breaking newsΕλλάδα

Πού οδηγεί η στρατηγική ασάφεια στο Αιγαίο;

Του Σάββα Καλεντερίδη

Η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης–Κύπρου μπαίνει ξανά στο επίκεντρο. Πρόκειται για έργο μεγάλης ενεργειακής σημασίας: θα συνδέσει την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα και θα συμβάλει στην άρση της ενεργειακής της απομόνωσης. Όμως οι δυσκολίες που συναντά δεν είναι μόνο τεχνικές ή οικονομικές. Αφορούν και την προσπάθεια της Τουρκίας να επιβάλει τις αξιώσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η είσοδος της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στο Great Sea Interconnector και η συμφωνία για τις έρευνες βυθού δείχνουν ότι υπάρχει πρόθεση να προχωρήσει το έργο. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι οι εργασίες θα αρχίσουν «σύντομα» και επιβεβαίωσε τον συντονισμό με τη γαλλική πλευρά.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι με ποιους όρους θα συνεχιστούν οι έρευνες.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Καθημερινής, Αθήνα και Παρίσι έχουν εξετάσει το περιεχόμενο ανακοίνωσης με την οποία θα ενημερωθούν παράκτια κράτη, μεταξύ αυτών και η Τουρκία, για τις εργασίες πλοίου υπό γαλλική σημαία. Το ίδιο ρεπορτάζ καταγράφει την τουρκική θέση: σε περιοχές όπου η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι έχει κυριαρχικά δικαιώματα, ζητεί προηγούμενη επικοινωνία μέσω της διπλωματικής οδού με το κράτος της σημαίας του πλοίου.

Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος που πρέπει να εξεταστεί με τη μεγαλύτερη προσοχή. Η ενημέρωση των ενδιαφερόμενων κρατών για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας είναι μία διαδικασία. Η δημιουργία της εντύπωσης ότι απαιτείται η συγκατάθεση της Τουρκίας για να προχωρήσει το έργο είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Ακόμη και αν η Αθήνα θεωρεί σαφές ότι δεν ζητεί άδεια, οφείλει να προσέξει πώς θα παρουσιαστεί και πώς θα αξιοποιηθεί πολιτικά κάθε βήμα από την Άγκυρα.

Με προβληματίζει επίσης η αναφορά σε έρευνες σε «μη οριοθετημένες περιοχές». Χρειάζεται να αποσαφηνιστεί σε ποιο ακριβώς τμήμα της διαδρομής αναφέρεται αυτή η διατύπωση. Υπάρχει συμφωνία μερικής οριοθέτησης Ελλάδας–Αιγύπτου, ενώ ανατολικότερα παραμένουν περιοχές χωρίς αντίστοιχη οριοθέτηση. Η γενική χρήση του όρου μπορεί να θολώσει μια διάκριση που για την ελληνική πλευρά έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η Τουρκία αντιμετωπίζει το καλώδιο ως δοκιμασία των διεκδικήσεών της. Αν οι εργασίες προχωρήσουν χωρίς να αναγνωριστεί ο ρόλος που αξιώνει, θα έχει δυσκολότερο έργο να στηρίξει αυτές τις αξιώσεις στο πεδίο. Γι’ αυτό θεωρώ πιθανό να αντιδράσει. Δεν γνωρίζουμε ποια μορφή θα πάρει η αντίδραση: μπορεί να περιοριστεί σε ανακοινώσεις και αγγελίες προς ναυτιλλομένους, να ζητήσει περαιτέρω διαβουλεύσεις ή να εμφανιστεί με πολεμικό πλοίο στην περιοχή. Η εμπειρία της Κάσου, τον Ιούλιο του 2024, επιβάλλει να ληφθούν σοβαρά υπόψη όλα τα ενδεχόμενα.

Διάβασα με ενδιαφέρον και την ανάλυση Τούρκου αρθρογράφου για τη «στρατηγική αβεβαιότητα» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανίζει σαφή τα όρια που θέτει, αφήνοντας ασαφή τη μορφή της αντίδρασής της. Η Αθήνα, από την πλευρά της, δηλώνει ότι διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια, χωρίς να προσδιορίζει πότε θα το ασκήσει. Ο κίνδυνος είναι ένας λανθασμένος υπολογισμός όταν έρθει η ώρα των κινήσεων στο πεδίο.

Γι’ αυτό οι δηλώσεις έχουν μικρότερη αξία από όσα θα συμβούν στη θάλασσα. Θα αρχίσουν οι έρευνες; Θα ολοκληρωθούν; Θα επιχειρήσει η Τουρκία να τις εμποδίσει; Και, κυρίως, θα έχει προηγηθεί κάποια διαδικασία την οποία θα παρουσιάσει αργότερα ως αναγνώριση των αξιώσεών της; Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία θα κριθεί η υπόθεση του καλωδίου.

Η συμμετοχή της Γαλλίας ενισχύει το πολιτικό βάρος του έργου. Δεν απαλλάσσει, όμως, την Ελλάδα και την Κύπρο από την ευθύνη να γνωρίζουν και να εξηγούν με ακρίβεια κάθε βήμα. Ένα έργο που προορίζεται να ενώσει την Κύπρο με την Ευρώπη πρέπει να προχωρήσει με καθαρούς όρους. Η πορεία του θα δείξει εάν η χώρα μας μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά της στην πράξη, εκεί όπου η Τουρκία τα αμφισβητεί.

Back to top button