στα όπλα μακρού πλήγματος και στον κατασκευαστή αρμάτων KNDS. Μια είδηση που ξεχώρισε ήταν η ανακοίνωση ότι γερμανικές συμβατικές δυνάμεις θα λάβουν μέρος σε γαλλική πυρηνική άσκηση εντός του έτους, μια κίνηση που ο Μερτς χαρακτήρισε ως νέο βήμα στον τομέα της αποτροπής. Παράλληλα, επιβεβαιώθηκε πως η στήριξη προς την Ουκρανία παραμένει σταθερή.
Στο οικονομικό σκέλος, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την ανταγωνιστικότητα. Η γερμανική πλευρά προωθεί την Ατζέντα της Τουλόν, με στόχο να δοθεί ώθηση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία μέσα από την καινοτομία. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην τεχνητή νοημοσύνη, τη μικροηλεκτρονική και τις τεχνολογίες σύντηξης. Στην ενέργεια, οι δύο χώρες στοχεύουν στην κοινή ολοκλήρωση του έργου Southwest Hydrogen Corridor, ενώ για το διάστημα συμφώνησαν στενότερο συντονισμό σε θέματα κατανομής δορυφορικών συχνοτήτων και στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού δορυφορικού σχηματισμού IRIS².
Για το μέλλον της Ευρώπης, ο Γερμανός καγκελάριος τόνισε πως η κοινή πρόταση Παρισιού και Βερολίνου δίνει φρέσκια ώθηση στη διεύρυνση της Ένωσης, με το βλέμμα στραμμένο στην Ουκρανία, τη Μολδαβία και τα Δυτικά Βαλκάνια. Ζήτησε επίσης μεγαλύτερη ενοποίηση της ενιαίας αγοράς, ουσιαστική μείωση της γραφειοκρατίας και πιο δυναμική εμπορική πολιτική απέναντι σε τρίτες χώρες που δεν παίζουν με θεμιτούς όρους. Τέλος, γνωστοποίησε πως οι δύο πλευρές τα βρήκαν στην ανάγκη για έναν βιώσιμο κοινοτικό προϋπολογισμό, με τις σχετικές διαπραγματεύσεις να φιλοδοξούν να κλείσουν μέσα στο 2025.