breaking newsΕλλάδα

Ξετυλίγοντας τον μύθο των ελληνοβρετανικών σχέσεων

Γράφει ο William Mallinson*

Πριν από χρόνια, μου απονεμήθηκε υποτροφία της Ελληνικής Κυβέρνησης για τη διεξαγωγή μεταδιδακτορικής έρευνας σχετικά με τις βρετανοελληνικές σχέσεις. Αν και παρέμεινα στην Ελλάδα, χρησιμοποίησα τα χρήματα για να ταξιδεύω τακτικά στο Ηνωμένο Βασίλειο και να «λεηλατώ» τα βρετανικά αρχεία στο Kew, και σύντομα εθίστηκα σε όσα ανακάλυπτα. Ως πρώην διπλωμάτης, ήμουν άριστα εξοπλισμένος για να χειρίζομαι γρήγορα τους φακέλους, καθώς γνώριζα όλα τα παρασκήνια, έχοντας ο ίδιος ασχοληθεί με παρόμοια έγγραφα και δημιουργήσει τέτοια. Εξ ου και τα αρκετά βιβλία μου για την Κύπρο. Αφού απέκτησα, τουλάχιστον για τον εαυτό μου, επαρκή γνώση της ιστορίας της Κύπρου και έγραψα αρκετά βιβλία και άρθρα, αποφάσισα τελικά ότι είχε έρθει η ώρα να ευχαριστήσω την Ελληνική Κυβέρνηση μέσω ενός βιβλίου για τις βρετανοελληνικές σχέσεις· όχι ως κύκνειο άσμα (ο Θεός φυλάξοι!), αλλά ως κορύφωση της αρχειακής μου έρευνας. Το γεγονός ότι έχω Ελληνίδα μητέρα και Βρετανό πατέρα συνέβαλε επίσης στο να με ωθήσει σε δράση. Συνειδητοποίησα ότι ορισμένα από όσα έγραφα θα ενοχλούσαν συγκεκριμένους κύκλους τόσο στη Βρετανία όσο και στην Ελλάδα, καθώς θεωρώ τον εαυτό μου το ακριβώς αντίθετο του κομματικά «σχεδιασμένου» ακαδημαϊκού, από τους οποίους και οι δύο χώρες διαθέτουν αρκετούς. Απεχθάνομαι επίσης τον εθνικιστικό σωβινισμό. Ωστόσο, η άποψη του A. J. P. Taylor για τους ιστορικούς μου έδωσε δύναμη: «Ένας ιστορικός δεν πρέπει να διστάζει, ακόμη κι αν τα βιβλία του προσφέρουν βοήθεια και παρηγοριά στους εχθρούς της Βασίλισσας […], ή ακόμη και στους κοινούς εχθρούς της ανθρωπότητας».

Έτσι ξεκίνησα αυτό που θεωρούσα ότι θα ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα, καθώς διαθέτω κυριολεκτικά χιλιάδες έγγραφα. Σύντομα διαπίστωσα ότι δεν υπήρχαν βιβλία που να ασχολούνται ειδικά με τις βρετανοελληνικές σχέσεις, παρά μόνο ορισμένες συλλογές δοκιμίων. Σε κάθε περίπτωση, μπόρεσα να φιλτράρω τη γνώση που είχα αποκτήσει με τα χρόνια σε ένα και μόνο βιβλίο, γράφοντας όσο πιο νηφάλια μπορούσα για ένα προφανώς ακανθώδες θέμα. Στόχος μου ήταν να αναδείξω το καλό, το κακό και το άσχημο, να δώσω μια όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική εικόνα. Με λίγα λόγια, ήθελα να βγάλω πολλά από μέσα μου. Ήμουν καλά «οπλισμένος» με τα βιβλία που είχα διαβάσει για την Ελλάδα, ιδίως εκείνα των Richard Clogg και Christopher Woodhouse. Αν και αμφότεροι αναφέρονται σε κακή βρετανική συμπεριφορά, αυτή τείνει να είναι θαμμένη μέσα στα βιβλία τους και σίγουρα δεν τονίζεται. Ο Woodhouse, για παράδειγμα, επικρίνει την εμμονή του Τσώρτσιλ με την επαναφορά του βασιλιά, αλλά δεν επεκτείνεται ιδιαίτερα στον ρόλο της Βρετανίας στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, ενώ θαμμένο στη σελίδα 57 της Σύντομης Ιστορίας της Ελλάδας του Clogg βρίσκουμε το εντυπωσιακό (για μένα) απόσπασμα ενός Βρετανού διπλωμάτη: «Μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα μπορεί να είναι είτε αγγλική είτε ρωσική, και αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, είναι αναγκαίο να είναι αγγλική». Λίγα έχουν αλλάξει σήμερα· παραφράζω τον Francesco Guicciardini (για τον οποίο έχω γράψει βιβλίο): «Τα πράγματα ήταν πάντοτε τα ίδια· το παρελθόν ρίχνει φως στο μέλλον, και τα ίδια πράγματα επιστρέφουν με διαφορετικά χρώματα».

Με τη γνώση μου για την ελληνική εξωτερική πολιτική (στον βαθμό που υφίσταται σήμερα), συνειδητοποίησα ότι πολιτικά πράγματι λίγα είχαν αλλάξει και ότι ο θεσμικά αταβιστικός φόβος και η αντιπάθεια της Αγγλίας και κατόπιν της Βρετανίας απέναντι στη Ρωσία –και ακόμη και στον ρωσικό λαό– εξακολουθούν να υπάρχουν, ενισχυμένοι προφανώς από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ενώ οι Έλληνες πολίτες πληρώνουν φόρους για να στέλνουν όπλα και χρήματα στην Ουκρανία· ένα φαινομενικό παράδοξο, δεδομένου ότι το σύγχρονο ελληνικό κράτος οφείλει την ύπαρξή του περισσότερο στη Ρωσία από οποιαδήποτε άλλη χώρα, όπως εξηγώ στο βιβλίο μου. Στο πλαίσιο αυτό, η σύγχρονη εκδήλωση του συνεχιζόμενου προβλήματος σε σχέση με την Ελλάδα και τη Ρωσία είναι ότι οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούν τον πρώτο ηγέτη της Ελλάδας, τον Ιωάννη Καποδίστρια, ως ήρωα, ενώ η βρετανική κυβέρνηση τον υποπτευόταν για φιλορωσικές τάσεις και σίγουρα ανακουφίστηκε όταν δολοφονήθηκε. Κι όμως, παρά το μεγαλείο του τόσο στη διαμόρφωση του ελβετικού συντάγματος όσο και στη διάσωση μιας ηττημένης Γαλλίας, το 1815, από τον διαμελισμό και τη χρεοκοπία, δύσκολα τυγχάνει σεβασμού από τη Βρετανία.

Ομολογώ ότι γράφω και για προσωπικές εμπειρίες, όπως φωνασκούντες ακαδημαϊκούς, παράνομες προσλήψεις σε πανεπιστήμιο και τη διαφθορά στην Ελλάδα, αλλά και για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον φιλέλληνα Λόρδο Owen στην Πελοπόννησο, όπου περνά τα καλοκαίρια του. Δεν αποφεύγω όμως αμφιλεγόμενα θέματα όπως η δολοφονία του Ταξίαρχου Saunders, ο Τεκτονισμός, ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος και πιθανές προσπάθειες «κατάκτησης των ελληνικών καρδιών και μυαλών». Πρόκειται για ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν κατά μέτωπο και όχι να συγκαλυφθούν. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Patrick Leigh Fermor το 1966: «Από τον Ελληνικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας και έπειτα, η Αγγλία απολαμβάνει μια ιδιαίτερη υπεροχή στις ελληνικές συμπάθειες […] σοβαροί λόγοι στηρίζουν αυτή την κολακευτική εικόνα […] μια εικόνα που, δυστυχώς, η πρόσφατη σύγκρουση στην Κύπρο έχει κλονίσει […] είναι πρόωρο να πούμε αν τα πράγματα θα επανέλθουν με τον χρόνο στην προηγούμενη ευτυχή τους κατάσταση. Υπάρχουν ελπιδοφόρα σημάδια. Αλλά τα κρίνα που σαπίζουν μυρίζουν χειρότερα από τα ζιζάνια [δική μου έμφαση]». Πολλοί Έλληνες, κυρίως δεξιοί, θα συμφωνήσουν με τον Leigh Fermor, όχι όμως και οι πιο αριστεροί. Η Κύπρος αποτελεί πράγματι αμηχανία, με ακόμη και τον προωθητή του Σχεδίου Ανάν, David Hannay, να παραδέχεται ότι «δεν καλύψαμε τον εαυτό μας με δόξα». Χρειάστηκαν σχεδόν 800 χρόνια για να ζητήσει ο Πάπας συγγνώμη από την Ελλάδα για την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204. Θα ζητήσει η Βρετανία συγγνώμη για τον επιζήμιο ρόλο της στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο —ένα ζήτημα που εξακολουθεί να υποβόσκει δυσάρεστα κάτω από την επιφάνεια της ελληνικής ζωής— νωρίτερα ή αργότερα; Αν το έκανε, αυτό αναμφίβολα θα έδινε ώθηση στις βρετανοελληνικές σχέσεις. Θα χρειαστεί όμως θάρρος τόσο από Βρετανούς όσο και από Έλληνες πολιτικούς για να εργαστούν προς αυτή την κατεύθυνση. Όσο για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, η Βρετανία θα μπορούσε να τα επιστρέψει άμεσα. Οι Έλληνες θα σέβονταν τη Βρετανία αν είχε το θάρρος και την ηθική να τα επιστρέψει.

  • Ο William Mallinson είναι πρώην Βρετανός διπλωμάτης, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του Journal of Balkan and Near Eastern Studies και συγγραφέας πολλών βιβλίων, στα ελληνικά και στα αγγλικά, μεταξύ των οποίων Cyprus: a Modern History και Guicciardini, Geopolitics and Geohistory: Understanding Inter-State Relations. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι The Real Story of the Relationship between Britain and Greece, του οποίου η έκδοση σε χαρτόδετο κυκλοφόρησε πρόσφατα. Έχει επίσης εκδοθεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Παπαζήση με τον τίτλο Οι Ελληνο-Βρετανικές Σχέσεις: Ξετυλίγοντας τον Μύθο.
Back to top button