breaking newsΕλλάδα

Η Ελλάδα χάνει έδαφος χωρίς πόλεμο;

Η παρέμβαση του Σάββα Καλεντερίδη στην εκπομπή της 22ας Απριλίου κινήθηκε σε πολλαπλά επίπεδα, αλλά είχε έναν σταθερό πυρήνα: την αίσθηση ότι η Ελλάδα δεν χάνει μόνο από την τουρκική επιθετικότητα, αλλά και από τη δική της αδράνεια, τις λάθος ιεραρχήσεις και την απουσία συνεκτικής εθνικής στρατηγικής. Δεν ήταν μια εκπομπή απλής επικαιρότητας.

Ήταν μια συνολική πολιτική και γεωστρατηγική αποτίμηση, με αιχμές για τη Θράκη, το τουρκολιβυκό μνημόνιο, την Κάσο, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα αντιμετωπίζει τις κρίσεις: αποσπασματικά, αμυντικά και συχνά καθυστερημένα.

Η εκπομπή άνοιξε με μια αναφορά που μόνο επιφανειακά μοιάζει δευτερεύουσα: την πομακική εφημερίδα «Ζαγάλισα». Ο Καλεντερίδης επέμεινε στη σημασία του αγώνα που δίνουν Πομάκοι της Θράκης απέναντι στο τουρκικό προξενείο, στο τουρκικό κράτος και στο παρακράτος, όπως το περιέγραψε. Η αναφορά αυτή δεν ήταν τυχαία. Ήθελε να δείξει ότι το πεδίο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης δεν είναι μόνο τα πολεμικά πλοία και τα drones, αλλά και οι κοινωνίες, οι ταυτότητες, η επιρροή και ο έλεγχος πληθυσμών σε ευαίσθητες περιοχές.

Με άλλα λόγια, η Θράκη παρουσιάστηκε ως ζήτημα εθνικής αντοχής εκ των έσω. Και εκεί η αιχμή ήταν σαφής: όταν άνθρωποι που στέκονται απέναντι στον τουρκικό μηχανισμό νιώθουν ότι έχουν να παλέψουν και με τις αγκυλώσεις του ελληνικού κράτους, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο εξωτερικό. Είναι και βαθιά εσωτερικό.

Από εκεί και πέρα, η εκπομπή πέρασε στον σκληρό πυρήνα της ανάλυσης: το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις ελληνικές ευθύνες πριν ακόμη αυτό υπογραφεί.

Ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι υπήρχαν σαφέστατες προειδοποιήσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, πολύ πριν πέσουν οι υπογραφές. Επικαλέστηκε μάλιστα τον Τζιχάτ Γιαϊτζί, ο οποίος στο βιβλίο του είχε αποτυπώσει ανοιχτά τη λογική της Άγκυρας: πριν προλάβουν Ελλάδα και Κύπρος να οριοθετήσουν μεταξύ τους, η Τουρκία όφειλε να κινηθεί πρώτη με τη Λιβύη, ώστε να αποκτήσει η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων και να τρέχουν μετά η Αθήνα και η Λευκωσία πίσω από τις εξελίξεις. Αυτό, στην οπτική του, δεν ήταν απλώς ένα τουρκικό σχέδιο. Ήταν και μια ελληνική αποτυχία, επειδή η Αθήνα ενημερώθηκε, προειδοποιήθηκε, αλλά δεν ενήργησε αποφασιστικά.

Η κριτική του δεν έμεινε εκεί. Προχώρησε στην περίφημη συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου, την οποία παρουσίασε ως συμφωνία με βαρύ εθνικό κόστος. Η βασική του θέση ήταν ότι η τμηματική οριοθέτηση όχι μόνο δεν ακύρωσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο όπως διαφημίστηκε, αλλά στην πράξη αποδυνάμωσε κρίσιμα ελληνικά επιχειρήματα. Ειδικά ως προς την επήρεια των νησιών, ο Καλεντερίδης είδε στη συμφωνία με την Αίγυπτο μια υποχώρηση που θα βρεθεί μπροστά στην Ελλάδα στο μέλλον. Η Κρήτη, υποστήριξε, δεν αντιμετωπίστηκε με πλήρη επήρεια, γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την πλήρη υπεράσπιση της λογικής ότι και το Καστελόριζο και η Στρογγύλη πρέπει να διαθέτουν αντίστοιχα πλήρη δικαιώματα ώστε να ενωθούν θαλάσσια Ελλάδα και Κύπρος. Με απλά λόγια, η εκπομπή υποστήριξε ότι η Αθήνα πλήρωσε προκαταβολικά, χωρίς να διασφαλίσει αντίστοιχο στρατηγικό κέρδος.

Ιδιαίτερα αιχμηρό ήταν και το σημείο για τα 6 ναυτικά μίλια. Ο Καλεντερίδης στάθηκε στην παλιά δήλωση περί «κόκκινης γραμμής» στα 6 μίλια και τη χαρακτήρισε ουσιαστικά καταστροφική σε επίπεδο μηνύματος. Διότι, όπως εξήγησε, όταν εκπέμπεις ότι το όριο της αντίδρασής σου είναι τα 6 μίλια, στην πράξη λες σε όλους ότι πέρα από εκεί η άλλη πλευρά μπορεί να κινείται σχεδόν ανεμπόδιστα. Για τον ίδιο, αυτό ήταν ένα μήνυμα που η Τουρκία το πήρε, το αξιολόγησε και το αξιοποίησε.

Το πιο ζωντανό και επίκαιρο κομμάτι της εκπομπής ήταν το θέμα της Κάσου. Εκεί ο Καλεντερίδης είδε ένα νέο, επικίνδυνο μοντέλο τουρκικής επιβολής. Όχι με τυμπανοκρουσίες, αλλά με επιχειρησιακή παρέμβαση σε πραγματικό χρόνο. Το ολλανδικό πλοίο που είχε πάρει άδεια από την Ελλάδα και την Αίγυπτο για ανέλκυση παλαιού τηλεπικοινωνιακού καλωδίου, σταμάτησε την εργασία του ύστερα από τουρκική παρέμβαση. Το κρίσιμο σημείο της ανάλυσης δεν ήταν μόνο ότι η Τουρκία αμφισβήτησε ελληνική και αιγυπτιακή αρμοδιότητα σε οριοθετημένη περιοχή. Ήταν ότι το πλοίο τελικά δεν ολοκλήρωσε το έργο του και έφυγε για την Αλεξάνδρεια. Άρα, για τον Καλεντερίδη, το θέμα δεν είναι ποιος είχε τυπικά δίκιο, αλλά ποιος επέβαλε πρακτικά τη βούλησή του.

Και εδώ μπήκε ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο: η γεωπολιτική των καλωδίων και των δεδομένων. Ο Καλεντερίδης υπογράμμισε ότι δεν μιλάμε απλώς για αγωγούς, πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, αλλά για ένα νέο πεδίο ισχύος, που αφορά τη διακίνηση δεδομένων, τα data centers και τον έλεγχο ψηφιακών υποδομών. Κατά την ανάλυσή του, η Τουρκία θέλει να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο δεδομένων, άρα τα υποθαλάσσια καλώδια δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά στοιχείο ισχύος πρώτης γραμμής. Γι’ αυτό και το επεισόδιο με το ολλανδικό πλοίο παρουσιάστηκε ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ναυτική παρενόχληση. Ήταν, στην ουσία, δοκιμή κυριαρχίας.

Στην ίδια λογική ενέταξε και το Great Sea Interconnector. Το επιχείρημά του ήταν καθαρό: εάν η Ελλάδα είχε αποδεχθεί ότι με τη συμφωνία με την Αίγυπτο καταργεί έμπρακτα το τουρκολιβυκό μνημόνιο, τότε όφειλε να είναι έτοιμη να στηρίξει και επί του πεδίου το δικαίωμα υλοποίησης τέτοιων έργων. Από τη στιγμή που η Τουρκία περνά στην πράξη τις θέσεις της και το έργο «παγώνει», η ελληνική αφήγηση περί ακύρωσης του μνημονίου αποδυναμώνεται σοβαρά.

Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο της εκπομπής ήταν η Κύπρος. Εκεί ο Καλεντερίδης έδωσε έμφαση στην άτυπη σύνοδο κορυφής που φιλοξενούσε η Κυπριακή Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντάς την ως σημαντική στιγμή γεωπολιτικής αναβάθμισης της Λευκωσίας. Στάθηκε ιδιαίτερα στο ιστορικό βάθος της κυπριακής ευρωπαϊκής πορείας, θυμίζοντας τον ρόλο του Γιάννου Κρανιδιώτη, του Θεόδωρου Πάγκαλου και του Περικλή Νεάρχου. Η βασική του γραμμή ήταν ότι η κυπριακή παρουσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι δεδομένη ούτε τυπική. Είναι στρατηγικό κεκτημένο, το οποίο σήμερα αποδίδει καρπούς, αφού η Κύπρος λειτουργεί ως φάρος της Ευρώπης στην περιοχή, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά και η Ρομπέρτα Μέτσολα.

Την ίδια ώρα, ωστόσο, η εκπομπή δεν έκρυψε την απειλή. Ο Καλεντερίδης επανήλθε στην τουρκική ρητορική του «μπορεί να έρθουμε ξαφνικά ένα βράδυ», υπενθυμίζοντας ότι αυτή η φράση παραπέμπει ευθέως στο 1974. Υποστήριξε μάλιστα ότι η Τουρκία παριστάνει ταυτόχρονα και τον επιτιθέμενο και τον δήθεν απειλούμενο, παρουσιάζοντας τη συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ως κίνδυνο για την ίδια. Για εκείνον, αυτό είναι ένα διπλό παιχνίδι: από τη μια η Άγκυρα θέλει να δικαιολογεί την ένταση και τις παρεμβάσεις της, από την άλλη προσπαθεί να ταυτίσει την Ελλάδα και την Κύπρο με το Ισραήλ ώστε να μεταφέρει πάνω τους μέρος της διεθνούς πίεσης που δέχεται το Τελ Αβίβ.

Σε αυτό το σημείο, η ανάλυση του Καλεντερίδη ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη. Είπε ουσιαστικά ότι η Τουρκία εκμεταλλεύεται το αρνητικό κλίμα απέναντι στο Ισραήλ σε τμήματα της Ευρώπης και του αραβικού κόσμου και προσπαθεί να περάσει το αφήγημα ότι όποιος συνεργάζεται με το Ισραήλ είναι μέρος του ίδιου προβλήματος. Όμως, αντιπαρέβαλε ότι η Κύπρος και η Ελλάδα δεν έχουν πάψει να διαφοροποιούνται εκεί όπου το κρίνουν αναγκαίο, ούτε είναι απομονωμένες από τον αραβικό κόσμο. Αντιθέτως, η ίδια η συμμετοχή αραβικών χωρών και περιφερειακών παραγόντων στην κυπριακή πρωτοβουλία έδειχνε ότι η τουρκική προσπάθεια δεν περνά όπως θα ήθελε η Άγκυρα.

Το τελευταίο κρίσιμο επίπεδο της εκπομπής ήταν η αποτίμηση του διεθνούς περιβάλλοντος και κυρίως του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Καλεντερίδης εμφανίστηκε εξαιρετικά ενοχλημένος από την αδυναμία της Αθήνας να διεθνοποιήσει αποτελεσματικά την τουρκική παραβατικότητα. Έθεσε ευθέως το ερώτημα γιατί η Ελλάδα δεν απαιτεί έκτακτες κινήσεις σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, γιατί δεν ζητεί ρητές δηλώσεις, γιατί δεν αξιοποιεί την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προς την Τουρκία ως μοχλό πίεσης. Ειδικά για την επίσκεψη Ρούτε στην Τουρκία, η γραμμή του ήταν σαφής: η Άγκυρα εμφανίζεται και πάλι ως απαραίτητος συνομιλητής, χωρίς να πληρώνει κόστος για όσα κάνει σε Κάσο, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Συνολικά, η εκπομπή της 22ας Απριλίου δεν ήταν μια ακόμα παρέμβαση γεμάτη οργή για την Τουρκία. Ήταν κάτι βαρύτερο: μια κατηγορία ότι η Ελλάδα αφήνει να «ξηλώνεται το πουλόβερ», κομμάτι-κομμάτι, χωρίς εγκαίρως να τραβάει γραμμή. Η ουσία της ανάλυσης ήταν πως η Τουρκία δεν επιβάλλεται μόνο επειδή είναι επιθετική, αλλά επειδή απέναντί της συναντά ένα κράτος που συχνά αργεί, υποτιμά, μισοαντιδρά ή επενδύει στην αναβολή. Και αυτό, αν ισχύει, είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα της βραδιάς.

Back to top button