Από τις ”στρεβλές” δημοσκοπήσεις και την αποχή, μέχρι την ανυπαρξία αντιπολίτευσης και το δημογραφικό καμπανάκι, η εικόνα μιας χώρας που ψάχνει ακόμα τον βηματισμό της.
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα διανύει μια από τις πιο παράξενες και αντιφατικές περιόδους της μεταπολίτευσης. Ποτέ άλλοτε η εικόνα που παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσκοπήσεις δεν έμοιαζε τόσο αποκομμένη από το σφυγμό της πραγματικής κοινωνίας.
Υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση μουδιάσματος. Οι πολίτες, ενώ δείχνουν έτοιμοι να αντιδράσουν, δεν το κάνουν, σαν να συγκρατούνται από ένα αόρατο φρένο. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που μιλάει παντού, στα καφενεία, στις παρέες των νέων, στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά η φωνή της δεν φτάνει ποτέ, ή καλύτερα, δεν υπολογίζεται από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων.
Η κοινωνία απέναντι στις δημοσκοπήσεις
Το φαινόμενο της αποχής είναι ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της αποξένωσης. Στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, σχεδόν ένας στους δύο ψηφοφόρους επέλεξε να μείνει σπίτι του. Πρόκειται για μια σιωπηλή, μαζική διαμαρτυρία που οι δημοσκόποι σπάνια αναδεικνύουν στην πραγματική της διάσταση. Την ίδια στιγμή, πολλοί πολίτες εκφράζουν καχυποψία απέναντι στις ίδιες τις μετρήσεις. Υπάρχουν βάσιμες υποψίες, αν και όχι πάντα απολύτως επιβεβαιωμένες, ότι οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν πια την κοινή γνώμη, αλλά επιχειρούν να την επηρεάσουν.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τον τρόπο διεξαγωγής τους. Η άρνηση μεγάλης μερίδας πολιτών να συμμετάσχουν, οι αμφιλεγόμενες διατυπώσεις των ερωτήσεων και οι ”καταγγελίες” για ”στρεβλή καταγραφή των απαντήσεων” δημιουργούν ένα θολό τοπίο. Όταν η κοινωνία βλέπει τα αποτελέσματα και δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της σε αυτά, τότε το χάσμα διευρύνεται επικίνδυνα.
Κυβέρνηση χωρίς αντίπαλο, αντιπολίτευση χωρίς λόγο
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η κυβέρνηση εμφανίζεται να έχει χάσει περίπου 20 μονάδες από την εκλογική της επίδοση, κι όμως η φθορά της δεν μετουσιώνεται σε ουσιαστική πολιτική απειλή.
Ο λόγος είναι απλός και ανησυχητικός ταυτόχρονα: Η αντιπολίτευση είναι πρακτικά απούσα. Αντί να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στα κυβερνητικά λάθη, τις παραλείψεις και τα διαδοχικά σκάνδαλα που έρχονται στο φως σχεδόν κάθε μήνα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης αναλώνονται σε εσωτερικές έριδες και μικροκομματικές στρατηγικές.
Αυτό που λείπει από τον δημόσιο διάλογο είναι ο πολιτικός λόγος με περιεχόμενο. Πολλοί από τους σημερινούς πρωταγωνιστές, ακόμη και σε υπουργικά πόστα, δείχνουν κατώτεροι των περιστάσεων. Ο λαϊκισμός και η λάσπη στον ανεμιστήρα έχουν αντικαταστήσει την πρόταση για το αύριο. Συγκρίνοντας με πολιτικές προσωπικότητες των δεκαετιών του ’80 και του ’90, η διαφορά είναι εντυπωσιακή, και ΔΥΣΤΥΧΩΣ, οδυνηρή.
Το φάντασμα των ξένων εταιρειών επιρροής
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η συζήτηση για την πιθανή εμπλοκή ισραηλινών εταιρειών επιρροής στις γαλλικές και αμερικανικές εκλογές έχει φτάσει και στην Ελλάδα. Η στενή συνεργασία των δύο χωρών σε θέματα ασφάλειας, σε συνδυασμό με τη φρέσκια μνήμη του σκανδάλου των υποκλοπών και του Predator, τροφοδοτεί έναν διάχυτο προβληματισμό, μπορεί αυτές οι εταιρείες να επιχειρήσουν να παρεισφρήσουν και στις επερχόμενες ελληνικές εκλογές; Είναι ένα ερώτημα που πλανάται βαριά πάνω από τον δημόσιο διάλογο, χωρίς να λαμβάνει πειστική απάντηση.
Η γενιά που φεύγει και το δημογραφικό σπριντ
Η πρόσφατη έρευνα της Palmos Analysis για λογαριασμό της γενικής γραμματείας νέας γενιάς, που παρουσιάστηκε στην εκδήλωση «Παρέμβαση νέων 2026», ήρθε να επιβεβαιώσει το μέγεθος του προβλήματος. Το 80% των νέων ηλικίας 17 έως 35 ετών θεωρεί ότι η αξιοκρατία είναι ανύπαρκτη στην Ελλάδα. Περιγράφουν την οικονομική τους κατάσταση ως αδιέξοδη και ζητούν διαφάνεια, ευκαιρίες και ένα κράτος που θα επιβραβεύει την προσπάθεια, όχι τις πελατειακές σχέσεις. Είναι η γενιά που, αν δεν δει άμεσες αλλαγές, θα αναζητήσει αλλού το μέλλον της.
Παράλληλα, το δημογραφικό πρόβλημα έχει πάψει προ πολλού να είναι ένας μακρινός μαραθώνιος. Το 2025 έκλεισε με αρνητικό ρεκόρ 4,2% στις γεννήσεις, που αποτυπώνεται σε 2.500 λιγότερα παιδιά σε έναν χρόνο. Αν συνυπολογίσει κανείς ότι ένα σημαντικό ποσοστό αυτών των γεννήσεων προέρχεται από οικογένειες με μη ελληνική ιθαγένεια, το μέγεθος της κρίσης για τον ελληνικό πληθυσμό γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό. Δυστυχώς, δεν πρόκειται για αγώνα αντοχής όπου προλαβαίνεις να διορθώσεις την επίδοσή σου. Είναι ένα σπριντ προς έναν τερματισμό που κανείς δεν θέλει να δει.
Το οικονομικό αδιέξοδο και η στροφή στην ιδιωτική ασφάλιση
Στο οικονομικό μέτωπο, η εικόνα είναι εξίσου ζοφερή. Παρά το αφήγημα της δημοσιονομικής σταθερότητας, το 2025 έκλεισε με έλλειμμα 2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη, και πλέον ανοιχτά και στην Ελλάδα, κερδίζει έδαφος η συζήτηση για την ανάγκη ιδιωτικών συνταξιοδοτικών επενδύσεων. Το επιχείρημα είναι ότι τα ασφαλιστικά ταμεία δεν θα αντέξουν το βάρος της γηράσκουσας ηπείρου. Από την Καγκελαρία του Μερτς μέχρι τις ψιθυριστές δηλώσεις Ελλήνων αξιωματούχων, το μήνυμα είναι σαφές: ετοιμαστείτε να επενδύσετε μόνοι σας για τα γηρατειά σας.
Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα πολιτικό σκηνικό που δεν θυμίζει σε τίποτα τη μεταπολίτευση που γνωρίζαμε.
Αφενός έχουμε μια κυβέρνηση με πολλά σκάνδαλα αλλά χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο. Μια αντιπολίτευση που τρώγεται με τα ρούχα της. Μια κοινωνία μουδιασμένη, που απέχει μαζικά από τις κάλπες αλλά συζητά με πάθος στα κοινωνικά δίκτυα.
Αφετέρου, ένα δημογραφικό και οικονομικό κύμα που πλησιάζει. Το ζητούμενο δεν είναι πια ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Είναι αν η ίδια η δημοκρατία μας θα καταφέρει να ξαναβρεί τον βηματισμό της πριν να είναι πολύ αργά.