Σε ιδιαίτερα αυστηρούς τόνους για την ελληνική στάση απέναντι στην κλιμακούμενη τουρκική στρατηγική κινήθηκε ο αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Μπαλτζώης, μιλώντας στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής». Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα, η «Γαλάζια Πατρίδα», η ανάγκη αποτροπής, αλλά και η νέα συμφωνία Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν, την οποία περιέγραψε ως έναν δυνητικά επικίνδυνο στρατιωτικό άξονα.
Ο Ιωάννης Μπαλτζώης υποστήριξε ότι η κίνηση της Άγκυρας με τα θαλάσσια πάρκα δεν πρέπει να εξετάζεται αποσπασματικά. Κατά την εκτίμησή του, αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο μιας ευρύτερης και μακροχρόνιας τουρκικής στρατηγικής σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
«Τα θαλάσσια πάρκα […] είναι το τελευταίο μικρό επεισόδιο μιας γενικότερης στρατηγικής των Τούρκων», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξαπολύοντας παράλληλα σκληρή κριτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά η Αθήνα.
«Υποτίθεται ότι φυλάμε Θερμοπύλες – Στην πραγματικότητα κοιμόμαστε»
Η πιο χαρακτηριστική αποστροφή της παρέμβασής του αφορούσε την ελληνική αντίδραση.
«Δεν κοιμόμαστε μόνο. Εγώ θα έλεγα ότι κοιμόμαστε και όρθιοι», είπε ο αντιστράτηγος ε.α., για να προσθέσει: «Υποτίθεται όρθιοι και φυλάμε Θερμοπύλες. Στην πραγματικότητα κοιμόμαστε και δεν αντιδρούμε».
Ο ίδιος συνέδεσε ευθέως τα θαλάσσια πάρκα με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», εκτιμώντας ότι η Τουρκία επιχειρεί σταδιακά να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε πολιτική και νομική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η χωροθέτηση των δύο τουρκικών πάρκων δεν είναι τυχαία. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην περιοχή μεταξύ Λήμνου και Θάσου, αλλά και στην Ανατολική Μεσόγειο, υποστηρίζοντας ότι η τουρκική σχεδίαση επιχειρεί να περιορίσει την επήρεια των ελληνικών νησιών και ιδιαίτερα του συμπλέγματος του Καστελλόριζου.
Ο Μπαλτζώης τόνισε ότι η Άγκυρα αντιμετωπίζει τα ελληνικά νησιά σαν να διαθέτουν δικαιώματα μόνο μέχρι τα έξι ναυτικά μίλια, ενώ επιχειρεί να υπολογίζει τις θαλάσσιες ζώνες με βάση τις ηπειρωτικές ακτές.
«Μας δοκιμάζει – Ξέρει ότι δεν θα αντιδράσουμε»
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην αποτρεπτική διάσταση της τουρκικής στρατηγικής. Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα δεν προχωρά απλώς στη δημιουργία τετελεσμένων, αλλά παράλληλα μετρά τις ελληνικές αντιδράσεις.
«Μας δοκιμάζει τις αντιδράσεις», σημείωσε και εκτίμησε: «Ξέρει. Δεν θα αντιδράσουμε. Αν αντιδρούσαμε, δεν θα το κάνανε».
Μάλιστα χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Ισραήλ για να περιγράψει πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος την πραγματική αποτροπή: όχι απλώς με μια ισοδύναμη απάντηση, αλλά με την προοπτική δημιουργίας «πολλαπλάσιου τετελεσμένου» σε περίπτωση πρόκλησης.
Ο αντιστράτηγος ε.α. εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στην πρακτική των διπλωματικών ανακοινώσεων περί διεθνούς δικαίου, θεωρώντας ότι από μόνες τους δεν αρκούν για να αναχαιτίσουν μια στρατηγική τετελεσμένων.
Κατά την άποψή του, η Ελλάδα θα έπρεπε να στείλει πολύ σαφέστερο μήνυμα προς Τουρκία, ΕΕ, ΝΑΤΟ και ΗΠΑ ότι σε περίπτωση υλοποίησης ενεργειών που θίγουν ελληνικά δικαιώματα, η Αθήνα θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που της παρέχει το διεθνές δίκαιο.
Έφθασε μάλιστα στο σημείο να ζητήσει να μην αποκλείεται ρητορικά ούτε η «στρατιωτική εμπλοκή», ως στοιχείο της αποτρεπτικής στρατηγικής.
«Πες αυτή τη λέξη, τη στρατιωτική εμπλοκή», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η Τουρκία έχει διατυπώσει το casus belli απέναντι στην Ελλάδα, ενώ η ελληνική πλευρά αποφεύγει ανάλογης ισχύος αποτρεπτικά μηνύματα.
Ο νέος άξονας Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν
Το δεύτερο μεγάλο σκέλος της παρέμβασης αφορούσε τη συμφωνία Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.
Ο Μπαλτζώης συνέστησε να μην υπάρξει πανικός, αλλά ξεκαθάρισε ότι η εξέλιξη χρειάζεται προσεκτική παρακολούθηση.
Περιέγραψε το νέο σχήμα ως ένα «σουνιτικό τόξο» και ως μια μορφή «μικρού ισλαμικού ΝΑΤΟ», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν διαθέτει τις δομές της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.
Κατά τον ίδιο, η γεωπολιτική σημασία του προκύπτει από τον συνδυασμό των δυνατοτήτων των τριών κρατών:
«Η Τουρκία έχει τον στρατό, η Σαουδική Αραβία έχει τα λεφτά και το Πακιστάν τα πυρηνικά».
Ο αντιστράτηγος χαρακτήρισε τον συνδυασμό αυτό στρατιωτικά «επικίνδυνο», παρουσιάζοντας στοιχεία για το ανθρώπινο δυναμικό, τα αεροσκάφη, τα άρματα, τις ναυτικές μονάδες και τους αμυντικούς προϋπολογισμούς των τριών χωρών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, οι τρεις χώρες συγκεντρώνουν περίπου 1,4 εκατομμύρια ενεργό στρατιωτικό προσωπικό, περισσότερα από 3.400 αεροσκάφη και συνολικό αμυντικό προϋπολογισμό άνω των 124 δισ. δολαρίων ετησίως.
Η Αίγυπτος και ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ
Ο Μπαλτζώης εκτίμησε ότι, προς το παρόν, η Αίγυπτος δεν φαίνεται να εντάσσεται στο συγκεκριμένο σχήμα, χωρίς όμως να αποκλείσει μελλοντικές μεταβολές.
«Δεν ξέρουμε τι θα υποσχεθούν οι Τούρκοι», προειδοποίησε.
Παράλληλα συνέδεσε τις εξελίξεις με το ευρύτερο γεωπολιτικό πλέγμα Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, αναφερόμενος και σε ένα μεγαλύτερο σχήμα συνεργασιών στο οποίο μπορούν να συμμετέχουν η Ινδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με την Αίγυπτο να αποτελεί έναν κρίσιμο δυνητικό κρίκο.
Κατά τον ίδιο, η τριμερής Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν δημιουργεί πλέον ένα σαφές στρατηγικό δεδομένο απέναντι στις υφιστάμενες συνεργασίες της Ανατολικής Μεσογείου.
«Ο IMEC δεν κινδυνεύει»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον οικονομικό διάδρομο IMEC, απορρίπτοντας τις εκτιμήσεις ότι η νέα συμφωνία οδηγεί αυτομάτως στην ακύρωσή του.
«Ο IMEC δεν κινδυνεύει», τόνισε, εξηγώντας ότι ο διάδρομος βρίσκεται προς το συμφέρον και της Σαουδικής Αραβίας και ότι οι γεωπολιτικές συμφωνίες δεν σημαίνουν πως οι συμμετέχοντες εγκαταλείπουν όλες τις υπόλοιπες συνεργασίες τους.
Στο ευρύτερο διεθνές πεδίο, ο Ιωάννης Μπαλτζώης αναφέρθηκε επίσης στον αμερικανοκινεζικό ανταγωνισμό, υποστηρίζοντας ότι η ενέργεια και ο έλεγχος των ενεργειακών ροών αποτελούν βασική παράμετρο της αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Κίνας.
Έκανε λόγο για την προοπτική μιας «νέας Γιάλτας», δηλαδή μιας ευρύτερης διευθέτησης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, στην οποία θα πρέπει τελικά να συμμετέχει και η Κίνα.
Η κεντρική προειδοποίηση της παρέμβασής του, ωστόσο, αφορούσε την Ελλάδα: κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία εφαρμόζει μια μεθοδική στρατηγική σταδιακών τετελεσμένων, γνωρίζοντας ότι η ελληνική αντίδραση θα περιοριστεί κατά κανόνα στο διπλωματικό επίπεδο. Και ακριβώς αυτή η πεποίθηση της Άγκυρας, σύμφωνα με τον αντιστράτηγο ε.α., αποτελεί το σοβαρότερο πρόβλημα για την ελληνική αποτροπή.