breaking newsΕλλάδα

Ντέιβιντ Χάρις στην Telegraph: “Οι Κούρδοι είναι τα πραγματικά θύματα της Μέσης Ανατολής και όχι οι Παλαιστίνιοι”

Γιατί η διεθνής κοινότητα και τα κινήματα αλληλεγγύης στη Δύση δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για την παλαιστινιακή υπόθεση, ενώ αγνοούν σε μεγάλο βαθμό το κουρδικό ζήτημα;

Στο περιθώριο της διεθνούς πολιτικής ατζέντας παραμένει, σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Χάρις, το κουρδικό ζήτημα, παρά το γεγονός ότι αφορά περισσότερους από 40 εκατομμύρια ανθρώπους. Σε άρθρο του στην Telegraph, ο εκτελεστικός πρόεδρος του Ινστιτούτου για τη Μελέτη του Παγκόσμιου Αντισημιτισμού υποστηρίζει ότι οι Κούρδοι αποτελούν το πλέον παραμελημένο έθνος της Μέσης Ανατολής, καθώς εξακολουθούν να στερούνται δικού τους κράτους περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Χάρις υπενθυμίζει ότι η δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους είχε προβλεφθεί στη Συνθήκη των Σεβρών το 1920. Ωστόσο, οι γεωπολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν οδήγησαν στη διαίρεση των κουρδικών εδαφών μεταξύ Τουρκίας, Συρίας, Ιράκ και Ιράν, αφήνοντας τον κουρδικό λαό χωρίς εθνική κρατική υπόσταση.

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, οι Κούρδοι βρέθηκαν επί δεκαετίες αντιμέτωποι με διώξεις, καταστολή της γλώσσας και της πολιτιστικής τους ταυτότητας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξαν θύματα ακραίων μορφών βίας. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην εκστρατεία Ανφάλ του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, η οποία έχει καταγραφεί ως μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας των Κούρδων.

Ο Χάρις ασκεί παράλληλα κριτική στη Δύση, επισημαίνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυτικές χώρες αξιοποίησαν επανειλημμένα τη στρατιωτική και πολιτική συνδρομή των Κούρδων, τόσο κατά του καθεστώτος Χουσεΐν όσο και στον αγώνα εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Παρ’ όλα αυτά, όπως υποστηρίζει, οι εθνικές επιδιώξεις των Κούρδων δεν έτυχαν της αντίστοιχης διεθνούς στήριξης όταν οι συγκυρίες το επέτρεπαν.

Στο άρθρο του θέτει το ερώτημα γιατί η διεθνής κοινότητα και τα κινήματα αλληλεγγύης στη Δύση επιδεικνύουν έντονο ενδιαφέρον για το παλαιστινιακό ζήτημα, ενώ το κουρδικό παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός δημόσιας συζήτησης. Όπως σημειώνει, οι Παλαιστίνιοι αριθμούν περίπου πέντε εκατομμύρια ανθρώπους, τη στιγμή που οι Κούρδοι ξεπερνούν τα 40 εκατομμύρια, χωρίς να απολαμβάνουν ανάλογη πολιτική και διπλωματική υποστήριξη.

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν στο βόρειο Ιράκ, την οποία ο Χάρις περιγράφει ως μία από τις πλέον σταθερές και πλουραλιστικές περιοχές της χώρας. Όπως αναφέρει, η περιοχή έχει επιδείξει σεβασμό στα δικαιώματα των γυναικών, στη θρησκευτική ελευθερία και στη συνεργασία με τη Δύση, αποτελώντας μια διαφορετική πραγματικότητα μέσα σε μια ταραγμένη γεωγραφική ζώνη.

Κατά τον ίδιο, η διαφορετική αντιμετώπιση του κουρδικού και του παλαιστινιακού ζητήματος οφείλεται εν μέρει στο κυρίαρχο διεθνές αφήγημα περί «καταπιεστή και καταπιεζόμενου». Στην περίπτωση των Παλαιστινίων, υποστηρίζει ότι το Ισραήλ παρουσιάζεται συχνά ως ο βασικός υπεύθυνος της σύγκρουσης, γεγονός που κινητοποιεί οργανώσεις και ακτιβιστές. Αντίθετα, στην περίπτωση των Κούρδων, οι βασικοί αντίπαλοί τους είναι αραβικά, ιρανικά και τουρκικά καθεστώτα, κάτι που, σύμφωνα με τον Χάρις, δεν συγκεντρώνει το ίδιο επίπεδο διεθνούς προσοχής.

Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, ο αρθρογράφος προειδοποιεί ότι όσο το κουρδικό ζήτημα παραμένει στο περιθώριο της διεθνούς ατζέντας, οι διακηρύξεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτοδιάθεσης των λαών και εθνικής απελευθέρωσης θα συνεχίσουν να αμφισβητούνται ως προς την αξιοπιστία και τη συνέπειά τους.

Back to top button