Γράφει ο Νικόλαος Λ. Μωραΐτης. Ph.D. Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας, Berkeley
Εισαγωγή: Ένας περιφερειακός πόλεμος με παγκόσμιες συνέπειες
Η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν αποτελεί καθοριστική δοκιμασία για τις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Αυτό που επικεντρωνόταν στην πυρηνική ασφάλεια και στη στρατιωτική αντιπαράθεση έχει εξελιχθεί σε ευρύτερο ανταγωνισμό για την περιφερειακή επιρροή, τη θαλάσσια πρόσβαση, τον οικονομικό καταναγκασμό και την ανθεκτικότητα του διεθνούς ενεργειακού συστήματος. Οι συνέπειες εκτείνονται πολύ πέρα από την Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη, επηρεάζοντας τα κράτη του Κόλπου, τις ευρωπαϊκές οικονομίες, τους ασιατικούς εισαγωγείς ενέργειας, τη διεθνή ναυτιλία και την παγκόσμια οικονομία.
Μέχρι σήμερα, η σύγκρουση παραμένει ανεπίλυτη, ενώ οι προσπάθειες για την επίτευξη εκεχειρίας και την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων δεν έχουν οδηγήσει σε σταθερή διευθέτηση. Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα, οι αναφορές για επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές καταδεικνύουν ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτικό έλεγχο. Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σημαντικές συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες, το Ιράν μπορεί να επιδιώκει την επιβολή κόστους μέσω ασύμμετρων μέσων, της πίεσης στις θαλάσσιες μεταφορές και της αξιοποίησης της ενεργειακής εξάρτησης τρίτων κρατών.
Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι, επομένως, μόνο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αποδυναμώσουν στρατιωτικά ή οικονομικά το Ιράν. Είναι κατά πόσον η Ουάσινγκτον και οι εταίροι της μπορούν να μετατρέψουν τις διαθέσιμες δυνατότητές τους σε βιώσιμη πολιτική διευθέτηση, η οποία θα αντιμετωπίζει τις ανησυχίες για την πυρηνική ασφάλεια, θα αποκαθιστά την ασφαλή εμπορική ναυσιπλοΐα και θα περιορίζει τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πολέμου.
Η θεωρία των διεθνών σχέσεων προσφέρει συμπληρωματικά εργαλεία για την κατανόηση αυτής της πρόκλησης. Ο ρεαλισμός εξηγεί τον ανταγωνισμό για ισχύ και ασφάλεια, η θεωρία της αποτροπής εξετάζει πώς τα κράτη επιχειρούν να αποθαρρύνουν εχθρικές ενέργειες, η θεωρία διαπραγμάτευσης ερμηνεύει την επιμονή των συγκρούσεων παρά το υψηλό κόστος τους, το δίλημμα ασφαλείας φωτίζει τη δυναμική της κλιμάκωσης και η διεθνής πολιτική οικονομία αναδεικνύει τις επιπτώσεις της στρατιωτικής αντιπαράθεσης στις παγκόσμιες αγορές.
Οι προσεγγίσεις αυτές δεν οδηγούν σε μία ενιαία πρόβλεψη ούτε υποδεικνύουν μια μοναδική πολιτική απάντηση. Αναδεικνύουν, ωστόσο, ότι η έκβαση της κρίσης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον τα εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να μεταβούν από έναν παρατεταμένο αγώνα αντοχής σε μια εφαρμόσιμη πολιτική συμφωνία.
Τα όρια της στρατιωτικής ισχύος: Μια ρεαλιστική ερμηνεία
Ο ρεαλισμός βασίζεται στην παραδοχή ότι τα κράτη λειτουργούν σε ένα διεθνές σύστημα χωρίς κεντρική αρχή ικανή να εγγυηθεί την ασφάλειά τους. Οι κυβερνήσεις οφείλουν, επομένως, να λαμβάνουν υπόψη τις δυνατότητες και τις προθέσεις των άλλων κρατών, να προστατεύουν τη στρατηγική τους αυτονομία και να αποτρέπουν την απόκτηση πλεονεκτημάτων που θα μπορούσαν να απειλήσουν τα συμφέροντά τους.
Η προσέγγιση αυτή εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν αντιλαμβάνονται διαφορετικά τις απαιτήσεις ασφαλείας τους. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να αποτρέψει τη διάδοση πυρηνικών όπλων, να προστατεύσει τους περιφερειακούς εταίρους της και να διατηρήσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Η Τεχεράνη, από την άλλη πλευρά, επιδιώκει να διατηρήσει την πολιτική της αυτονομία, να αποτρέψει την εξωτερική παρέμβαση και να εξασφαλίσει επαρκή στρατιωτική και περιφερειακή μόχλευση ώστε να αποθαρρύνει νέες επιθέσεις.
Κάθε πλευρά θεωρεί τις δικές της ενέργειες αναγκαίες για την ασφάλειά της, ενώ ερμηνεύει τις ενέργειες της άλλης ως δυνητικές απειλές. Οι αμερικανικές στρατιωτικές αναπτύξεις και οι κυρώσεις αποσκοπούν στον περιορισμό των ιρανικών δυνατοτήτων, ενώ οι ιρανικές πυραυλικές δυνατότητες και η πίεση στις θαλάσσιες μεταφορές μπορούν να αυξήσουν το κόστος της αμερικανικής επέμβασης.
Η ανάλυση της κρατικής ισχύος απαιτεί, ωστόσο, να διακρίνουμε τους διαθέσιμους πόρους από τα πολιτικά αποτελέσματα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιο κράτος διαθέτει περισσότερα στρατιωτικά μέσα, αλλά και πώς αυτά επηρεάζουν τις επιλογές, τις προσδοκίες και τη συμπεριφορά του αντιπάλου.
Το Ιράν δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κάθε διάσταση του συμβατικού πολέμου. Μπορεί, όμως, να επιδιώξει την εκμετάλλευση ευάλωτων σημείων του περιφερειακού περιβάλλοντος ασφαλείας, ιδίως της εξάρτησης του διεθνούς εμπορίου από την ασφαλή διέλευση μέσω στρατηγικών θαλάσσιων διαύλων. Η δυνατότητα επιβολής σημαντικού κόστους δεν προϋποθέτει την ικανότητα στρατιωτικής ήττας ενός ισχυρότερου αντιπάλου.
Γι’ αυτό οι στρατιωτικές επιτυχίες δεν εγγυώνται στρατηγική επιτυχία. Ένα κράτος μπορεί να καταστρέψει στρατιωτικές υποδομές χωρίς να μεταβάλει τους θεμελιώδεις πολιτικούς στόχους του αντιπάλου του. Μπορεί να επιβάλει οικονομικές απώλειες χωρίς να εξασφαλίσει συνθηκολόγηση ή να προστατεύσει προσωρινά μια θαλάσσια διαδρομή χωρίς να εγγυηθεί τη μακροπρόθεσμη ασφάλειά της.
Η βασική ρεαλιστική πρόκληση είναι, συνεπώς, η σύνδεση της άσκησης ισχύος με έναν σαφώς προσδιορισμένο πολιτικό στόχο. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ενδέχεται να συνεχίζονται ακόμη και όταν η συμβολή τους σε μια βιώσιμη διευθέτηση γίνεται ολοένα πιο αβέβαιη.
Στρατηγική αντοχή και διπλωματία του καταναγκασμού
Η σύγκρουση αναδεικνύει ένα κεντρικό πρόβλημα της διπλωματίας του καταναγκασμού: το κράτος με τους μεγαλύτερους υλικούς πόρους δεν διαθέτει αυτομάτως μεγαλύτερη πολιτική αντοχή ή διαπραγματευτική ισχύ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιβάλουν σημαντικό στρατιωτικό και οικονομικό κόστος στο Ιράν. Η Τεχεράνη, ωστόσο, μπορεί να επιχειρήσει να μεταφέρει μέρος του κόστους αυτού στη διεθνή κοινότητα, διαταράσσοντας τη ναυσιπλοΐα, απειλώντας περιφερειακές υποδομές και εντείνοντας την αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές. Οι συνέπειες επηρεάζουν κράτη που δεν συμμετέχουν άμεσα στη σύγκρουση, δημιουργώντας πρόσθετες οικονομικές και πολιτικές πιέσεις στην Ουάσινγκτον.
Κάθε πλευρά μπορεί να εκτιμά ότι η συνέχιση της πίεσης θα οδηγήσει τελικά τον αντίπαλο σε υποχώρηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να προσδοκούν ότι οι κυρώσεις και η στρατιωτική πίεση θα περιορίσουν την ικανότητα αντίστασης του Ιράν. Η Τεχεράνη, αντίστοιχα, μπορεί να υπολογίζει ότι οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα θα αυξήσουν το διεθνές κόστος της αντιπαράθεσης και θα ενισχύσουν τις πιέσεις για αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής.
Ο κίνδυνος είναι ότι και οι δύο κυβερνήσεις θα υποστούν σημαντικές απώλειες χωρίς να επιτύχουν τους στόχους τους. Η στρατηγική αντοχή δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα απορρόφησης ζημιών, αλλά και από την πολιτική βούληση, την κοινωνική υποστήριξη, τις οικονομικές δυνατότητες και την ικανότητα διατήρησης συμμαχιών.
Για την ανάλυση της σύγκρουσης είναι απαραίτητο να διακρίνουμε την αποτροπή από τον εξαναγκασμό. Η αποτροπή αποσκοπεί στην αποθάρρυνση μιας ενέργειας, καθιστώντας την υπερβολικά δαπανηρή ή επικίνδυνη. Ο εξαναγκασμός επιδιώκει να μεταβάλει τη συμπεριφορά του αντιπάλου ή να τον οδηγήσει σε συγκεκριμένη ενέργεια. Και οι δύο στρατηγικές προϋποθέτουν αξιόπιστες δυνατότητες και σαφή πολιτικά μηνύματα, αλλά ο εξαναγκασμός είναι συχνά δυσκολότερος, επειδή απαιτεί από τον αντίπαλο να εγκαταλείψει μια υφιστάμενη επιλογή ή να αποδεχθεί περιορισμούς.
Η πίεση είναι πιθανότερο να αποδώσει όταν συνδέεται με επιτεύξιμες απαιτήσεις, σαφείς συνέπειες και συγκεκριμένη πορεία προς μια διαπραγματεύσιμη συμφωνία. Αν ένας αντίπαλος θεωρεί ότι η συμμόρφωση θα οδηγήσει απλώς σε νέες απαιτήσεις, μπορεί να θεωρήσει την αντίσταση προτιμότερη ακόμη και όταν το κόστος της είναι υψηλό.
Μια περισσότερο βιώσιμη προσέγγιση θα συνέδεε τις κυρώσεις και τα μέτρα πίεσης με συγκεκριμένες απαιτήσεις ασφαλείας, ανεξάρτητα επαληθεύσιμες δεσμεύσεις και σαφείς διαδικασίες αντιμετώπισης παραβάσεων. Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς η διατήρηση της πίεσης, αλλά η μεταβολή των κινήτρων των εμπλεκομένων με τρόπο που να καθιστά μια συμφωνία προτιμότερη από τη συνέχιση της σύγκρουσης.
Θεωρία διαπραγμάτευσης: Γιατί η σύγκρουση μπορεί να συνεχιστεί
Η θεωρία διαπραγμάτευσης εξηγεί γιατί οι συγκρούσεις μπορούν να επιμένουν ακόμη και όταν οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να επωφεληθούν από μια συμφωνία. Τα κράτη ενδέχεται να διαφωνούν σχετικά με τη σχετική ισχύ τους, να υπολογίζουν εσφαλμένα το κόστος της συνέχισης των εχθροπραξιών ή να φοβούνται ότι μια συμφωνία θα τα αφήσει εκτεθειμένα σε μελλοντικό καταναγκασμό.
Στις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, η Ουάσινγκτον μπορεί να εκτιμά ότι η πρόσθετη πίεση θα οδηγήσει σε αυστηρότερους πυρηνικούς περιορισμούς. Η Τεχεράνη, αντίθετα, μπορεί να θεωρεί ότι η συνέχιση της αντίστασης θα αποδυναμώσει την αμερικανική πολιτική υποστήριξη για έναν παρατεταμένο πόλεμο και θα αυξήσει το διεθνές κόστος των ενεργειακών διαταραχών.
Όταν κάθε πλευρά αναμένει ότι η αναμονή θα βελτιώσει τη διαπραγματευτική της θέση, οι συνομιλίες μπορούν να οδηγηθούν σε αδιέξοδο. Το πρόβλημα επιτείνεται από τα εσωτερικά πολιτικά κίνητρα: ένας συμβιβασμός μπορεί να παρουσιαστεί ως ένδειξη αδυναμίας, ενώ μια παραχώρηση μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη αποτυχίας της στρατηγικής πίεσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα προβλήματα δέσμευσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να φοβούνται ότι η άρση των κυρώσεων θα επιτρέψει στο Ιράν να ανασυγκροτήσει τις δυνατότητές του χωρίς να τηρήσει τις πυρηνικές δεσμεύσεις του. Η Τεχεράνη, από την άλλη πλευρά, μπορεί να ανησυχεί ότι η αποδοχή περιορισμών θα μειώσει τη διαπραγματευτική της μόχλευση, χωρίς να αποτρέψει μελλοντικές αμερικανικές επιθέσεις.
Μια βιώσιμη διευθέτηση πρέπει να αντιμετωπίζει αυτές τις ανησυχίες μέσω μηχανισμών επαλήθευσης, αμοιβαίας εφαρμογής και επίλυσης διαφορών. Οι συμφωνημένες υποχρεώσεις πρέπει να είναι σαφείς, ενώ οι συνέπειες των παραβιάσεων χρειάζεται να καθορίζονται εκ των προτέρων, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος αυθαίρετων ερμηνειών και αυτόματης επιστροφής σε στρατιωτική κλιμάκωση.
Η απουσία συμφωνίας δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αμοιβαία επωφελές αποτέλεσμα. Μπορεί να υποδηλώνει ότι τα μέρη αδυνατούν να συμφωνήσουν ως προς την κατανομή των οφελών, την αξιοπιστία των μελλοντικών δεσμεύσεων ή το πολιτικό κόστος μιας διευθέτησης. Το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός πλαισίου στο οποίο η τήρηση της συμφωνίας θα είναι περισσότερο συμφέρουσα από την παραβίασή της.
Τα Στενά του Ορμούζ και η διεθνής πολιτική οικονομία
Τα Στενά του Ορμούζ μετατρέπουν τη σύγκρουση σε ζήτημα παγκόσμιας οικονομικής ασφάλειας. Η σημασία τους απορρέει από τη συγκέντρωση μεγάλου όγκου ενεργειακών εξαγωγών σε έναν στενό θαλάσσιο δίαυλο, του οποίου οι εναλλακτικές διαδρομές και μεταφορικές δυνατότητες είναι περιορισμένες.
Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα επηρεάζουν περισσότερα από την άμεση διαθεσιμότητα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυξάνουν το κόστος ασφάλισης και μεταφοράς, επηρεάζουν τη διαχείριση αποθεμάτων και εντείνουν την αβεβαιότητα για μελλοντικές ελλείψεις. Ακόμη και όταν μέρος των εμπορικών αποστολών συνεχίζεται, η πιθανότητα νέων επιθέσεων μπορεί να αυξήσει το κόστος των συναλλαγών και να αποθαρρύνει τη ναυτιλιακή δραστηριότητα.
Οι συνέπειες κατανέμονται άνισα. Οι ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια του Κόλπου μπορεί να αντιμετωπίσουν εντονότερο ανταγωνισμό για εναλλακτικές προμήθειες. Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες είναι εκτεθειμένες στο αυξημένο κόστος ενέργειας και μεταφορών, ενώ οι αμερικανικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά επηρεάζονται από τις διεθνείς τιμές πετρελαίου, παρά τη σημαντική εγχώρια παραγωγή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η κρίση καταδεικνύει ότι η δυνατότητα απειλής ενός στρατηγικού σημείου συμφόρησης μπορεί να δημιουργήσει επιρροή πέρα από τα όρια της συμβατικής στρατιωτικής ισχύος. Ένα κράτος δεν χρειάζεται να ελέγχει ολόκληρο το διεθνές ενεργειακό σύστημα για να το αποσταθεροποιήσει. Αρκεί να μπορεί να απειλήσει μια κρίσιμη διαδρομή από την οποία διέρχεται σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου.
Η διεθνής πολιτική οικονομία αντιμετωπίζει τις οικονομικές σχέσεις όχι μόνο ως πεδίο εμπορικών ανταλλαγών, αλλά και ως μέσο άσκησης ισχύος. Οι κυρώσεις, οι χρηματοπιστωτικοί περιορισμοί και οι εμπορικές διαταραχές μπορούν να μεταβάλουν τις διαπραγματευτικές θέσεις των κυβερνήσεων, επιβάλλοντας παράλληλα κόστος σε τρίτα κράτη.
Ο οικονομικός καταναγκασμός, ωστόσο, δημιουργεί περιορισμούς και για εκείνον που τον εφαρμόζει. Οι διαταραχές μπορούν να εντείνουν τον πληθωρισμό, να επιβαρύνουν τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και να προκαλέσουν διαφωνίες με συμμάχους. Παράλληλα, ενδέχεται να ωθήσουν άλλες κυβερνήσεις να διαφοροποιήσουν τις προμήθειές τους, να αναπτύξουν εναλλακτικές υποδομές ή να μειώσουν την εξάρτησή τους από συγκεκριμένες γεωπολιτικές σχέσεις.
Οι ενεργειακές συνέπειες της σύγκρουσης μπορεί, επομένως, να διαρκέσουν πέρα από την παύση των εχθροπραξιών. Ακόμη και μετά την αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις μπορεί να επανεκτιμήσουν τους κινδύνους που συνδέονται με τη συγκέντρωση των προμηθειών σε μία περιοχή. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ένα περισσότερο διαφοροποιημένο ενεργειακό σύστημα ή, αντίθετα, ένας εντονότερος γεωπολιτικός κατακερματισμός.
Το μέλλον της οικονομικής πολιτικής ισχύος
Οι κυρώσεις και η οικονομική πίεση πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα πολιτικά αποτελέσματά τους και όχι μόνο το άμεσο οικονομικό κόστος που επιβάλλουν.
Η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων εξαρτάται από τον διεθνή συντονισμό, τη δυνατότητα εφαρμογής τους και την ύπαρξη σαφών πολιτικών στόχων. Όταν οι κυβερνήσεις ακολουθούν αντικρουόμενες πολιτικές ή τα εμπορικά δίκτυα επιτρέπουν την παράκαμψή τους, η πίεση μπορεί να αποδυναμωθεί. Ο συντονισμός ενδέχεται να ενισχύσει τη διαπραγματευτική μόχλευση, αλλά μπορεί επίσης να επιβαρύνει τις συμμετέχουσες οικονομίες και να προκαλέσει διαφωνίες για τους επιδιωκόμενους στόχους.
Στην περίπτωση του Ιράν, η οικονομική πίεση μπορεί να περιορίσει τα έσοδα και την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, όμως, μπορεί να ενθαρρύνει την αναζήτηση εναλλακτικών εμπορικών σχέσεων ή την προσφυγή σε άλλα μέσα αντιπαράθεσης.
Ένα περισσότερο βιώσιμο πλαίσιο θα συνέδεε την οικονομική πίεση με συγκεκριμένους και επαληθεύσιμους στόχους. Η ελάφρυνση των κυρώσεων θα μπορούσε να εφαρμόζεται σταδιακά, ανάλογα με την εκπλήρωση των συμφωνημένων προϋποθέσεων, ενώ προκαθορισμένες διαδικασίες θα ρύθμιζαν την αντιμετώπιση σοβαρών παραβάσεων.
Η ευρύτερη διαπίστωση είναι ότι η οικονομική πολιτική ισχύος αποδίδει περισσότερο όταν συνδυάζεται με τη διπλωματία και εντάσσεται σε αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής διευθέτησης. Μπορεί να μεταβάλει τα κίνητρα των κρατών, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να επιλύσει διαφωνίες σχετικά με την κυριαρχία, την περιφερειακή επιρροή ή την πυρηνική ασφάλεια.
Το δίλημμα ασφαλείας και ο κίνδυνος κλιμάκωσης
Το δίλημμα ασφαλείας προκύπτει όταν τα μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος για να ενισχύσει την ασφάλειά του κάνουν ένα άλλο να αισθανθεί περισσότερο εκτεθειμένο, προκαλώντας αντιδράσεις που εντείνουν την αρχική απειλή.
Οι αμερικανικές ναυτικές αναπτύξεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορεί να αποσκοπούν στην προστασία της εμπορικής ναυτιλίας και στην αποτροπή νέων επιθέσεων. Η Τεχεράνη, ωστόσο, μπορεί να τις ερμηνεύσει ως προετοιμασία για περαιτέρω στρατιωτική δράση. Τα ιρανικά αντίμετρα μπορούν, με τη σειρά τους, να ενισχύσουν την αμερικανική αντίληψη ότι απαιτείται πρόσθετη πίεση.
Ο κύκλος αυτός δεν προϋποθέτει πλήρη παρανόηση των προθέσεων του αντιπάλου. Ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται τους κινδύνους, παραμένει η αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες και τις συνέπειες μιας υποχώρησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και ένα περιορισμένο περιστατικό μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογη κλιμάκωση.
Η διαχείριση του κινδύνου απαιτεί μηχανισμούς επικοινωνίας και αποκλιμάκωσης, ακόμη και όταν ο στρατηγικός ανταγωνισμός συνεχίζεται. Αξιόπιστοι δίαυλοι στρατιωτικής επικοινωνίας, συμφωνημένες διαδικασίες για τις θαλάσσιες συναντήσεις, ανεξάρτητη διερεύνηση περιστατικών και αμοιβαίοι περιορισμοί στις επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας μπορούν να μειώσουν την πιθανότητα εσφαλμένου υπολογισμού.
Η αποτροπή και η διαχείριση κρίσεων πρέπει, συνεπώς, να λειτουργούν συμπληρωματικά. Η πρώτη επιδιώκει να αποθαρρύνει εχθρικές ενέργειες· η δεύτερη περιορίζει την πιθανότητα η αβεβαιότητα ή ένα μεμονωμένο περιστατικό να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση.
Πού οδεύει η σύγκρουση; Τρεις στρατηγικές πιθανότητες
Το μέλλον παραμένει αβέβαιο. Τα θεωρητικά πλαίσια που εξετάστηκαν επιτρέπουν, ωστόσο, τον προσδιορισμό τριών βασικών σεναρίων.
- Διαπραγματευτική αποκλιμάκωση
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το κόστος της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης υπερβαίνει τα οφέλη της πρόσθετης πίεσης. Μια διευθέτηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια και την πυρηνική επαλήθευση, με την ελάφρυνση των κυρώσεων να συνδέεται με μετρήσιμη συμμόρφωση. Η σταδιακή αποκατάσταση της εμπορικής δραστηριότητας θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθεροποίηση των ενεργειακών αγορών. Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, ωστόσο, θα εξαρτιόταν από την αξιοπιστία των δεσμεύσεων και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών εφαρμογής.
- Παρατεταμένη αντιπαράθεση
Τα εμπλεκόμενα μέρη συνεχίζουν να χρησιμοποιούν στρατιωτική και οικονομική πίεση χωρίς να καταλήγουν σε συνολική διευθέτηση. Οι περίοδοι μειωμένων εχθροπραξιών παραμένουν εύθραυστες, οι ναυτιλιακές εταιρείες αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα και οι ενεργειακές αγορές παραμένουν ευαίσθητες σε νέα περιστατικά. Οι κυβερνήσεις έχουν παράλληλα κίνητρα να επιταχύνουν τη διαφοροποίηση των προμηθειών και την ανάπτυξη εναλλακτικών υποδομών.
- Ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση
Νέες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, εμπορικά πλοία ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις προκαλούν πρόσθετους κύκλους αντιποίνων. Μια τέτοια εξέλιξη θα αύξανε τον κίνδυνο ευρύτερης οικονομικής διαταραχής και θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό ασφαλείας μεταξύ των περιφερειακών δυνάμεων.
Τα σενάρια αυτά αποτελούν αναλυτικές δυνατότητες και όχι προβλέψεις με δεδομένη έκβαση. Η πορεία της σύγκρουσης θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων, την αξιοπιστία των διπλωματικών δεσμεύσεων, τη συμπεριφορά των περιφερειακών παραγόντων και την ικανότητα των διεθνών αγορών να απορροφήσουν νέες διαταραχές.
Η σημαντικότερη διάκριση είναι εκείνη μεταξύ μιας προσωρινής μείωσης των εχθροπραξιών και μιας διαρκούς μεταβολής της στρατηγικής σχέσης. Μια εκεχειρία μπορεί να περιορίσει το άμεσο κόστος χωρίς να επιλύσει τις υποκείμενες διαφωνίες. Μια ολοκληρωμένη συμφωνία θα πρέπει, αντίθετα, να καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι μελλοντικές κρίσεις θα μπορούν να αντιμετωπίζονται χωρίς αυτόματη επιστροφή στη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Ο μακροπρόθεσμος μετασχηματισμός της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας
Η σύγκρουση μπορεί να επιταχύνει αλλαγές στην παγκόσμια ενεργειακή πολιτική. Τα κράτη που θεωρούν τη συγκεντρωμένη εξάρτηση από τη ναυσιπλοΐα του Κόλπου στρατηγική ευπάθεια έχουν κίνητρα να διαφοροποιήσουν τις πηγές προμήθειας, να επεκτείνουν τα στρατηγικά αποθέματα, να αναπτύξουν εναλλακτικές οδούς μεταφοράς και να επενδύσουν σε ανθεκτικότερες ενεργειακές υποδομές.
Ορισμένες κυβερνήσεις μπορεί να ενισχύσουν τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, στην πυρηνική ενέργεια και στα δίκτυα. Άλλες ενδέχεται να στραφούν περισσότερο σε εναλλακτικούς προμηθευτές ορυκτών καυσίμων ή σε έκτακτες εισαγωγές. Η κατεύθυνση αυτών των μεταβολών θα εξαρτηθεί από τους εθνικούς πόρους, τις οικονομικές συνθήκες και τις υφιστάμενες υποδομές.
Η διαφοροποίηση μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα, μειώνοντας την εξάρτηση από ένα μεμονωμένο σημείο συμφόρησης. Δεν εξαλείφει, ωστόσο, τους γεωπολιτικούς κινδύνους. Μπορεί να μεταφέρει μέρος της εξάρτησης σε άλλες στρατηγικές αλυσίδες εφοδιασμού, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για κρίσιμα ορυκτά, ενεργειακές τεχνολογίες και παραγωγική ικανότητα.
Ο στόχος δεν θα πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην η πλήρης ενεργειακή αυτάρκεια, η οποία μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική, αλλά η ενίσχυση της ανθεκτικότητας μέσω της διαφοροποίησης και της συνεργασίας. Τα στρατηγικά αποθέματα, οι πολλαπλοί προμηθευτές, οι ευέλικτες υποδομές και ο διεθνής συντονισμός σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις μελλοντικών κρίσεων.
Η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τη διαθεσιμότητα των πόρων, αλλά και από την αξιοπιστία των διαδρομών μεταφοράς, τη λειτουργία των αγορών και την ικανότητα συνεργασίας μεταξύ των κρατών. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο καθιστά αυτή τη διάσταση της διεθνούς ασφάλειας ιδιαίτερα εμφανή.
Συμπέρασμα: Από έναν αγώνα αντοχής σε μια βιώσιμη στρατηγική διευθέτηση
Η σύγκρουση με το Ιράν αποκαλύπτει έναν θεμελιώδη περιορισμό της κρατικής ισχύος: η ικανότητα επιβολής κόστους δεν εγγυάται την ικανότητα καθορισμού των πολιτικών αποτελεσμάτων.
Ο ρεαλισμός εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ανταγωνίζονται για την ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή. Η διπλωματία του καταναγκασμού αναδεικνύει την ανάγκη σύνδεσης της πίεσης με επιτεύξιμους στόχους και αξιόπιστες προϋποθέσεις συμμόρφωσης. Η θεωρία διαπραγμάτευσης εξηγεί γιατί οι συγκρούσεις επιμένουν όταν οι ηγεσίες αμφισβητούν τη σχετική ισχύ τους ή δυσπιστούν απέναντι στις μελλοντικές δεσμεύσεις. Το δίλημμα ασφαλείας φωτίζει τη δυναμική της κλιμάκωσης, ενώ η διεθνής πολιτική οικονομία αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο μια περιφερειακή σύγκρουση επηρεάζει τις παγκόσμιες αγορές.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με την επιλογή μεταξύ μιας παρατεταμένης δοκιμασίας στρατιωτικής και οικονομικής αντοχής και της μετατροπής της διαπραγματευτικής τους μόχλευσης σε εφαρμόσιμη πολιτική διευθέτηση. Το Ιράν αντιμετωπίζει αντίστοιχο δίλημμα: κατά πόσον η συνέχιση της αντίστασης μπορεί να εξασφαλίσει τους στόχους του ή αν μια συμφωνία προσφέρει βιωσιμότερο μέσο προστασίας των συμφερόντων του. Κανένα από τα δύο μέρη δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο αντίπαλος θα αποδεχθεί τους προτιμώμενους όρους του.
Μια βιώσιμη διευθέτηση θα απαιτούσε επαληθεύσιμες πυρηνικές δεσμεύσεις, ασφαλή εμπορική διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ, σαφείς διαδικασίες αντιμετώπισης παραβάσεων και αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων. Θα χρειαζόταν επίσης συνεργασία μεταξύ περιφερειακών και διεθνών παραγόντων, καθώς και ενεργειακές πολιτικές που περιορίζουν την ευπάθεια της παγκόσμιας οικονομίας.
Η κρίση μπορεί είτε να ενισχύσει τη διεθνή συνεργασία είτε να επιταχύνει τον κατακερματισμό των οικονομικών σχέσεων και των συστημάτων ασφαλείας. Εάν τα κράτη χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερο τις ενεργειακές προμήθειες και τα θαλάσσια σημεία συμφόρησης ως μέσα καταναγκασμού, η διεθνής τάξη ενδέχεται να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική και ασταθής. Αντίθετα, η ενίσχυση της συνεργασίας στη θαλάσσια ασφάλεια, η διαφοροποίηση των ενεργειακών προμηθειών και η διπλωματική διαχείριση των συγκρούσεων θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ένα ανθεκτικότερο διεθνές σύστημα.
Η έκβαση της σύγκρουσης δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τις στρατιωτικές επιτυχίες, τις κυρώσεις ή τις βραχυπρόθεσμες μεταβολές των τιμών της ενέργειας. Καθοριστικό κριτήριο είναι κατά πόσον η πολιτική διευθέτηση μειώνει τον κίνδυνο ανανεωμένου πολέμου, περιορίζει την πιθανότητα πυρηνικής διάδοσης, προστατεύει το διεθνές εμπόριο και δημιουργεί κίνητρα για την ειρηνική επίλυση μελλοντικών διαφορών.
Ο κόσμος αντιμετωπίζει, επομένως, κάτι περισσότερο από μια περιφερειακή σύγκρουση. Πρόκειται για μια δοκιμασία του κατά πόσον η στρατιωτική ισχύς, η οικονομική αλληλεξάρτηση και η διπλωματία μπορούν να συνδυαστούν για τη διαμόρφωση μιας βιώσιμης τάξης ασφαλείας. Η στρατηγική επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο, αλλά από το κατά πόσον οι εμπλεκόμενες κυβερνήσεις θα μπορέσουν να μετατρέψουν την αντιπαράθεση σε ένα σταθερό πλαίσιο διαχείρισης των διαφορών τους.