Μια συνολική γεωπολιτική ανάγνωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, των κινδύνων για την Κύπρο και της στρατηγικής σημασίας του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ έκανε ο πρέσβης επί τιμή Περικλής Νεάρχου, μιλώντας στον Σάββα Καλεντερίδη και την εκπομπή «Geopolitics» της τηλεόρασης της Ναυτεμπορικής.
Ο έμπειρος διπλωμάτης εκτίμησε ότι, παρά τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, οι εξελίξεις δείχνουν πως οι πλευρές οδηγούνται πιο κοντά σε ένα σχήμα ειρήνευσης παρά σε έναν νέο γύρο γενικευμένης αναμέτρησης. Όπως εξήγησε, το αδιέξοδο είναι βαθύ και το κόστος μιας παρατεταμένης κρίσης είναι τόσο βαρύ, ώστε ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε το Ιράν μπορούν να το τραβήξουν επ’ αόριστον.
Σύμφωνα με τον Περικλή Νεάρχου, το κλείσιμο ή ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και στην ενέργεια. Μπορεί το Ιράν να υφίσταται πίεση, όμως, όπως τόνισε, έχει και τη δυνατότητα να αντέξει, παρασύροντας ταυτόχρονα σε μεγάλη αναταραχή όχι μόνο την περιοχή αλλά και τη διεθνή αγορά. Υπό αυτό το πρίσμα, υπογράμμισε ότι και η αμερικανική πλευρά αναζητεί τελικά έναν τρόπο αποκλιμάκωσης, επειδή η παράταση της κρίσης δημιουργεί ζημιές που δύσκολα μπορούν να ελεγχθούν.
Από εκεί και πέρα, η συζήτηση στράφηκε στον Λίβανο και στη Χεζμπολάχ, με τον Περικλή Νεάρχου να περιγράφει μια βαθιά διχασμένη χώρα, στην οποία ο λιβανικός στρατός δεν διαθέτει την ισχύ να αφοπλίσει τη σιιτική οργάνωση. Κατά την ανάλυσή του, το Ισραήλ επιχειρεί να εκβιάσει μια νέα πραγματικότητα ασφαλείας, όμως η Χεζμπολάχ παραμένει παράγοντας στρατιωτικής ισχύος που δεν μπορεί να παρακαμφθεί εύκολα. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Λίβανος αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς ένα ανεξάρτητο και μη ελεγχόμενο από την Άγκυρα λιβανικό κράτος εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ιδιαίτερο βάρος είχε το κομμάτι της συνέντευξης που αφορούσε την Κύπρο. Ο Σάββας Καλεντερίδης έθεσε το ζήτημα της δοκιμασίας που υπέστη το νησί όταν, κατά τις ημέρες της κρίσης, μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπληξε υποδομή στην περιοχή του Ακρωτηρίου. Ο Περικλής Νεάρχου συνέδεσε το περιστατικό με τη συνολική εικόνα ευαλωτότητας, επισημαίνοντας ότι η Κύπρος βρίσκεται πλέον μέσα σε ένα πεδίο άμεσων απειλών, όπου δεν αρκούν οι παραδοσιακές βεβαιότητες. Μάλιστα, προειδοποίησε ότι αυτό που φάνηκε στην περίπτωση της επίθεσης αποτελεί μικρογραφία όσων μπορεί να ακολουθήσουν στο μέλλον, είτε από τον Λίβανο είτε από άλλες κατευθύνσεις, ακόμη και από την Τουρκία.
Ο πρέσβης επί τιμή στάθηκε ιδιαίτερα στη γαλλική παρουσία στην Κύπρο, υπενθυμίζοντας ότι το Παρίσι διαθέτει στρατηγική συνεργασία με τη Λευκωσία και έντονο ενδιαφέρον για τον Λίβανο και συνολικά για την Ανατολική Μεσόγειο. Στη συλλογιστική του, η Κύπρος δεν είναι πια ένα απομονωμένο νησί, αλλά κρίσιμος κόμβος για μεγαλύτερες δυνάμεις που βλέπουν την περιοχή ως πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού.
Στο σκέλος που αφορούσε τις τουρκικές απειλές, ο Περικλής Νεάρχου ήταν απολύτως σαφής. Ερμήνευσε τις παρεμβάσεις της Άγκυρας απέναντι στη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ ως έκφραση πραγματικής ανησυχίας. Όπως είπε, η Τουρκία βλέπει ότι διαμορφώνεται ένας άξονας τριών χωρών που ανατρέπει τις βάσεις της στρατηγικής της στην περιοχή. Και αυτή η στρατηγική, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ξεκάθαρη: η επιβολή της «Γαλάζιας Πατρίδας» βήμα-βήμα, ειρηνικά όπου γίνεται, χωρίς να χρειαστεί να πέσει σφαίρα, μέσα από υπεροχή ισχύος και σταδιακή δημιουργία τετελεσμένων.
Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές παρεμβάσεις του, ο Περικλής Νεάρχου σημείωσε ότι η Άγκυρα θέλει να οδηγήσει Ελλάδα και Κύπρο σε ένα περιβάλλον όπου δεν θα έχουν άλλη επιλογή παρά να αποδεχθούν αυτό που εκείνη επιδιώκει. Αυτή, όπως είπε, είναι η στρατηγική του Ερντογάν απέναντι στον Ελληνισμό: να καταστήσει την άλλη πλευρά αδύναμη να αντιδράσει και να επιβάλει de facto τις επιδιώξεις της.
Στο πιο κρίσιμο ίσως σημείο της συνέντευξης, ο Περικλής Νεάρχου ξεκαθάρισε ότι η σύμπτωση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν είναι συγκυριακή ούτε ιδεολογική. Είναι στρατηγική και στηρίζεται σε κοινό συμφέρον. Και το κοινό αυτό συμφέρον, όπως είπε με έμφαση, δεν είναι ούτε το παλαιστινιακό ούτε η Χεζμπολάχ ούτε το Ιράν. Είναι η κοινή απειλή που προέρχεται από την Τουρκία.
Η αποστροφή αυτή αποτύπωσε ίσως και τον πυρήνα όλης της παρέμβασής του. Δηλαδή ότι η προσέγγιση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ δεν είναι μια ευκαιριακή διπλωματική κατασκευή, αλλά μια γεωπολιτική αναγκαιότητα που γεννιέται από την τουρκική αναθεωρητική στρατηγική. Κατά τον Νεάρχου, το Ισραήλ βλέπει πλέον καθαρά ότι μετά το Ιράν, η Τουρκία ανεβαίνει όλο και περισσότερο στην κλίμακα των ανησυχιών του για την περιοχή, ενώ ο Ελληνισμός οφείλει να αξιοποιήσει αυτή τη σύγκλιση συμφερόντων με σοβαρότητα και ρεαλισμό.
Ο ίδιος, πάντως, έσπευσε να βάλει και μια κρίσιμη παράμετρο: η Ελλάδα και η Κύπρος είναι χώρες αρχών και δεν μπορούν να εμφανίζονται ως συνένοχες σε πολιτικές που παραβιάζουν το ανθρωπιστικό δίκαιο. Υπό αυτή την έννοια, η συνεργασία με το Ισραήλ δεν σημαίνει ταύτιση σε όλα, αλλά κοινή στρατηγική αντίληψη απέναντι σε μια περιφερειακή απειλή που έχει όνομα και αυτό είναι η Τουρκία.
Η συνέντευξη του Περικλή Νεάρχου στον Σάββα Καλεντερίδη ανέδειξε τελικά ένα βασικό συμπέρασμα: η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν είναι ένα μακρινό επεισόδιο για την Ελλάδα και την Κύπρο. Αντίθετα, αλλάζει συσχετισμούς, αποκαλύπτει απειλές, δημιουργεί νέες ισορροπίες και φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη για στέρεες στρατηγικές συμμαχίες. Και μέσα σε αυτό το νέο τοπίο, η Τουρκία εμφανίζεται όχι ως απλός παρατηρητής, αλλά ως ο βασικός παράγοντας που ωθεί τον Ελληνισμό και το Ισραήλ σε βαθύτερη σύγκλιση.