breaking newsΕλλάδα

Ποιος πληρώνει τον πόλεμο; Το ρήγμα Ζελένσκι–Τραμπ και οι παγίδες για την Ελλάδα

Σκληρή κριτική στις ευρωπαϊκές επιλογές για την Ουκρανία, προειδοποιήσεις για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και ανησυχία για την τουρκική διείσδυση στην ανατολική Λιβύη περιλαμβάνει η ανάλυση του Σταύρου Καλεντερίδη. Στο επίκεντρο θέτει το οικονομικό βάρος για τους Ευρωπαίους πολίτες και το ερώτημα εάν το Κίεβο μπορεί να έρθει σε αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον, διατηρώντας τη βοήθεια που χρειάζεται.

Το κόστος της συνέχισης του πολέμου στην Ουκρανία και οι αντιθέσεις στο δυτικό στρατόπεδο βρέθηκαν στο επίκεντρο της ζωντανής ανάλυσης του Σταύρου Καλεντερίδη. Ο αναλυτής συνέδεσε τη συζήτηση για τη χρηματοδότηση του Κιέβου με τις ευρωπαϊκές δημοσιονομικές προτεραιότητες, υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις για νέα κονδύλια έχουν συνέπειες στις υποδομές, στην ανάπτυξη και στην καθημερινότητα των πολιτών.

Παράλληλα, έστρεψε την προσοχή στην Ανατολική Μεσόγειο. Για τον ίδιο, η πορεία της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και οι επαφές της Άγκυρας με την ανατολική Λιβύη αποτελούν δύο μέτωπα που απαιτούν ενεργή ελληνική διπλωματική παρουσία.

Νέα δισεκατομμύρια και ο λογαριασμός στους Ευρωπαίους

Ο Καλεντερίδης αναφέρθηκε σε πρόσθετες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας, επικαλούμενος συζήτηση για ακόμη 70 δισ. ευρώ πέραν πακέτου 90 δισ. ευρώ. Αντιμετώπισε τα ποσά αυτά ως ένδειξη ότι οι ευρωπαϊκές δεσμεύσεις διευρύνονται, χωρίς να έχει παρουσιαστεί, κατά την εκτίμησή του, πειστική προοπτική τερματισμού του πολέμου.

Το ερώτημα που έθεσε αφορά την προέλευση των χρημάτων και τις δαπάνες που ενδεχομένως θα περιοριστούν για να εξασφαλιστούν. Στο πλαίσιο αυτό, επικαλέστηκε λιθουανικές ανησυχίες για τη χρηματοδότηση υποδομών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον σιδηροδρομικό άξονα Rail Baltica.

Κατά την προσέγγισή του, ακόμη και κυβερνήσεις που υποστηρίζουν το Κίεβο βρίσκονται αντιμέτωπες με τις εθνικές τους ανάγκες όταν η συζήτηση φτάνει στην κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων. Ειδική αναφορά έκανε στη στάση του Αντρέι Μπάμπις, τον οποίο παρουσίασε ως αντίθετο στην ανάληψη πρόσθετων εγγυήσεων για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας.

Η κριτική του επικεντρώθηκε και στον μακροπρόθεσμο δανεισμό: υποστήριξε ότι οι σημερινές δεσμεύσεις μεταφέρουν βάρη στις επόμενες γενιές, ενώ οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντιμετωπίζουν ήδη πιεστικές οικονομικές ανάγκες.

Η διαμάχη για τα παγωμένα ρωσικά κεφάλαια

Ξεχωριστή θέση στην ανάλυση είχε η αξιοποίηση των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Ο Καλεντερίδης εξέφρασε έντονη αντίθεση στη διοχέτευσή τους προς το Κίεβο, διατυπώνοντας τη θέση ότι μια τέτοια επιλογή δημιουργεί σοβαρό προηγούμενο.

Στάθηκε στις επιφυλάξεις που απέδωσε στη βελγική πλευρά και στον ρόλο της Euroclear. Παρουσίασε τη διαφωνία ως ουσιαστικό ζήτημα για τον τρόπο χρηματοδότησης του πολέμου και για τις ευθύνες που θα αναλάβουν τα ευρωπαϊκά κράτη.

Στην ίδια συζήτηση ενέταξε τη δήλωση που απέδωσε στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι για ενδεχόμενη μετακίνηση 20 εκατομμυρίων Ουκρανών προς την Ευρώπη σε περίπτωση ήττας. Ο αναλυτής ερμήνευσε την προειδοποίηση ως μέσο πίεσης προς τους Ευρωπαίους, ώστε να συνεχιστεί η οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη.

Αμφισβήτησε, επίσης, τη δυνατότητα της Ρωσίας να καταλάβει και να ελέγξει ολόκληρη την Ουκρανία, επικαλούμενος τις στρατιωτικές απαιτήσεις της κατοχής μεγάλων αστικών κέντρων. Πρόκειται για τη δική του εκτίμηση ως προς την πιθανή εξέλιξη του πολέμου.

Με ποιες πλάτες συγκρούεται με τον Τραμπ;

Ο Καλεντερίδης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στις διαφωνίες για τα ουκρανικά πλήγματα κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.

Όπως ανέφερε, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει τέτοιες επιθέσεις ως παράγοντα επιβάρυνσης των διεθνών τιμών ενέργειας, ενώ ο Φρίντριχ Μερτς υποστηρίζει το δικαίωμα της Ουκρανίας να πλήττει στόχους που συνδέονται με τη ρωσική πολεμική ικανότητα.

Ο αναλυτής διέκρινε διαφορετικές προτεραιότητες μεταξύ Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Εκτίμησε ότι το Κίεβο αντλεί πολιτική στήριξη από τη Βρετανία και τη Γερμανία, αμφισβήτησε όμως κατά πόσον αυτή μπορεί να αναπληρώσει την αμερικανική συνδρομή.

Συνέδεσε το ζήτημα με τις ανάγκες της ουκρανικής αεράμυνας και τις ελλείψεις αναχαιτιστικών πυραύλων που, όπως ανέφερε επικαλούμενος δημοσιεύματα, περιορίζουν τις δυνατότητές της.

Η βασική του εκτίμηση ήταν ότι η αντιπαράθεση με την αμερικανική ηγεσία ενέχει μεγάλο στρατηγικό κίνδυνο για τον Ζελένσκι, καθώς η ευρωπαϊκή πολιτική υποστήριξη δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την κάλυψη των στρατιωτικών αναγκών της χώρας.

Το καλώδιο και ο κίνδυνος τουρκικής εμπλοκής

Στα ελληνοτουρκικά, ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί διαδικασία συνεννόησης με την Άγκυρα για τις έρευνες της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου.

Με αφορμή αναφορές σε αίτημα της Nexans προς τη Λευκωσία, διατύπωσε τον φόβο ότι θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για αντίστοιχη προσέγγιση προς την τουρκική πλευρά. Το παρουσίασε ως κίνδυνο που παρακολουθεί, χωρίς να αναφέρει ότι έχει ήδη υποβληθεί τέτοιο αίτημα προς την Τουρκία.

Επικαλέστηκε τουρκικά δημοσιεύματα για τις διεκδικήσεις της Άγκυρας στην περιοχή και άσκησε κριτική στις ελληνικές κυβερνήσεις για την απουσία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Κατά την εκτίμησή του, η στάση της Γαλλίας θα επηρεάσει καθοριστικά την εξέλιξη του έργου, καθώς το ζητούμενο είναι εάν οι τουρκικές απαιτήσεις θα αποκτήσουν πρακτικό βάρος στη διαδικασία των ερευνών.

Η Άγκυρα απλώνει επιρροή στη Λιβύη

Για τη Λιβύη, ο αναλυτής αναφέρθηκε σε πολιτικές εξελίξεις στο ανατολικό τμήμα της χώρας και σε τουρκικές πιέσεις προς το περιβάλλον Χαφτάρ για την προώθηση του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Εκτίμησε ότι οι επαφές της Άγκυρας με τον Σαντάμ Χαφτάρ απαιτούν στενή παρακολούθηση από την Αθήνα. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται δική της διπλωματική δράση, καθώς η στάση τρίτων χωρών καθορίζεται από τα δικά τους συμφέροντα.

Στο μεταναστευτικό, τέλος, σχολίασε τις συζητήσεις που περιέγραψε για αυστηρότερη ευρωπαϊκή πολιτική, έλεγχο των συνόρων και επιστροφές. Τις αξιολόγησε ως ένδειξη αλλαγής προσανατολισμού, διατηρώντας επιφυλάξεις για την επάρκεια των μέτρων.

Το κοινό νήμα της παρέμβασής του ήταν το κόστος των πολιτικών αποφάσεων: ποιος το αναλαμβάνει στην Ευρώπη και με ποια στρατηγική προετοιμάζεται η Ελλάδα για τις πιέσεις στην περιοχή της.

 

Back to top button