breaking newsΕλλάδα

Παυλόπουλος από τους Δελφούς: Το Διεθνές Δίκαιο υποχωρεί μπροστά στο «δίκαιο της ισχύος»

Σαφή προειδοποίηση για την παρακμιακή πορεία του Διεθνούς Δικαίου και τη συρρίκνωση της κρατικής κυριαρχίας απηύθυνε από το 11ο Οικονομικό Forum των Δελφών ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Προκόπιος Παυλόπουλος, σε συζήτηση με τον δημοσιογράφο Άγγελο Κωβαίο. Το 11ο Delphi Economic Forum πραγματοποιείται στους Δελφούς από τις 22 έως τις 25 Απριλίου 2026, με συμμετοχή πολιτικών, ακαδημαϊκών και διεθνών παραγόντων, ενώ ο κ. Παυλόπουλος περιλαμβάνεται στους ομιλητές ως πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο κ. Παυλόπουλος περιέγραψε μια διεθνή τάξη σε φάση απορρύθμισης. Όπως υποστήριξε, εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες, και ιδίως μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022, το Διεθνές Δίκαιο δείχνει να χάνει σταθερά την κανονιστική του δύναμη. Κατά την εκτίμησή του, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ το 2024, καθώς οι μεγάλες αποφάσεις της αμερικανικής πολιτικής εμφανίζονται να λαμβάνονται όχι με βάση κανόνες διεθνούς νομιμότητας, αλλά με κριτήριο το οικονομικό συμφέρον και την παγκόσμια ισχύ.

Η βασική του θέση ήταν ότι το Διεθνές Δίκαιο «σχολάζει» ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να λειτουργεί. Πολεμικές συγκρούσεις, αναθεωρητισμός, καταστρατήγηση συνόρων, εργαλειοποίηση της ισχύος και γεωοικονομικοί ανταγωνισμοί δημιουργούν ένα σκηνικό όπου ο κανόνας δικαίου παραμερίζεται από την αυθαιρεσία του ισχυρού. Με άλλα λόγια, κατά τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο κόσμος επιστρέφει επικίνδυνα από την «ισχύ του δικαίου» στο «δίκαιο της ισχύος».

Στο ιστορικό σκέλος της παρέμβασής του, ο κ. Παυλόπουλος γύρισε στη Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648, την οποία παρουσίασε ως θεμέλιο του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου και της λεγόμενης «βεστφαλιανής κυριαρχίας». Η Ειρήνη της Βεστφαλίας έβαλε τέλος στον Τριακονταετή Πόλεμο και διαμορφώθηκε μέσα από διαπραγματεύσεις στις πόλεις Μύνστερ και Όσναμπρυκ, αλλάζοντας ριζικά τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης.

Για τον κ. Παυλόπουλο, το ουσιαστικό κεκτημένο της Βεστφαλίας ήταν διπλό: από τη μία, η εμφάνιση ενός συστήματος διεθνών συνθηκών με στόχο την ειρηνική συνύπαρξη κρατών και λαών· από την άλλη, η διαμόρφωση της σύγχρονης έννοιας της κυριαρχίας, πάνω στην οποία στηρίχθηκε το Έθνος-Κράτος και, αργότερα, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία στη Δύση.

Αυτό ακριβώς το κεκτημένο, όπως τόνισε, βρίσκεται σήμερα υπό πίεση. Η κυριαρχία, ως θεμελιώδες στοιχείο του κράτους, συρρικνώνεται κάτω από την πίεση νέων μορφών επικυριαρχίας. Ο πρώην Πρόεδρος μίλησε για έναν νεότευκτο ιμπεριαλισμό που δεν έχει πάντοτε τη μορφή κλασικής στρατιωτικής κατάκτησης, αλλά εδράζεται κυρίως σε οικονομικούς στόχους, αγορές, ενεργειακούς πόρους, εμπορικές εξαρτήσεις και παγκόσμιες οικονομικές επιδιώξεις.

Στο σημείο αυτό, η ανάλυσή του στράφηκε στην Οικονομική Παγκοσμιοποίηση. Κατά τον κ. Παυλόπουλο, το Διεθνές Δίκαιο βρέθηκε σταδιακά «υπό τα καυδιανά δίκρανα» μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, στην οποία οι αγορές και ιδιωτικοί παράγοντες αποκτούν ισχύ που υπερβαίνει συχνά την ισχύ κρατών και διεθνών θεσμών. Η κριτική του ήταν ιδιαίτερα αυστηρή απέναντι στις ακραίες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις, οι οποίες θεωρούν τους κανόνες δικαίου εμπόδιο στην πλήρη ελευθερία της αγοράς.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η επικυριαρχία του «οικονομικού» επί του «θεσμικού» οδηγεί σε βαθιά αποδυνάμωση του Διεθνούς Δικαίου. Όταν οι κανόνες που διέπουν την παγκόσμια οικονομία δεν προέρχονται από δημοκρατικά νομιμοποιημένους θεσμούς, αλλά από αγορές και κέντρα ισχύος, τότε η διεθνής νομιμότητα παύει να είναι πραγματικός ρυθμιστής και μετατρέπεται σε διακοσμητικό πλαίσιο.

Κεντρική θέση στην παρέμβασή του κατείχε η διαπίστωση ότι η «αχίλλειος πτέρνα» του Διεθνούς Δικαίου είναι η έλλειψη αποτελεσματικών κυρωτικών μηχανισμών. Το Διεθνές Δίκαιο, όπως είπε, μπορεί να διαθέτει σημαντικούς κανόνες, συνθήκες και συμβάσεις, όμως συχνά αδυνατεί να επιβάλει τις προβλέψεις του έναντι όλων και ιδίως έναντι των ισχυρών. Εκεί βρίσκεται, κατά τον κ. Παυλόπουλο, η μεγάλη του θεσμική αδυναμία.

Στο ίδιο πλαίσιο, στάθηκε και στην ανεπάρκεια της διεθνούς δικαιοσύνης. Τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα, ακόμη και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, δεν διαθέτουν πάντοτε την αναγκαία «δικαιοδοτική πανοπλία» ώστε να υποχρεώνουν τα κράτη να προσφεύγουν σε αυτά ή να συμμορφώνονται αποτελεσματικά με τις αποφάσεις τους. Έτσι, η διεθνής δικαιοσύνη παραμένει συχνά εξαρτημένη από τη βούληση των κρατών και κυρίως από τη στάση των μεγάλων δυνάμεων.

Ο κ. Παυλόπουλος χρησιμοποίησε σειρά παραδειγμάτων για να δείξει πώς αυτή η αδυναμία πλήττει άμεσα την Ελλάδα και την Κύπρο. Πρώτο παράδειγμα ήταν η τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο, που συνεχίζεται για περισσότερα από 50 χρόνια. Παρά τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Τουρκία εξακολουθεί να κατέχει τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς ουσιαστικές κυρώσεις.

Κατά τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η περίπτωση της Κύπρου αποδεικνύει με ωμό τρόπο ότι το Διεθνές Δίκαιο υποχωρεί όταν η διεθνής κοινότητα δεν έχει την πολιτική βούληση να το επιβάλει. Το γεγονός ότι η Άγκυρα μιλά πλέον ακόμη και για λύση «δύο κρατών» χωρίς να αντιμετωπίζει πραγματικό κόστος, αποτελεί, κατά την ανάλυσή του, χαρακτηριστικό σύμπτωμα αυτής της θεσμικής παρακμής.

Δεύτερο παράδειγμα ήταν το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019. Ο κ. Παυλόπουλος το χαρακτήρισε παράνομο, τόσο ως προς τον τρόπο σύναψής του από μια μεταβατική λιβυκή κυβέρνηση όσο και ως προς το περιεχόμενό του, καθώς παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας αγνοώντας μεγάλα ελληνικά νησιωτικά συμπλέγματα, όπως η Κρήτη και η Ρόδος. Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 προβλέπει ένα συνολικό νομικό καθεστώς για τους ωκεανούς και τις θάλασσες, περιλαμβάνοντας κανόνες για υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ, ναυσιπλοΐα και θαλάσσιες ζώνες.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην κλιματική κρίση, την οποία παρουσίασε ως παράδειγμα παραβίασης ή υπονόμευσης διεθνών δεσμεύσεων με πλανητικές συνέπειες. Η Συμφωνία των Παρισίων είναι νομικά δεσμευτική διεθνής συνθήκη για την κλιματική αλλαγή, υιοθετήθηκε στην COP21 το 2015 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Νοεμβρίου 2016.

Ο κ. Παυλόπουλος υπογράμμισε ότι, παρά το δεσμευτικό της χαρακτήρα, η Συμφωνία των Παρισίων αμφισβητήθηκε σχεδόν αμέσως, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις ΗΠΑ επί της πρώτης θητείας Τραμπ. Η εναλλαγή αποχώρησης και επανένταξης των ΗΠΑ, ανάλογα με την πολιτική ηγεσία στην Ουάσιγκτον, δείχνει κατά τον ίδιο πόσο εύθραυστο παραμένει το διεθνές πλαίσιο ακόμη και για υπαρξιακά ζητήματα της ανθρωπότητας.

Στην πιο πολιτική αιχμή της παρέμβασής του, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας άσκησε σκληρή κριτική στη δεύτερη προεδρία Τραμπ. Υποστήριξε ότι οι μεγάλες αποφάσεις της Ουάσιγκτον για την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό με την Κίνα λαμβάνονται με γνώμονα την οικονομική ισχύ των ΗΠΑ και όχι τη διεθνή νομιμότητα. Στην Ουκρανία, όπως είπε, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να σηκώσει οικονομικό και εξοπλιστικό βάρος, ενώ οι ΗΠΑ επιδιώκουν όφελος. Στη Μέση Ανατολή, βλέπει μια στρατηγική που συνδέεται με τον έλεγχο ενεργειακών πόρων και τη γεωοικονομική αναμέτρηση με την Κίνα.

Το συμπέρασμα της παρέμβασης Παυλόπουλου ήταν βαρύ αλλά όχι μοιρολατρικό. Αναγνώρισε ότι η πλήρης εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου μοιάζει σήμερα εξαιρετικά δύσκολη, ίσως και ουτοπική στα μάτια πολλών. Ωστόσο, επέμεινε ότι η υπεράσπισή του είναι αναγκαία, διότι παραμένει ο πιο πρόσφορος –αν όχι ο μοναδικός– θεσμικός και πολιτικός δίαυλος για την ειρηνική συνύπαρξη κρατών και λαών.

Κατά τον κ. Παυλόπουλο, το Διεθνές Δίκαιο δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί επειδή είναι ατελές. Αντιθέτως, πρέπει να ενισχυθεί: με στήριξη του διεθνούς νομοθέτη, με ενίσχυση του διεθνούς δικαστή, με πραγματικούς κυρωτικούς μηχανισμούς και με ενεργότερο ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικά για την Ε.Ε., υπογράμμισε ότι το δικαστικό της σύστημα, με επικεφαλής το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην υπεράσπιση του κύρους του Διεθνούς Δικαίου, καθώς μεγάλο μέρος του έχει ενσωματωθεί στο ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Το μήνυμα ήταν σαφές! Χωρίς Διεθνές Δίκαιο, ο κόσμος επιστρέφει σε μια προ-βεστφαλιανή λογική ωμής ισχύος. Και για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, που στηρίζουν τα εθνικά τους δίκαια σε κανόνες, συνθήκες και διεθνή νομιμότητα, η υπεράσπιση του Διεθνούς Δικαίου δεν είναι θεωρητική πολυτέλεια. Είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης, δημοκρατικής τάξης και πολιτισμού.

Back to top button