Του Σάββα Καλεντερίδη
Υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες τα γεγονότα μοιάζουν ασύνδετα μεταξύ τους. Μια τουρκική ανακοίνωση για την Τριπολιτσά, μια νέα επίθεση για την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, η αμφισβήτηση του δικαιώματος της Ελλάδας να τοποθετήσει ένα υποθαλάσσιο καλώδιο, οι ενεργειακές έρευνες της Chevron και της ExxonMobil, μια συζήτηση στις Βρυξέλλες για το «Made in Europe», οι εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ, οι σκληρές δηλώσεις του Ισραήλ Κατς κατά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και, στο τέλος, ένα αμερικανικό άρθρο που χαρακτηρίζει τον τουρκικό στρατό «άδειο κέλυφος».
Όμως όλα αυτά έχουν έναν κοινό παρονομαστή.
Ισχύ.
Ποιος διαθέτει πραγματική ισχύ, ποιος απλώς προβάλλει ισχύ, ποιος παράγει, ποιος εξαρτάται από άλλους και ποιος έχει οικοδομήσει ένα κράτος ικανό να μετατρέπει την οικονομία, τη βιομηχανία, την ενέργεια, τη διπλωματία και τις Ένοπλες Δυνάμεις σε ενιαίο εθνικό εργαλείο.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ζήτημα για την Ελλάδα.
Το ελληνικό πρόβλημα είναι βαθύτερο
Μια Ελληνίδα του εξωτερικού έθεσε ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί άνθρωποι με εμπειρία από τις Ένοπλες Δυνάμεις, τη διπλωματία, τα πανεπιστήμια, την οικονομία και τη διοίκηση δεν δημιουργούν έναν μηχανισμό παραγωγής προτάσεων για τη χώρα;
Το ερώτημα είναι σωστό. Η απάντηση όμως δεν είναι εύκολη.
Το ελληνικό πρόβλημα δεν λύνεται με έναν ακόμη σύλλογο καλών προθέσεων. Χρειάζεται αλλαγή του ίδιου του παραγωγικού και διοικητικού μοντέλου της χώρας.
Η Ελλάδα πρέπει κάποτε να απαντήσει σε ορισμένα βασικά ερωτήματα. Πώς θα αναπτυχθεί η περιφέρεια; Πώς θα ξαναζωντανέψει η ύπαιθρος; Πώς θα ενισχυθούν ο πρωτογενής, ο δευτερογενής και ο τριτογενής τομέας; Πώς θα αντιμετωπιστεί το δημογραφικό; Πώς θα μετατραπεί το κράτος από αντίπαλο του πολίτη σε εργαλείο που τον βοηθά;
Δεν μπορεί η χώρα να αναπαράγει επί δεκαετίες το ίδιο μοντέλο και να περιμένει διαφορετικό αποτέλεσμα.
Και εδώ υπάρχει ένας παράγοντας ο οποίος παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητος: ο απόδημος Ελληνισμός. Ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτει οικονομική, επιστημονική και πολιτική επιρροή που μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικός πολλαπλασιαστής ισχύος για την Ελλάδα.
Από την αμερικανική μονοκρατορία στη γεωπολιτική των συναλλαγών
Για να αντιληφθούμε όμως τι συμβαίνει σήμερα με την Τουρκία πρέπει να δούμε τη μεγάλη εικόνα.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δημιουργήθηκε ένα σχεδόν μονοπολικό διεθνές σύστημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετώπιζαν έναν αντίπαλο ικανό να αμφισβητήσει συνολικά την πρωτοκαθεδρία τους.
Αυτό άλλαξε.
Η Κίνα αναπτύχθηκε σε οικονομική και στρατηγική δύναμη πρώτης γραμμής. Η Ρωσία επιχείρησε να αποκαταστήσει μέρος της χαμένης επιρροής της. Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και οι BRICS απέκτησαν αυξανόμενη πολιτική σημασία, ενώ κράτη του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου άρχισαν να αναζητούν μεγαλύτερα περιθώρια αυτονομίας.
Η Ουάσινγκτον προσαρμόζεται.
Η λογική είναι πλέον περισσότερο επιλεκτική: οι περιφερειακοί σύμμαχοι καλούνται να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους της δικής τους ασφάλειας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να συγκεντρώσουν πόρους στα σημεία που θεωρούν πραγματικά ζωτικής σημασίας.
Αυτό δημιουργεί χώρο για περιφερειακές δυνάμεις.
Και μία από αυτές είναι η Τουρκία.
Η γεωγραφική της θέση επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να τη βλέπει ταυτόχρονα προς τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο, την Κασπία, τη Συρία, το Ιράκ και τη Μέση Ανατολή.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Η σημερινή αμερικανική πολιτική είναι εξαιρετικά συναλλακτική. Η γεωπολιτική συνδέεται όλο και περισσότερο με μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, ενεργειακά σχέδια και επενδύσεις δισεκατομμυρίων.
Η Ελλάδα οφείλει να το καταλάβει.
Δεν αρκεί να λέμε ότι είμαστε αξιόπιστοι σύμμαχοι. Πρέπει να δημιουργούμε συμφέροντα τα οποία καθιστούν την Ελλάδα απαραίτητη.
Γι’ αυτό η παρουσία της Chevron και της ExxonMobil αποκτά σημασία. Όχι επειδή αύριο το πρωί θα αρχίσουν να εισρέουν δισεκατομμύρια στα κρατικά ταμεία. Οι ενεργειακές επενδύσεις απαιτούν χρόνια έρευνας, γεωτρήσεων, αξιολόγησης και τελικών επενδυτικών αποφάσεων.
Η έναρξη σεισμικών ερευνών της Chevron στις περιοχές του Ιονίου, νότια της Πελοποννήσου και νότια της Κρήτης αποτελεί μόνο την αρχή μιας μακράς διαδικασίας. Αντίστοιχα, η πρώτη γεώτρηση της ExxonMobil έχει τοποθετηθεί χρονικά για την άνοιξη του 2027.
Αν όμως επιβεβαιωθούν μεγάλα ελληνικά κοιτάσματα, το γεωπολιτικό βάρος της χώρας θα αλλάξει.
Τριπολιτσά: Όταν η Ιστορία γίνεται εργαλείο εξωτερικής πολιτικής
Σε αυτό το περιβάλλον πρέπει να διαβάσουμε και την τουρκική επίθεση για την Τριπολιτσά.
Η Άγκυρα επανέφερε τις αιματηρές πλευρές της άλωσης της πόλης το 1821, κατηγορώντας τους Έλληνες για σφαγές μουσουλμανικού πληθυσμού.
Οι σφαγές αμάχων αποτελούν ιστορικό γεγονός και δεν υπάρχει λόγος να αποκρύπτονται.
Άλλο όμως η ιστορική αποτίμηση και άλλο η χρήση της Ιστορίας ως εργαλείου κρατικής πολιτικής δύο αιώνες αργότερα.
Η ελληνική απάντηση μέσω διπλωματικών πηγών υπογράμμισε ότι η επιλεκτική χρήση της ιστορικής μνήμης δεν αλλάζει τα πραγματικά γεγονότα και ότι η Ιστορία δεν μπορεί να παραχαράσσεται ανάλογα με τις ανάγκες της συγκυρίας.
Το πρόβλημα όμως είναι ευρύτερο.
Στον τουρκικό δημόσιο λόγο εμφανίζονται συστηματικά χάρτες που παρουσιάζουν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ως σταδιακή απώλεια δήθεν «τουρκικών εδαφών».
Εδώ βρίσκεται η επικίνδυνη διάσταση.
Διότι όταν αμφισβητείται η Ελληνική Επανάσταση ως ιστορική διαδικασία απελευθέρωσης, δημιουργείται έμμεσα ένα αφήγημα αμφισβήτησης της ίδιας της νομιμοποίησης του ελληνικού κράτους.
Από την Κύπρο στα ελληνικά νησιά
Την ίδια στιγμή το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέφερε δύο γνωστές θέσεις.
Πρώτον, κατήγγειλε τους εξοπλισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις αμυντικές συνεργασίες της με τρίτες χώρες ως παράγοντες που δήθεν διαταράσσουν την «ισορροπία» στο νησί.
Εδώ υπάρχει μια θεμελιώδης αντίφαση.
Η Τουρκία διατηρεί στρατεύματα στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και ταυτόχρονα θεωρεί πρόβλημα την προσπάθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας να ενισχύσει την άμυνά της.
Δεύτερον, η Άγκυρα επανέφερε την απαίτηση περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, επικαλούμενη τη Λωζάνη και τη Συνθήκη των Παρισίων.
Δεν πρόκειται για μια τυχαία ρητορική έξαρση.
Η Τουρκία επιχειρεί συστηματικά να οικοδομήσει ένα νομικοπολιτικό αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η ελληνική στρατιωτική παρουσία στα νησιά αποτελεί παραβίαση διεθνών υποχρεώσεων.
Και η Αθήνα οφείλει να αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα όχι επικοινωνιακά, αλλά στρατηγικά.
Το καλώδιο μπορεί να κρίνει περισσότερα από ένα ενεργειακό έργο
Το σοβαρότερο ίσως ζήτημα βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Τουρκία επαναλαμβάνει ότι οι περιοχές που έχει δηλώσει μονομερώς ως τουρκική υφαλοκρηπίδα και εκείνες που συνδέονται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελούν χώρους στους οποίους δραστηριότητες όπως η πόντιση καλωδίων, οι αγωγοί ή ορισμένες έρευνες πρέπει προηγουμένως να «συντονίζονται» με την Άγκυρα.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Δεν συζητάμε απλώς για ένα καλώδιο.
Συζητάμε για το αν η Ελλάδα μπορεί στην πράξη να ασκήσει τα δικαιώματα που υποστηρίζει ότι διαθέτει.
Και για αυτό το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία από την οικονομική του διάσταση.
Μπορεί να εξελιχθεί σε δοκιμασία κυριαρχικών δικαιωμάτων και, υπό αυτήν την έννοια, σε ένα από τα ζητήματα που θα επηρεάσουν την ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο τα επόμενα χρόνια.
Αν θέλεις αποτροπή, πρέπει να παράγεις
Και εδώ ερχόμαστε στην ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Στην ημερίδα για την αμυντική βιομηχανία Ελλάδας και Κύπρου παρουσιάστηκε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρόταση: ένα δεσμευτικό δεκαπενταετές ναυπηγικό πρόγραμμα.
Η λογική είναι απλή.
Δεν δημιουργείται σοβαρή ναυπηγική βιομηχανία με σποραδικές παραγγελίες.
Χρειάζεται συνέχεια.
Φρεγάτες, κορβέτες, πυραυλάκατοι, υποβρύχια, επισκευές, υποστήριξη και εξαγωγές πρέπει να ενταχθούν σε έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό.
Η Τουρκία το έκανε.
Η Νότια Κορέα το έκανε.
Η Ελλάδα, μία χώρα με έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους στον κόσμο και τεράστια ναυτική παράδοση, δεν έχει κανέναν λόγο να αποδέχεται ως φυσιολογική την περιορισμένη συμμετοχή της στην παγκόσμια ναυπηγική παραγωγή.
Ο στόχος ελληνικής προστιθέμενης αξίας της τάξης του 70% έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί η πραγματική αποτροπή δεν είναι απλώς να αγοράσεις ένα πολεμικό πλοίο.
Είναι να γνωρίζεις πώς κατασκευάζεται.
Να μπορείς να το επισκευάσεις.
Να μπορείς να παράγεις εξαρτήματα.
Να δημιουργήσεις εκατοντάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις γύρω από τα ναυπηγεία.
Να κρατήσεις την τεχνογνωσία στη χώρα.
Αυτό είναι εθνική ισχύς.
Η μάχη του «Made in Europe»
Το ίδιο ακριβώς ζήτημα συζητείται σήμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η Γαλλία υποστηρίζει μια αυστηρότερη πολιτική ευρωπαϊκής προτίμησης: τα δημόσια ευρωπαϊκά χρήματα να στηρίζουν πρωτίστως ευρωπαϊκές βιομηχανίες και Ευρωπαίους εργαζομένους.
Η Γερμανία προωθεί ένα πιο ανοικτό «Made with Europe», στο οποίο θα μπορούν να συμμετέχουν και στενοί εμπορικοί εταίροι της Ένωσης.
Η διαφορά δεν είναι τεχνική.
Είναι στρατηγική.
Ποιος θα πάρει τα δισεκατομμύρια που θα δαπανήσει η Ευρώπη για την επαναβιομηχάνιση και την άμυνά της;
Και εδώ η Ελλάδα πρέπει να αναρωτηθεί πού βρίσκεται.
Όποιος δεν διαθέτει βιομηχανία δεν συμμετέχει στη μεγάλη μοιρασιά της παραγωγής. Παραμένει καταναλωτής προϊόντων που κατασκευάζουν οι άλλοι.
Η Κύπρος δείχνει τι σημαίνει ενεργειακή συνέχεια
Η Κύπρος, από την άλλη πλευρά, έχει προχωρήσει αρκετά περισσότερο στις έρευνες υδρογονανθράκων.
Οι ανακαλύψεις «Γλαύκος» και «Πήγασος» στο τεμάχιο 10 και οι επαφές με την ExxonMobil δείχνουν πόσο μακρύς είναι ο δρόμος από την πρώτη έρευνα μέχρι την παραγωγή.
Πρώτα πραγματοποιούνται σεισμικές έρευνες.
Ύστερα γεωτρήσεις.
Ακολουθούν επιβεβαιωτικές γεωτρήσεις.
Στη συνέχεια πρέπει να αποδειχθεί η εμπορική αξιοποίηση.
Μετά έρχεται το σχέδιο ανάπτυξης και παραγωγής.
Και μόνο στο τέλος λαμβάνεται η τελική επενδυτική απόφαση.
Αυτό πρέπει να το έχουμε υπόψη μας και στην Ελλάδα ώστε να μην καλλιεργούμε ψευδαισθήσεις ότι επειδή υπέγραψε μια μεγάλη πετρελαϊκή εταιρεία, την επόμενη ημέρα θα αρχίσουν να ρέουν δισεκατομμύρια.
Παράλληλα ο Νίκος Χριστοδουλίδης απάντησε στον Ερντογάν από τη Νέα Υόρκη, επισημαίνοντας την αντίφαση ανάμεσα στις τουρκικές αναφορές στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, στην εδαφική ακεραιότητα και στην παράνομη κατοχή, και στην πραγματικότητα που εξακολουθεί να υφίσταται η Κύπρος.
Η θέση του ήταν σαφής: όποιος επικαλείται τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών οφείλει πρώτα να τον εφαρμόζει.
Ο «χάρτινος σουλτάνος» και η απάντηση του Ισραήλ
Η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της διπλωματικής γλώσσας.
Μετά τη νέα επίθεση Ερντογάν στο Ισραήλ από το βήμα του ΟΗΕ, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς χαρακτήρισε τον Τούρκο πρόεδρο «χάρτινο σουλτάνο», αμφισβητώντας την απόσταση ανάμεσα στη ρητορική του και στην πραγματική του δυνατότητα ανάληψης κινδύνου.
Και εδώ ακριβώς συναντούμε το σημαντικό άρθρο του Michael Rubin.
Michael Rubin: Η «Τουρκία του Σρέντινγκερ»
Ο Rubin χρησιμοποιεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μεταφορά.
Τη γάτα του Σρέντινγκερ.
Στο γνωστό νοητικό πείραμα, η κατάσταση της γάτας μέσα στο κλειστό κουτί δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί μέχρι να ανοίξει το κουτί.
Κατά τον Rubin, κάτι ανάλογο συμβαίνει με την τουρκική στρατιωτική ισχύ.
Η Τουρκία παρουσιάζει έναν μεγάλο στρατό.
Διαθέτει δεκάδες βάσεις και στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Έχει αναπτύξει μια σημαντική αμυντική βιομηχανία.
Κατασκευάζει UAV και UCAV.
Διαθέτει ισχυρές χερσαίες δυνάμεις, πολεμική αεροπορία και ναυτικές μονάδες.
Έχει στρατιωτική παρουσία από τη Συρία και το Ιράκ μέχρι τη Λιβύη και τη Σομαλία.
Το ερώτημα του Rubin όμως είναι διαφορετικό:
Τι από όλα αυτά έχει πραγματικά δοκιμαστεί απέναντι σε έναν οργανωμένο κρατικό αντίπαλο ο οποίος μπορεί να ανταποδώσει το πλήγμα;
Αυτό είναι το κρίσιμο.
Η Τουρκία έχει αποκτήσει μεγάλη επιχειρησιακή εμπειρία στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Έχει επίσης εμπειρία στις ειδικές επιχειρήσεις και σε πολέμους χαμηλότερης έντασης.
Όμως άλλο πράγμα είναι η χρήση UAV, ειδικών δυνάμεων και τοπικών συμμάχων εναντίον οργανώσεων ή στρατιωτικά ασθενέστερων αντιπάλων και άλλο η διεξαγωγή ενός παρατεταμένου πολέμου υψηλής έντασης απέναντι σε ένα οργανωμένο κράτος.
Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Ισχυρή στα χαρτιά η Τουρκία! Φοβάται την αποτυχία ο Ερντογάν
Βάσεις δεν σημαίνουν αυτομάτως δυνατότητα πολέμου
Ο Rubin χρησιμοποιεί μεταξύ άλλων την περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας και του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Η Τουρκία θέλει να εμφανίζεται ως δύναμη πρώτης γραμμής στον μουσουλμανικό κόσμο και έχει επενδύσει σε παρουσία στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή.
Όμως η ύπαρξη μιας στρατιωτικής βάσης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μια χώρα μπορεί να αναπτύξει, να τροφοδοτήσει και να διατηρήσει για μήνες μια μεγάλη δύναμη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το έδαφός της.
Η πραγματική στρατιωτική ισχύς είναι κυρίως logistics.
Πυρομαχικά.
Καύσιμα.
Ανταλλακτικά.
Μεταγωγικά μέσα.
Αεροπορική κάλυψη.
Διοίκηση και έλεγχος.
Δορυφορική υποστήριξη.
Συντήρηση.
Αναπλήρωση απωλειών.
Και πάνω από όλα, δυνατότητα συνέχισης του πολέμου όταν ο αντίπαλος αρχίσει να προκαλεί πραγματικές απώλειες.
Εκεί δεν υπάρχουν επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Οι εκκαθαρίσεις μετά το 2016
Υπάρχει και ένας δεύτερος παράγοντας.
Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 πραγματοποιήθηκαν τεράστιες εκκαθαρίσεις στις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Ένας μεγάλος αριθμός στελεχών απομακρύνθηκε.
Η πραγματική επίδραση αυτών των εκκαθαρίσεων στη θεσμική συνέχεια, στην εμπειρία των επιτελείων και ιδιαίτερα στην Πολεμική Αεροπορία είναι δύσκολο να μετρηθεί από έξω.
Και εδώ επιστρέφουμε στον Σρέντινγκερ.
Δεν γνωρίζουμε ακριβώς την κατάσταση του συστήματος μέχρι να δοκιμαστεί.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο τουρκικός στρατός είναι αδύναμος.
Και εδώ απαιτείται μεγάλη προσοχή.
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν η υποτίμηση της Τουρκίας
Ο Rubin χρησιμοποιεί εξαιρετικά σκληρή γλώσσα, φτάνοντας να χαρακτηρίσει τον τουρκικό στρατό «άδειο κέλυφος» και το Ναυτικό ακόμη πιο προβληματικό.
Η θέση αυτή πρέπει να μελετηθεί.
Δεν πρέπει όμως να μετατραπεί σε ελληνικό εφησυχασμό.
Γιατί είναι εξίσου επικίνδυνο να υποτιμάς τον αντίπαλο όσο και να τον υπερεκτιμάς.
Η Τουρκία διαθέτει πραγματικές δυνατότητες.
Διαθέτει πληθυσμιακό βάθος.
Μεγάλη αμυντική βιομηχανία.
Σημαντική παραγωγή πυρομαχικών.
Μη επανδρωμένα συστήματα.
Μεγάλο αριθμό στρατιωτικών μονάδων.
Ισχυρή ναυπηγική δραστηριότητα.
Και, κυρίως, μια κρατική μηχανή που εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει την αμυντική βιομηχανία ως στρατηγικό εργαλείο.
Το σωστό συμπέρασμα δεν είναι λοιπόν ότι «η Τουρκία δεν μπορεί».
Το σωστό ερώτημα είναι:
Πόσο μπορεί, για πόσο χρόνο και με τι κόστος;
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Το υψηλό κόστος είναι η ουσία της αποτροπής
Και εδώ βρίσκεται η ελληνική απάντηση.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να καταστρέψει την Τουρκία.
Χρειάζεται να πείσει ότι οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια θα έχει κόστος δυσανάλογο του πιθανού οφέλους.
Αυτό είναι αποτροπή.
Αν ένας αντίπαλος γνωρίζει ότι θα χάσει αεροσκάφη, πλοία, κρίσιμες υποδομές και προσωπικό, ότι μια σύγκρουση δεν θα τελειώσει σε λίγες ώρες και ότι οι απώλειες θα προκαλέσουν πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις στο εσωτερικό του, τότε ο υπολογισμός του αλλάζει.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το σημαντικότερο σημείο του άρθρου του Rubin.
Η εικόνα ισχύος είναι χρήσιμη όσο δεν δοκιμάζεται.
Όταν όμως ανοίξει το «κουτί του Σρέντιγκερ», δεν υπάρχουν πια παρουσιάσεις, παρελάσεις και προπαγανδιστικά βίντεο.
Υπάρχει το πεδίο.
Και δύο εξελίξεις που αξίζει να παρακολουθήσουμε
Η τουρκική παρουσία στο Ιράκ παραμένει επίσης ενδιαφέρουσα. Η βάση της Μπασίκα δημιουργήθηκε μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο γεωπολιτικό περιβάλλον γύρω από τη Μοσούλη και το Ισλαμικό Κράτος. Οι συζητήσεις για το μέλλον της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας εκεί δείχνουν ότι ακόμη και η επέκταση επιρροής έχει όρια όταν αλλάζουν οι περιφερειακές ισορροπίες.
Παράλληλα, πρέπει να παρακολουθούμε τις σχέσεις Τουρκίας–Ιράν. Η Τεχεράνη έχει ήδη διαμηνύσει ότι εξετάζει αντίμετρα εναντίον χωρών που περιορίζουν ιρανικές αεροπορικές δραστηριότητες, με την Άγκυρα να βρίσκεται και αυτή μέσα σε ένα πολύπλοκο πλέγμα ανταγωνισμού και συνεργασίας με το Ιράν.
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η Τουρκία κινείται σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα.
Αυτό αποτελεί πηγή ισχύος.
Μπορεί όμως να αποτελέσει και πηγή υπερεπέκτασης.
Το συμπέρασμα για την Ελλάδα
Η μεγάλη εικόνα είναι τελικά πιο απλή απ’ όσο φαίνεται.
Η Τουρκία προσπαθεί να μετατρέψει το πληθυσμιακό, βιομηχανικό και γεωγραφικό της μέγεθος σε περιφερειακή ισχύ.
Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει τα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα σε ισχύ.
Ναυτιλία.
Ενέργεια.
Γεωγραφική θέση.
Ένοπλες Δυνάμεις.
Συμμαχίες.
Ομογένεια.
Ανθρώπινο δυναμικό.
Αμυντική τεχνολογία.
Αλλά για να γίνει αυτό χρειάζεται παραγωγικό κράτος.
Χρειάζεται μακροχρόνιος σχεδιασμός.
Χρειάζεται βιομηχανία.
Χρειάζεται η Ελλάδα να σταματήσει να αγοράζει απλώς ισχύ από το εξωτερικό και να αρχίσει να παράγει ισχύ στο εσωτερικό.
Το άρθρο του Michael Rubin πρέπει να διαβαστεί με προσοχή, όχι γιατί αποδεικνύει ότι η Τουρκία είναι ένας «γίγαντας με πήλινα πόδια».
Δεν το γνωρίζουμε αυτό.
Και θα ήταν επικίνδυνο να το θεωρήσουμε δεδομένο.
Η αξία του βρίσκεται στο ερώτημα που θέτει:
Τι απομένει από την εικόνα μιας περιφερειακής υπερδύναμης όταν αρχίσει ένας πραγματικός πόλεμος υψηλής έντασης απέναντι σε έναν αντίπαλο ο οποίος μπορεί να χτυπήσει πίσω;
Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απασχολεί και την ελληνική στρατηγική.
Όχι αν η Τουρκία είναι ισχυρή ή αδύναμη.
Αλλά πώς η Ελλάδα θα γίνει τόσο ισχυρή ώστε η Τουρκία να μη θελήσει ποτέ να ανακαλύψει την απάντηση στο πεδίο.