breaking newsΕλλάδα

Τουρκική αντεπίθεση στην Ουάσιγκτον για τα F-35 με ΜΚΟ – Επιστολή σε περισσότερους από 50 νομοθέτες – Έμμεση απειλή για στροφή σε άλλα οπλικά συστήματα

Σε οργανωμένη εκστρατεία άσκησης επιρροής στην Ουάσιγκτον έχουν προχωρήσει επτά τουρκοαμερικανικές οργανώσεις, με στόχο να ανοίξει εκ νέου ο δρόμος για την πώληση μαχητικών F-35 στην Τουρκία και να αρθούν οι αμερικανικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην Άγκυρα λόγω της προμήθειας του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400.

Του Χρήστου Κωνσταντινίδη

Εκπρόσωποι των οργανώσεων πραγματοποίησαν επαφές στο αμερικανικό Κογκρέσο και παρέδωσαν κοινή επιστολή σε περισσότερους από 50 νομοθέτες. Η πρωτοβουλία δεν αποτελεί μια απλή συμβολική παρέμβαση, αλλά συγκροτημένη προσπάθεια μεταβολής του κλίματος στο Καπιτώλιο, όπου εξακολουθούν να καταγράφονται σοβαρές αντιστάσεις στην επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα του μαχητικού πέμπτης γενιάς.

Σύμφωνα με το Anadolu Ajansı, η επιστολή παραδόθηκε στους Αμερικανούς νομοθέτες τον Ιούλιο. Η τουρκική πλευρά επιχειρεί να εκμεταλλευτεί το πολιτικό παράθυρο που άνοιξαν οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ υπέρ της άρσης των κυρώσεων και της εξέτασης μιας πιθανής πώλησης F-35 στην Άγκυρα.

Γνωρίζει, ωστόσο, ότι η τελική απόφαση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον Λευκό Οίκο. Προσκρούει στην ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία, στο ζήτημα των S-400 και στις διαθέσεις του Κογκρέσου.

Οι επτά οργανώσεις πίσω από την εκστρατεία

Την κοινή επιστολή υπογράφουν:

  • Η Συνέλευση Τουρκοαμερικανικών Ενώσεων – ATAA
  • Ο Τουρκοαμερικανικός Συνασπισμός – TCA
  • Η Ομοσπονδία Τουρκοαμερικανικών Ενώσεων – TADF
  • Η Τουρκοαμερικανική Εθνική Κατευθυντήρια Επιτροπή – TASC
  • Η MÜSİAD USA
  • Το Τουρκοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο του Νότου – TACCS
  • Η ASKON USA

Πρόκειται για οργανώσεις με παρουσία στην τουρκοαμερικανική κοινότητα, στον επιχειρηματικό χώρο και στους μηχανισμούς πολιτικής επιρροής της Ουάσιγκτον. Η ταυτόχρονη κινητοποίησή τους φανερώνει ότι η Άγκυρα επιχειρεί να συγκροτήσει ενιαίο μέτωπο υποστήριξης των τουρκικών αιτημάτων, απέναντι στις οργανώσεις και στους νομοθέτες που ζητούν τη διατήρηση των περιορισμών.

Το κεντρικό αίτημα της επιστολής είναι να υποστηριχθεί η πώληση F-35 στην Τουρκία και να απομακρυνθούν οι κυρώσεις και τα θεσμικά εμπόδια που περιορίζουν την αμερικανοτουρκική αμυντική συνεργασία.

Οι οργανώσεις παρουσιάζουν την πρόσβαση της Τουρκίας στα αμερικανικά οπλικά συστήματα ως υπόθεση που υπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και τη συνοχή του ΝΑΤΟ.

Το τουρκικό αφήγημα προς το Κογκρέσο

Η επιχειρηματολογία τους οικοδομείται γύρω από τη γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας. Υπενθυμίζουν ότι η χώρα είναι μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Συμμαχίας.

Παράλληλα, προβάλλουν τη σημασία της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ για τις αμερικανικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, ενώ επικαλούνται και τη συμμετοχή τουρκικών δυνάμεων στον Πόλεμο της Κορέας.

Ένα ακόμη επιχείρημα είναι ότι η επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35 θα τη διατηρήσει συνδεδεμένη με αμερικανικούς και νατοϊκούς προμηθευτές. Εμμέσως προβάλλεται η απειλή ότι, εάν η Ουάσιγκτον εξακολουθήσει να της κλείνει την πόρτα, η Τουρκία μπορεί να στραφεί ακόμη περισσότερο προς εναλλακτικές αγορές οπλικών συστημάτων.

Στην επιστολή επιχειρείται επίσης να παρουσιαστεί η Τουρκία ως «εποικοδομητικός περιφερειακός παράγοντας». Γίνεται αναφορά στον ρόλο που διεκδικεί στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, στις εξελίξεις γύρω από το PKK, στην παρουσία της στη Συρία και στην προσέγγιση με την Αρμενία.

Πρόκειται για την πλήρη ανάπτυξη του τουρκικού αφηγήματος προς τους Αμερικανούς νομοθέτες: ότι, παρά τις συγκρούσεις και τις αποκλίσεις των τελευταίων ετών, η γεωγραφία και οι στρατιωτικές δυνατότητες της Τουρκίας την καθιστούν αναντικατάστατη για τη Δύση.

Οι S-400 παραμένουν το μεγάλο εμπόδιο

Πίσω από την εκστρατεία επιρροής βρίσκεται ένα δύσκολο νομικό και στρατιωτικό πρόβλημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την παραλαβή των ρωσικών S-400.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η συνύπαρξη των δύο συστημάτων θα μπορούσε να εκθέσει ευαίσθητα τεχνικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού μαχητικού στη Ρωσία και να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για τα συστήματα του ΝΑΤΟ.

Το 2020 επιβλήθηκαν κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA στην τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών και σε στελέχη της. Η άρση, όμως, των συγκεκριμένων κυρώσεων δεν αρκεί από μόνη της για να επιστρέψει η Τουρκία στο πρόγραμμα.

Η αμερικανική νομοθεσία απαγορεύει τη μεταφορά F-35 όσο η Άγκυρα εξακολουθεί να κατέχει τους S-400 και δεν παρέχει τις απαιτούμενες εγγυήσεις ότι δεν θα τους αποκτήσει ξανά.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατέστησε σαφές σε επιστολή του προς το Κογκρέσο, στις 22 Ιουλίου 2026, ότι η Τουρκία δεν έχει εκπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για να επιστρέψει στο πρόγραμμα.

Συνεπώς, οι πολιτικές δηλώσεις υπέρ μιας συμφωνίας δεν αρκούν. Απαιτείται επίλυση του ζητήματος των S-400 και συμμόρφωση με τις προβλέψεις του αμερικανικού νόμου.

Η μάχη για τη διαμόρφωση του κλίματος

Η πρωτοβουλία των επτά οργανώσεων αναπτύσσεται απέναντι στις κινήσεις του αντίπαλου στρατοπέδου μέσα στο Κογκρέσο. Διακομματικές ομάδες Αμερικανών νομοθετών έχουν ταχθεί κατά της επιστροφής της Τουρκίας στα F-35, επικαλούμενες όχι μόνο τους S-400, αλλά και τη στάση της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.

Στην πραγματικότητα, η υπόθεση έχει εξελιχθεί σε σύγκρουση οργανωμένων δικτύων επιρροής στην Ουάσιγκτον.

Η τουρκική πλευρά επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο τη γεωστρατηγική χρησιμότητα της χώρας, αποσυνδέοντάς την όσο μπορεί από τις επιλογές που προκάλεσαν τη ρήξη. Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές της Άγκυρας υπογραμμίζουν ότι η παράδοση του πλέον προηγμένου αμερικανικού μαχητικού σε μια χώρα που εξακολουθεί να διαθέτει ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει στείλει θετικά πολιτικά μηνύματα προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε τον Ιούλιο ότι προτίθεται να άρει τις κυρώσεις και να εξετάσει την πώληση των μαχητικών, παρότι παραμένουν σοβαρά νομικά και κοινοβουλευτικά εμπόδια.

Το ενδιαφέρον της Άγκυρας είναι μεγάλο, καθώς η απόκτηση των F-35 θα αποκαθιστούσε την πρόσβασή της στην τεχνολογία πέμπτης γενιάς και θα επηρέαζε άμεσα τους στρατιωτικούς συσχετισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.

Ανάμεσα, όμως, στις προθέσεις του Λευκού Οίκου και στην πραγματική επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 παρεμβάλλονται το Κογκρέσο, η αμερικανική νομοθεσία και οι S-400.

Η παράδοση της επιστολής σε περισσότερους από 50 νομοθέτες αποδεικνύει ότι η Άγκυρα γνωρίζει πού θα κριθεί η μάχη και κινητοποιεί συστηματικά τα δίκτυά της. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το εάν είναι διατεθειμένη να πληρώσει το βασικό τίμημα που απαιτεί η Ουάσιγκτον: την οριστική απομάκρυνση του ρωσικού συστήματος από το οπλοστάσιό της.

Back to top button