Σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον του μεταγωγικού στόλου της Πολεμικής Αεροπορίας προκαλεί δημοσίευμα του enikos.ge σύμφωνα με το οποίο εξετάζεται εισήγηση για την πλήρη απόσυρση των C-130, αεροσκαφών που εδώ και 51 χρόνια αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των τακτικών αερομεταφορών της χώρας. Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο την αντικατάσταση ενός παλαιού τύπου αεροσκάφους, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της επιχειρησιακής λογικής, του κόστους υποστήριξης και της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Τα πρώτα C-130H παραλήφθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1975 και άλλαξαν ριζικά τις δυνατότητες στρατιωτικών μεταφορών της Ελλάδας. Παρά την πολύχρονη απαξίωση που υπέστη ο στόλος, κυρίως στα χρόνια της οικονομικής κρίσης αλλά και εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών, η Πολεμική Αεροπορία φέρεται να έχει πετύχει τα τελευταία χρόνια μια σταδιακή αποκατάσταση της επιχειρησιακής εικόνας. Από το οριακό σημείο στο οποίο κάποτε πετούσε μόλις ένα τμήμα του στόλου, σήμερα υπάρχουν έξι πλήρως πτήσιμα C-130, ενώ ο αριθμός αυτός αναμένεται, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, να ανέβει στα οκτώ μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φερόμενη εισήγηση για πλήρη απόσυρση των C-130 προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση, καθώς οδηγεί όχι μόνο στην εισαγωγή νέου τύπου αεροσκάφους από το μηδέν, αλλά και στο κλείσιμο της σχετικής γραμμής παραγωγής στην ΕΑΒ. Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο βαρύ αν ληφθεί υπόψη ότι η κρατική αεροπορική βιομηχανία συμμετέχει ήδη στην παγκόσμια παραγωγή του τύπου, αφού στο εργοστάσιό της παράγεται σημαντικό τμήμα της ατράκτου των C-130 που κατασκευάζονται διεθνώς.
Σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πληροφορίες, οι ΗΠΑ είχαν προτείνει στην Ελλάδα την παραχώρηση δύο μεταγωγικών C-130 μέσω της λεγόμενης λίστας Μπλίνκεν, ενώ εξετάστηκαν και μεταχειρισμένες λύσεις νεότερων C-130J από άλλες χώρες. Ωστόσο, καμία από τις προσφερόμενες επιλογές δεν κρίθηκε κατάλληλη. Το αποτέλεσμα ήταν να διαμορφωθεί, κατά το δημοσίευμα, σκέψη για στροφή σε νέο βραζιλιάνικο αεροσκάφος με κινητήρες jet, επιλογή που παρουσιάζεται ως τεχνολογικά σύγχρονη, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση για το αν πράγματι εξυπηρετεί τις ελληνικές ανάγκες.
Ο βασικός αντίλογος εστιάζει στο ότι το C-130J παραμένει αποδεδειγμένα μια πιο ώριμη και δοκιμασμένη λύση για στρατιωτική χρήση. Διαθέτει τεράστιο δίκτυο υποστήριξης, επιχειρεί σε δεκάδες χώρες, είναι πλήρως ενταγμένο στα πρότυπα του ΝΑΤΟ και θεωρείται ιδανικό για δύσκολους, μικρούς ή πρόχειρους διαδρόμους. Παράλληλα, οι turboprop κινητήρες του προσφέρουν πλεονεκτήματα σε αποστολές όπως έρευνα-διάσωση, ρίψεις αλεξιπτωτιστών και επιχειρήσεις που απαιτούν παραμονή σε χαμηλές ταχύτητες. Με απλά λόγια, το Hercules μπορεί να είναι παλαιότερη φιλοσοφία, αλλά παραμένει εργαλείο φτιαγμένο για σκληρή στρατιωτική χρήση και όχι απλώς μια πολιτική πλατφόρμα σε στρατιωτική διαμόρφωση.
Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι η πολυτυπία. Η Πολεμική Αεροπορία ήδη υποστηρίζει δύο τύπους μεταγωγικών, τα C-130 και τα C-27J Spartan. Η προσθήκη ενός τρίτου τύπου θα αύξανε το κόστος συντήρησης, θα απαιτούσε νέα εφοδιαστική αλυσίδα, ξεχωριστά αποθέματα ανταλλακτικών, νέα εκπαίδευση ιπταμένων και τεχνικών και επιπλέον επενδύσεις σε υποδομές. Αυτό σημαίνει πρακτικά μεγαλύτερη πίεση σε προσωπικό και πόρους, σε μια περίοδο που η διαθεσιμότητα και η απλότητα υποστήριξης είναι κρίσιμοι παράγοντες.
Το δημοσίευμα στέκεται ιδιαίτερα και στο θέμα της εγχώριας συμμετοχής. Την ώρα που η κυβέρνηση έχει θεσμοθετήσει υποχρεωτική συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας κατά 25% σε κάθε νέο αμυντικό σύστημα, η επιλογή ενός νέου τύπου χωρίς ουσιαστική ελληνική συμπαραγωγή θα έμοιαζε να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Και εδώ βρίσκεται η ουσία: δεν συζητείται απλώς μια αγορά αεροσκαφών, αλλά μια απόφαση που μπορεί να αποδυναμώσει την ΕΑΒ, να ακυρώσει υφιστάμενη τεχνογνωσία και να επιβαρύνει τη χώρα με ακριβότερο μοντέλο υποστήριξης.
Η εικόνα που προκύπτει είναι περίπλοκη. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ανάγκη ανανέωσης του στόλου και εξεύρεσης μιας μακροπρόθεσμης λύσης. Από την άλλη, όμως, τίθεται το ερώτημα αν η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει βιαστικά μια πλατφόρμα που ανακτά επιχειρησιακά χαρακτηριστικά, διαθέτει παγκόσμιο δίκτυο υποστήριξης και συνδέεται άμεσα με την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Αν επιβεβαιωθούν αυτές οι εισηγήσεις, δεν θα πρόκειται για μια απλή τεχνική επιλογή, αλλά για στρατηγική απόφαση με σοβαρές επιχειρησιακές, οικονομικές και βιομηχανικές συνέπειες.