του Ταμέρ Τσιλινγκίρ, Son Haber
Είμαι από την Τραπεζούντα.
Είμαι παιδί εκείνης της άγριας γεωγραφίας όπου τα κύματα χτυπούν τις ακτές. Είμαι άνθρωπος που έρχεται μέσα από τα βουνά που καλύπτονται από ομίχλη, από τον ήχο της κεμεντζέ και των μοιρολογιών. Και ακριβώς γι’ αυτό, αισθάνομαι τον μεγάλο πόνο που βίωσαν οι Έλληνες του Πόντου όχι απλώς ως ένα ιστορικό γεγονός, αλλά ως μια ηχώ της Μαύρης Θάλασσας που ακόμη δεν έχει σβήσει.
Ακόμη και σήμερα, όταν πολλοί άνθρωποι ακούν τη λέξη «Πόντος», ακούνε απλώς το όνομα ενός παλιού λαού. Όμως ο Πόντος ήταν η μνήμη των ανθρώπων που έζησαν επί αιώνες στις ανατολικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Από την Τραπεζούντα μέχρι τη Σαμψούντα, από την Κερασούντα μέχρι την Ορντού, σε εκείνες τις ακτές οι καμπάνες των εκκλησιών και οι φωνές του εζανιού περιπλανιόνταν μέσα στον ίδιο άνεμο. Οι άνθρωποι ψώνιζαν στην ίδια αγορά, βρέχονταν από την ίδια βροχή και κοιτούσαν την ίδια θάλασσα.
Ύστερα, η ιστορία τράβηξε ένα μαύρο πέπλο πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα.
Από το 1914 έως το 1923, οι Έλληνες του Πόντου υπέστησαν συστηματικές εξορίες, σφαγές, αναγκαστικές πορείες και πείνα. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν στα ορεινά μονοπάτια. Παιδιά έχασαν τις μητέρες τους. Γυναίκες έμειναν χωρίς πατρίδα και χωρίς σπίτι. Ηλικιωμένοι, ανήμποροι να περπατήσουν, σύρθηκαν για χιλιόμετρα. Το πράσινο της Μαύρης Θάλασσας μετατράπηκε ξαφνικά στο χρώμα του πένθους. Και όλα αυτά συνέβησαν υπό την ηγεσία των 25 Οθωμανών πασάδων που αποβιβάστηκαν στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου 1919.
Αυτό δεν ήταν απλώς ο θάνατος ενός λαού.
Ήταν η φίμωση ενός πολιτισμού.

Γιατί ακόμη και σήμερα, σε ορισμένα χωριά της Μαύρης Θάλασσας, παλιές πέτρινες εκκλησίες σαπίζουν σιωπηλά; Γιατί κάποιες μελωδίες ακούγονται ταυτόχρονα οικείες και ορφανές; Επειδή η μνήμη των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν από εκείνα τα χώματα εξακολουθεί να περιπλανιέται εκεί. Η ιστορία μερικές φορές δεν ζει στα νεκροταφεία, αλλά στους τοίχους των εγκαταλελειμμένων σπιτιών.
Το ζήτημα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου παρέμεινε επί χρόνια στη σκιά πολιτικών φόβων, άρνησης και εθνικιστικών αντανακλαστικών. Όμως η αντιμετώπιση του παρελθόντος δεν είναι προδοσία απέναντι σε ένα έθνος· αντίθετα, είναι προϋπόθεση για να παραμείνει κανείς άνθρωπος. Πρέπει να μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτά χωρίς να συγκρίνουμε πόνους και χωρίς να μετατρέπουμε τις ταυτότητες των ανθρώπων σε εχθρό.
Η αποδοχή της τραγωδίας που βίωσε ένας λαός δεν σημαίνει ότι ένας άλλος λαός κηρύσσεται ένοχος. Η ιστορία δεν είναι άσπρο και μαύρο. Όμως η άρνηση του πόνου γεννά νέες πληγές. Γιατί κάθε ιστορία που καταπιέζεται επιστρέφει κάποια μέρα με άλλες μορφές.
Πιστεύω πως το πραγματικό πνεύμα της Μαύρης Θάλασσας δεν είναι η εχθρότητα, αλλά η κουλτούρα της συνύπαρξης. Ο ήχος της κεμεντζέ δεν κουβαλά εθνικότητα. Η θάλασσα δεν χωρίζει κανέναν. Η βροχή πέφτει πάνω σε όλους με τον ίδιο τρόπο.
Αυτό που έχουμε ανάγκη σήμερα δεν είναι να χρησιμοποιούμε τα τραύματα του παρελθόντος ως όπλα ο ένας απέναντι στον άλλο, αλλά να τα κατανοήσουμε ώστε να χτίσουμε ένα πιο ανθρώπινο μέλλον.
Η τραγωδία που βίωσαν οι Έλληνες του Πόντου, όπως και όλοι οι άλλοι λαοί αυτής της γεωγραφίας, αξίζει να συζητηθεί με ειλικρίνεια.
Γιατί ορισμένες σιωπές είναι οι πιο βαριές κραυγές.