breaking newsΔιεθνή

Πακιστάν: Ο «διαμεσολαβητής» που κατέρρευσε και η δυτική κατασκευή μιας γεωπολιτικής βιτρίνας

Για εβδομάδες, ένα μεγάλο μέρος του δυτικού Τύπου παρουσίαζε το Πακιστάν ως τον νέο κρίσιμο «ειρηνοποιό» της Μέσης Ανατολής. Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη βρίσκονταν σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη τροχιά σύγκρουσης, η κατάσταση στον Περσικό Κόλπο παρέμενε εύθραυστη, οι αγορές αντιδρούσαν νευρικά και η διεθνής κοινότητα αναζητούσε έναν δίαυλο επικοινωνίας που θα μπορούσε να αποτρέψει μια νέα περιφερειακή ανάφλεξη. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το Ισλαμαμπάντ εμφανίστηκε ξαφνικά ως η δύναμη που μπορούσε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν.

Το αφήγημα χτίστηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα. Διεθνή μέσα ενημέρωσης, αναλυτές και διπλωματικοί κύκλοι άρχισαν να περιγράφουν το Πακιστάν ως «απαραίτητο συνομιλητή», ως «κεντρικό παίκτη της περιφερειακής σταθερότητας», ακόμη και ως τον μοναδικό αξιόπιστο ενδιάμεσο που διατηρούσε ταυτόχρονα ανοιχτές γραμμές με την Τεχεράνη, την Ουάσιγκτον, το Πεκίνο και τα κράτη του Κόλπου.

Όμως πίσω από αυτή τη βιτρίνα κρυβόταν μια διαφορετική πραγματικότητα.

Οι συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στο Ισλαμαμπάντ τον Απρίλιο όχι μόνο δεν κατέληξαν σε κάποια ουσιαστική συμφωνία, αλλά ουσιαστικά κατέρρευσαν χωρίς κανένα απτό αποτέλεσμα. Δεν υπήρξε πρόοδος στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, δεν υπήρξε συμφωνία για την ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ, ούτε καν ένα σταθερό πλαίσιο αποκλιμάκωσης ανάμεσα στις δύο πλευρές. Παρ’ όλα αυτά, για εβδομάδες κυκλοφορούσε η εικόνα μιας μεγάλης διπλωματικής επιτυχίας.

Η υπόθεση αποκαλύπτει κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή αποτυχία διαπραγματεύσεων. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονται σήμερα οι γεωπολιτικές αφηγήσεις. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία ταξιδεύει ταχύτερα από τη διασταύρωση και η εικόνα προηγείται της πραγματικότητας, ένα κράτος μπορεί να εμφανιστεί ως «παγκόσμιος ειρηνοποιός» χωρίς να έχει επιτύχει απολύτως τίποτα στο πεδίο της πραγματικής διπλωματίας.

Στην περίπτωση του Πακιστάν, ο βασικός αρχιτέκτονας αυτής της εικόνας δεν φαίνεται να ήταν η πολιτική ηγεσία, αλλά ο στρατός και ο μηχανισμός πληροφοριών της χώρας. Το βαθύ κράτος του Ισλαμαμπάντ αντιλήφθηκε ότι η διεθνής κρίση αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία πολιτικής και επικοινωνιακής αναβάθμισης. Έτσι επιχείρησε να μετατρέψει το Πακιστάν από χώρα διαρκούς αστάθειας σε δύναμη «υπεύθυνης μεσολάβησης».

Η επιχείρηση αυτή βασίστηκε κυρίως στην καλλιέργεια προσδοκιών. Διαρροές προς δημοσιογράφους, «ανώνυμες κυβερνητικές πηγές», πληροφορίες για δήθεν επόμενους γύρους συνομιλιών και για μυστικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών αξιωματούχων δημιούργησαν την εικόνα μιας έντονης διπλωματικής κινητικότητας. Οι αγορές αντέδρασαν, οι τίτλοι των μέσων ενημέρωσης γέμισαν με αναφορές σε «πακιστανική διαμεσολάβηση» και η διεθνής κοινή γνώμη άρχισε να αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ ως παράγοντα σταθερότητας.

Το πρόβλημα ήταν ότι μεγάλο μέρος αυτής της εικόνας δεν επιβεβαιωνόταν από τα γεγονότα.

Οι φερόμενες επαφές δεν οδήγησαν πουθενά. Οι υψηλού επιπέδου αποστολές που παρουσιάζονταν ως σχεδόν βέβαιες είτε ακυρώθηκαν είτε δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Οι διαπραγματεύσεις δεν απέδωσαν αποτελέσματα και τελικά τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη άρχισαν να αναζητούν άλλες οδούς επικοινωνίας, παρακάμπτοντας το Πακιστάν.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση δεν είναι μόνο η πακιστανική προσπάθεια προβολής, αλλά και η στάση μεγάλου μέρους του δυτικού Τύπου. Ελάχιστα μέσα μπήκαν στη διαδικασία να εξετάσουν ποιος πραγματικά κινούσε τα νήματα στο Ισλαμαμπάντ. Η εικόνα μιας χώρας που λειτουργεί ως ουδέτερος διαμεσολαβητής αγνόησε μια σειρά από θεμελιώδη δεδομένα για τη σύγχρονη πακιστανική πραγματικότητα.

Το Πακιστάν δεν είναι ένα συνηθισμένο κοινοβουλευτικό κράτος όπου η εξωτερική πολιτική χαράσσεται αποκλειστικά από εκλεγμένες κυβερνήσεις. Ο στρατός παραμένει ο κυρίαρχος πυλώνας εξουσίας, με καθοριστικό ρόλο στην ασφάλεια, τη διπλωματία, την οικονομία και τη συνολική στρατηγική κατεύθυνση της χώρας. Η επιρροή του δεν είναι παρασκηνιακή· είναι δομική.

Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, το στρατιωτικό κατεστημένο ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση του. Η απομάκρυνση του Ιμράν Χαν από την εξουσία, οι καταγγελίες για χειραγώγηση των εκλογών, οι πιέσεις στη Δικαιοσύνη και οι διώξεις πολιτικών αντιπάλων δημιούργησαν μια εικόνα βαθιάς δημοκρατικής οπισθοδρόμησης. Παρ’ όλα αυτά, την ίδια στιγμή που στο εσωτερικό ενισχυόταν ο αυταρχισμός, στο εξωτερικό προωθούνταν η εικόνα ενός υπεύθυνου κράτους που εργάζεται για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή.

Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο της υπόθεσης.

Η διεθνής αναβάθμιση του Πακιστάν δεν βασίστηκε σε μια επιτυχημένη δημοκρατική μετάβαση, ούτε σε οικονομική ισχύ, ούτε σε κάποιο πραγματικό διπλωματικό επίτευγμα. Βασίστηκε κυρίως στη διαχείριση της εικόνας. Στην ικανότητα δηλαδή ενός στρατιωτικού μηχανισμού να μετατρέπει την ασάφεια σε αφήγημα και την αφήγηση σε διεθνή νομιμοποίηση.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η αντίδραση όταν άρχισαν να εμφανίζονται πληροφορίες που αμφισβητούσαν την ουδετερότητα του Πακιστάν. Αμερικανικοί κύκλοι εξέφρασαν αμφιβολίες για το κατά πόσο το Ισλαμαμπάντ μετέφερε με ακρίβεια τις θέσεις της Τεχεράνης προς την Ουάσιγκτον. Παράλληλα, προέκυψαν αναφορές για ιρανική στρατιωτική παρουσία σε πακιστανικές εγκαταστάσεις μετά την εκεχειρία του Απριλίου, γεγονός που προκάλεσε ερωτήματα για το κατά πόσο το Πακιστάν λειτουργούσε πραγματικά ως ουδέτερος διαμεσολαβητής.

Οι αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον έγιναν ιδιαίτερα έντονες. Αμερικανοί γερουσιαστές αμφισβήτησαν δημόσια την αξιοπιστία του Ισλαμαμπάντ, ενώ διπλωματικές πηγές άρχισαν να μιλούν ανοιχτά για αναζήτηση «πιο αξιόπιστων μεσολαβητών».

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η υπόθεση αυτή αποκάλυψε για ακόμη μία φορά μια σταθερή αδυναμία της Δύσης απέναντι στο Πακιστάν: τη διαρκή τάση να αντιμετωπίζεται η χώρα μέσα από το πρίσμα της χρησιμότητας και όχι της αξιοπιστίας.

Αυτό δεν είναι νέο φαινόμενο. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το Πακιστάν υπήρξε στρατηγικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Στη συνέχεια αποτέλεσε βασικό κόμβο στον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Ταυτόχρονα όμως, επί δεκαετίες, τμήματα του πακιστανικού κρατικού μηχανισμού συνδέθηκαν με ισλαμιστικά δίκτυα, εξτρεμιστικές οργανώσεις και πολιτικές διπλού παιχνιδιού.

Το γεγονός ότι ο Οσάμα μπιν Λάντεν εντοπίστηκε τελικά σε πακιστανική στρατιωτική πόλη δίπλα σε κορυφαία στρατιωτική ακαδημία δεν υπήρξε μια απλή «αποτυχία πληροφοριών». Για πολλούς αναλυτές αποτέλεσε τη συμβολική απόδειξη της διπλής φύσης του πακιστανικού κράτους: επίσημος σύμμαχος της Δύσης, αλλά ταυτόχρονα φορέας παράλληλων στρατηγικών σχέσεων και ατζεντών.

Σήμερα, το Πακιστάν επιχειρεί ξανά να τοποθετηθεί στο κέντρο των γεωπολιτικών εξελίξεων. Αυτή τη φορά όμως το κάνει σε ένα πολύ πιο περίπλοκο περιβάλλον. Η Κίνα επεκτείνει την επιρροή της μέσω του διαδρόμου CPEC και του λιμανιού Gwadar, η Σαουδική Αραβία αναζητά νέες ισορροπίες ασφαλείας, το Ιράν παλεύει να σπάσει την απομόνωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να διατηρήσουν τον έλεγχο σε μια περιοχή που αλλάζει ραγδαία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Ισλαμαμπάντ επιχειρεί να εμφανιστεί ως απαραίτητος κόμβος. Όμως η πραγματική του αδυναμία παραμένει η ίδια: η έλλειψη εμπιστοσύνης.

Καμία σοβαρή διαμεσολάβηση δεν μπορεί να πετύχει όταν και οι δύο πλευρές αμφιβάλλουν για τα κίνητρα του μεσολαβητή. Και καμία χώρα δεν μπορεί να οικοδομήσει μακροπρόθεσμη διεθνή αξιοπιστία όταν η εσωτερική της εικόνα χαρακτηρίζεται από πολιτική καταστολή, αμφισβητούμενη δημοκρατική νομιμοποίηση και κυριαρχία του στρατιωτικού κατεστημένου.

Το αφήγημα του «πακιστανικού ειρηνοποιού» άρχισε ήδη να ξεθωριάζει. Οι συνομιλίες πάγωσαν, οι διπλωματικοί δίαυλοι μετακινήθηκαν αλλού και η υποτιθέμενη «συμφωνία του Ισλαμαμπάντ» έμεινε περισσότερο ως επικοινωνιακό σύνθημα παρά ως πραγματικό ιστορικό γεγονός.

Ωστόσο, η υπόθεση αφήνει πίσω της ένα σημαντικό μάθημα για τη σύγχρονη γεωπολιτική: οι πόλεμοι της εικόνας προηγούνται πλέον συχνά των πραγματικών εξελίξεων. Και πολλές φορές, τα κράτη δεν επιδιώκουν απλώς να επηρεάσουν τις διαπραγματεύσεις, αλλά να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αντιλαμβάνεται τις ίδιες τις διαπραγματεύσεις.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο μεγάλος κερδισμένος δεν ήταν ούτε η ειρήνη ούτε η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Ο μόνος πραγματικός κερδισμένος ήταν το πακιστανικό στρατιωτικό κατεστημένο, το οποίο κατάφερε – έστω προσωρινά – να εμφανιστεί ως δύναμη διεθνούς κύρους και υπευθυνότητας, αποκτώντας πολιτικό χρόνο, διπλωματική κάλυψη και αναβαθμισμένη διεθνή εικόνα.

Μόνο που η πραγματικότητα, αργά ή γρήγορα, επιστρέφει πάντα.

Back to top button