Του Χρήστου Κωνσταντινίδη
Μια απόφαση που επισφραγίζει τη θεαματική αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Συρία ανακοίνωσε στις 24 Αυγούστου ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο. Η Ουάσιγκτον προχώρησε στην επίσημη αφαίρεση της Συρίας από τον κατάλογο των State Sponsors of Terrorism (SST), μετά την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής περιόδου ενημέρωσης του Κογκρέσου διάρκειας 45 ημερών.
Στην ίδια ανακοίνωση, ο Ρούμπιο γνωστοποίησε επίσης ότι ήρε τον χαρακτηρισμό της Hay’at Tahrir al-Sham (HTS) ως Specially Designated Global Terrorist (SDGT). Η διατύπωση έχει σημασία: το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφέρεται συγκεκριμένα στην άρση αυτού του χαρακτηρισμού και αυτή ακριβώς είναι η ορθή απόδοση της αμερικανικής απόφασης.
Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει την εξέλιξη ως ένα ακόμη «ιστορικό βήμα» για να δοθεί στον συριακό λαό η δυνατότητα οικονομικής ανάκαμψης και επανένταξης στη διεθνή οικονομία.
Πίσω, όμως, από τη διπλωματική γλώσσα της Ουάσιγκτον υπάρχει μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να παραβλεφθεί: ο άνθρωπος στον οποίο οι ΗΠΑ επενδύουν σήμερα για το μέλλον της Συρίας είναι ο Αχμέντ αλ Σαράα, γνωστός επί χρόνια με το πολεμικό ψευδώνυμο Αμπού Μοχάμεντ αλ Τζολάνι.
Από τον Τζολάνι στον Αλ Σαράα
Η διαδρομή του σημερινού μεταβατικού προέδρου της Συρίας αποτελεί μία από τις εντυπωσιακότερες πολιτικές μεταμορφώσεις που έχει γνωρίσει η Μέση Ανατολή.
Ο Αλ Σαράα υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία του Μετώπου Αλ Νούσρα, του συριακού παρακλαδιού της Αλ Κάιντα, και στη συνέχεια βρέθηκε στην ηγεσία της Hay’at Tahrir al-Sham. Σήμερα εμφανίζεται πλέον όχι ως καταζητούμενος τζιχαντιστής, αλλά ως αρχηγός κράτους και συνομιλητής της Ουάσιγκτον.
Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τις νέες διπλωματικές ισορροπίες.
Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Δαμασκός έχει κάνει σημαντικά βήματα για να απομακρυνθεί από τη διεθνή τρομοκρατία. Ο Ρούμπιο επικαλείται τη συμμετοχή της Συρίας στον διεθνή συνασπισμό κατά του ISIS και επιχειρήσεις εναντίον δικτύων του ISIS, της Αλ Κάιντα, της Χεζμπολάχ και οργανώσεων που συνδέονται με το Ιράν.
Η Ουάσιγκτον, δηλαδή, θεωρεί ότι πρέπει πλέον να κρίνει τον Αλ Σαράα πρωτίστως από τη σημερινή πολιτική του και τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει και όχι από το παρελθόν του.
Πρόκειται για μια επιλογή καθαρής γεωπολιτικής σκοπιμότητας.
Η κυβέρνηση Τραμπ ανοίγει τις πόρτες της οικονομίας
Η συγκεκριμένη απόφαση δεν αποτελεί μεμονωμένη κίνηση.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υπενθυμίζει ότι ήδη από τον Ιούνιο του 2025 η κυβέρνηση Τραμπ είχε κινηθεί για τη δραστική χαλάρωση και κατάργηση του καθεστώτος κυρώσεων εναντίον της Συρίας. Η νέα απόφαση αποσκοπεί πλέον στην απομάκρυνση των μεγάλων εμποδίων που εξακολουθούσαν να αποτρέπουν ιδιωτικά κεφάλαια από το να εισέλθουν στη χώρα.
Το μήνυμα προς τις αγορές είναι σαφές: η Συρία πρέπει να επιστρέψει στο διεθνές οικονομικό σύστημα.
Και πίσω από την οικονομική διάσταση βρίσκεται βεβαίως η γεωπολιτική.
Η νέα Συρία απομακρύνεται από το σύστημα συμμαχιών της εποχής Άσαντ, το οποίο στηριζόταν στη Ρωσία και κυρίως στο Ιράν, και επιχειρεί να ενταχθεί σε μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική με καθοριστικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, της Τουρκίας και των αραβικών κρατών.
Η ίδια η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πλέον τη μετα-Άσαντ Συρία ως νέο σύμμαχο. Το Reuters, σε πρόσφατη ανταπόκρισή του για τις συροϊσραηλινές συνομιλίες, περιγράφει ευθέως τις ΗΠΑ ως νέο σύμμαχο της Συρίας υπό τον Αλ Σαράα.
Η σκοτεινή πλευρά της «νέας Συρίας»
Το μεγάλο πρόβλημα για το αμερικανικό αφήγημα είναι ότι η πραγματικότητα στο εσωτερικό της χώρας δεν επιτρέπει εύκολους πανηγυρισμούς.
Η πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ δεν έφερε αυτομάτως ούτε ειρήνη ούτε ένα ασφαλές πολυθρησκευτικό κράτος.
Η έκθεση της Ανεξάρτητης Διεθνούς Επιτροπής Έρευνας του ΟΗΕ για τη Συρία περιγράφει το 2025 ως έτος σημαδεμένο από δύο μεγάλα κύματα βίας κατά αμάχων, τα οποία έπληξαν ιδιαίτερα μειονοτικές κοινότητες.
Οι σφαγές στις παράκτιες περιοχές της Συρίας, όπου βρίσκεται ο πυρήνας της αλαουιτικής κοινότητας, άφησαν πίσω τους βαρύ φόρο αίματος. Ακολούθησε η αιματηρή κρίση στη Σουέιντα και η σύγκρουση γύρω από τους Δρούζους.
Παράλληλα, η κατάσταση των Χριστιανών και η αντιπαράθεση της νέας Δαμασκού με τις κουρδικές δυνάμεις εξακολουθούν να δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο η νέα Συρία μπορεί πραγματικά να μετατραπεί σε κράτος όπου όλες οι εθνοτικές και θρησκευτικές κοινότητες θα αισθάνονται ασφαλείς.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μιλούν ήδη για μια Συρία που έχει απομακρυνθεί από την τρομοκρατία. Ωστόσο, το πραγματικό τεστ για τον Αλ Σαράα δεν είναι μόνο εάν θα πολεμήσει το ISIS ή εάν θα περιορίσει τα ιρανικά δίκτυα.
Είναι τι κράτος θα οικοδομήσει ο ίδιος.
Μπορεί να διαγραφεί ένα τέτοιο παρελθόν;
Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι ένας πρώην τζιχαντιστής μπορεί να εγκαταλείψει την προηγούμενη ιδεολογία του και να μετατραπεί σε πραγματιστή πολιτικό. Η ιστορία έχει γνωρίσει πολλές εντυπωσιακές πολιτικές μεταμορφώσεις.
Αυτό όμως πρέπει να αποδειχθεί στην πράξη.
Και ειδικά στην περίπτωση του Αλ Σαράα, ο πήχης πρέπει να βρίσκεται εξαιρετικά ψηλά.
Δεν αρκούν οι καλές σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Δεν αρκεί η ρήξη με το Ιράν. Δεν αρκεί η συμμετοχή στον αγώνα κατά του ISIS.
Η πραγματική απόδειξη θα είναι εάν οι Αλαουίτες μπορούν να ζουν χωρίς τον φόβο της εκδίκησης, εάν οι Δρούζοι μπορούν να διατηρούν την ασφάλεια και τα δικαιώματά τους, εάν οι Χριστιανοί μπορούν να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες και εάν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη πολιτική διευθέτηση με τους Κούρδους.
Διαφορετικά, η διεθνής «αποκατάσταση» του Αλ Σαράα κινδυνεύει να προηγηθεί πολύ της πραγματικής μεταμόρφωσης της Συρίας.
Πανηγυρίζει ο Μπάρακ εν μέσω θύελλας για το Γκολάν
Την απόφαση έσπευσε να χαιρετίσει ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, ο οποίος βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες στο επίκεντρο σφοδρών αντιδράσεων μετά τις δηλώσεις του για τα Υψώματα του Γκολάν.
Ο Μπάρακ είχε δηλώσει ότι το Ισραήλ «εξακολουθεί να κατέχει» τα Υψώματα του Γκολάν, ερχόμενος σε ευθεία αντίθεση με την πολιτική που καθιέρωσε ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ το 2019, όταν οι ΗΠΑ αναγνώρισαν την ισραηλινή κυριαρχία στην περιοχή. Μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε, ο Αμερικανός απεσταλμένος ανασκεύασε, δηλώνοντας ότι η αμερικανική πολιτική που καθόρισε ο Τραμπ το 2019 παραμένει αμετάβλητη.
Οι διευκρινίσεις του, πάντως, δεν εξαφάνισαν την πολιτική πίεση που έχει δημιουργηθεί γύρω από το πρόσωπό του.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Μπάρακ χαρακτήρισε την απόφαση για τη Συρία «ένα ακόμη ιστορικό ορόσημο» του οράματος Τραμπ και παρουσίασε τη χώρα ως ένα εντυπωσιακό παράδειγμα μετάβασης «από την απομόνωση στην εταιρική σχέση» και «από πηγή τρομοκρατίας σε αφοσιωμένο εταίρο στον παγκόσμιο αγώνα εναντίον της».
Υποστήριξε ακόμη ότι η απομάκρυνση των εμποδίων θα επιτρέψει στις επενδύσεις και στο εμπόριο να συμβάλουν στην ανοικοδόμηση της Συρίας, παρουσιάζοντας τη νέα σχέση Ουάσιγκτον–Δαμασκού ως βασισμένη σε κοινά συμφέροντα, ασφάλεια και οικονομική ευημερία.
Another historic milestone in @POTUS’s bold vision to give Syria a chance. Today, @SecRubio formally rescinded Syria’s designation as a State Sponsor of Terrorism — another decisive step in Syria’s remarkable journey from isolation to partnership, and from a source of terrorism…
— Ambassador Tom Barrack (@USAMBTurkiye) August 24, 2026
Η Realpolitik σε όλο της το μεγαλείο
Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε ξαφνικά το παρελθόν του Αλ Σαράα.
Σημαίνει ότι άλλαξαν οι προτεραιότητες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ουάσιγκτον βλέπει σήμερα στη Δαμασκό μια ευκαιρία: να περιορίσει δραστικά την ιρανική επιρροή, να εμποδίσει την επιστροφή του ISIS, να σταθεροποιήσει τη Συρία, να ανοίξει τη χώρα στις επενδύσεις και να την εντάξει σε μια νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων.
Αυτή είναι η Realpolitik χωρίς περιτύλιγμα.
Υπάρχει, όμως, μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στον πολιτικό πραγματισμό και στην ιστορική αμνησία.
Η οικονομική ανακούφιση του συριακού λαού είναι ένα πράγμα. Η διεθνής νομιμοποίηση της νέας κυβέρνησης είναι άλλο. Και η παρουσίαση του Αλ Σαράα ως οριστικά μεταμορφωμένου ηγέτη είναι κάτι που ακόμη πρέπει να αποδειχθεί.
Γιατί οι διεθνείς λίστες μπορούν να αλλάξουν με μια υπογραφή. Το παρελθόν, όμως, δεν διαγράφεται με υπουργική απόφαση. Και κυρίως, η ασφάλεια των Αλαουιτών, των Χριστιανών, των Δρούζων και των Κούρδων θα αποτελέσει πολύ ισχυρότερο κριτήριο για τη «νέα Συρία» από οποιαδήποτε ανακοίνωση της Ουάσιγκτον.
Όλη η ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ: