Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης, rodopipress.gr
Μετά την «αγιοποίηση» του παραθρησκευτικού παρακρατικού τουρκοδίαιτου μικροπαράγοντα Ιμπραήμ Σερήφ από τον «Παρατηρητή της Θράκης», περνάμε τώρα στην αντίστοιχη «ηρωοποίηση» του Aykut Ünal από τον αρχισυντάκτη της ιστορικής εφημερίδας της Κομοτηνής Ο ΧΡΟΝΟΣ. Αλλάζουν τα πρόσωπα, όχι η δημοσιογραφική μέθοδος: η ανθρώπινη ή προσωπική διάσταση προβάλλεται περισσότερο από τον θεσμικό ρόλο, τις παρεμβάσεις και τα δίκτυα επιρροής. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι αν Σερήφ και Ünal ήταν συμπαθείς ή «επιτυχημένοι», αλλά ποιο σύστημα εκπροσωπούσαν και ποιο αποτύπωμα άφησαν στη Θράκη.
Το πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας Χρόνος αναφορικά με τη μετάθεση του Τούρκου προξένου Αϊκούτ Ουνάλ επιχειρεί με έναν όψιμο επικριτικό τόνο να εμφανιστεί ως τιμητής της πολιτικής ορθότητας στην περιοχή μας.
Ο συντάκτης της ιστορικής εφημερίδας της Κομοτηνής « Ο Χρόνος» παρουσιάζει τον Aykut Ünal ως έναν ιδιαίτερα δραστήριο Τούρκο πρόξενο, με παρασκηνιακή επιρροή, παρεμβάσεις σε εκλογές και επαφές με άτυπες δομές που, κατά το δημοσίευμα, υπερέβαιναν τα συνήθη διπλωματικά καθήκοντα. Εκτιμά ότι η μετάθεσή του στην Άγκυρα αποτελεί περισσότερο επιβράβευση παρά απομάκρυνση, ενώ υποστηρίζει ότι το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι το πρόσωπο του Ünal αλλά το διαχρονικό σύστημα επιρροής του Τουρκικού Προξενείου και οι τοπικοί παράγοντες που το αποδέχονται ή το αξιοποιούν.
Στην πραγματικότητα, όμως, πίσω από τις δήθεν βαθυστόχαστες αναλύσεις του, το μέσο επιδίδεται σε μια προκλητική ωραιοποίηση της θητείας του προξένου, αποσιωπώντας πλήρως τα πραγματικά προβλήματα, τις εσωτερικές ευθύνες και τις σκοτεινές πλευρές μιας περιόδου που σημαδεύτηκε από αυταρχισμό και αδιαφάνεια.
Το κυριότερο, όμως, είναι ότι το εν λόγω δημοσίευμα προσβάλλει κατάφωρα την Ελληνική Πολιτεία και τους θεσμούς της, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως μια ουσιαστικά ανοχύρωτη χώρα, έρμαιο των μεθοδεύσεων και της ανεξέλεγκτης επιρροής μιας ξένης διπλωματικής αποστολής.
Όταν ένα ιστορικό μέσο της Θράκης υιοθετεί το αφήγημα ότι μια ξένη δύναμη μπορεί να «εισβάλλει» ανενόχλητη και να ρυθμίζει τα εσωτερικά μας ζητήματα, ουσιαστικά υποβαθμίζει τη θεσμική θωράκιση της πατρίδας μας και καλλιεργεί ένα αίσθημα ηττοπάθειας στην τοπική κοινωνία.
Ας μιλήσουμε λοιπόν με πραγματικά επιχειρήματα, απαντώντας σημείο προς σημείο στην προσπάθεια ηρωποίησής του Αϊκούτ Ουνάλ:
1. Η εσωτερική αποδιοργάνωση αντί της δήθεν «επιτυχίας»
Το αφήγημα περί μιας απόλυτα επιτυχημένης θητείας καταρρίπτεται από την ίδια την πραγματικότητα που βίωσε η μειονότητα και όσοι γνωρίζουν τα εσωτερικά του Προξενείου. Ο κ. Ουνάλ εφάρμοσε έναν ιδιαίτερα αυταρχικό τρόπο διοίκησης, ο οποίος αντί για συνοχή προκάλεσε σοβαρή εσωτερική αποδιοργάνωση. Αποκορύφωμα αυτής της τακτικής υπήρξε η αναίτια απόλυση τριών επιτόπιων υπαλλήλων, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις ακόμα και από τους πλέον παραδοσιακούς υποστηρικτές του προξενικού μηχανισμού. Η διάλυση αυτή της συνοχής προφανώς και δεν μας προκαλεί ανησυχία, αλλά οφείλει να καταγραφεί για να αποκατασταθεί η αλήθεια απέναντι στις θεωρίες περί «επιτυχίας».
2. Η δημοσιογραφική αντίφαση και η επιλεκτική κριτική
Το δημοσίευμα του Χρόνου αναρωτιέται σήμερα για το ποιοι πολιτικοί και αυτοδιοικητικοί παράγοντες «σπεύδουν να τον υποδεχθούν» και αναζητούν πολιτική νομιμοποίηση, διαπιστώνοντας μάλιστα ότι χριστιανοί και μουσουλμάνοι προσέτρεχαν διαχρονικά για να έχουν την εύνοιά του. Εδώ όμως αναδεικνύεται μια σαθρή αντίφαση: Αφού το μέσο γνώριζε και διαπίστωνε αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα, γιατί μέχρι σήμερα δεν την είχε καταγγείλει ανοιχτά; Γιατί δεν ανέδειξε συγκεκριμένα αυτά τα πρόσωπα στην κοινωνία της Θράκης, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν ποιοι επιζητούν ξένες παρεμβάσεις;Γιατί κατά καιρούς χαϊδεύει κάποιους εξ αυτών; Ενώ θυμόμαστε ότι ο πρώτος που προσέτρεξε να ξεπλύνει τον Οζγκιούρ Φερχάτ το βράδυ των εκλογών του 2023 ήταν ο σημερινός συντάκτης του εν λόγω δημοσιεύματος απευθύνοντάς του μια γενικόλογη ερώτηση περί Συνθήκης της Λωζάννης, την ώρα που όλος ο δημοσιογραφικός κόσμος της Χώρας είχε δει τις σχέσεις Φερχάτ-Προξενείου. Η γενικόλογη κριτική κατόπιν εορτής στερείται ουσιαστικής αξίας.
3. Η εκκωφαντική σιωπή για το ζήτημα του Μαύρου Χρήματος
Η μεγαλύτερη απόδειξη της επιλεκτικής ευαισθησίας των τοπικών ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένου του Χρόνου, υπήρξε η στάση τους τις προηγούμενες ημέρες. Ενώ είδαν το φως της δημοσιότητας σοβαρότατες αποκαλύψεις σχετικά με τη διακίνηση μαύρου χρήματος στην περιοχή, ενός παράγοντα που αποτελεί το καύσιμο για τη συντήρηση της ξένης επιρροής, στα τοπικά μέσα επικράτησε απόλυτη σιωπή. Ουδεμία αναφορά ή σχόλιο υπήρξε. Ο μοναδικός που είχε το δημοσιογραφικό σθένος να αναδείξει και να φέρει στο φως αυτή την υπόθεση ήταν ο Ελεύθερος Τύπος. Τα τοπικά μέσα προτίμησαν την ασφάλεια της αποσιώπησης.
4. Η κοινή αναπαραγωγή ανεπιβεβαίωτων ισχυρισμών
Την ίδια στιγμή, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι τόσο το δημοσίευμα του Χρόνου όσο και συγκεκριμένα κατευθυνόμενα προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την επωνυμία batitrakya, έσπευσαν να προβάλουν – κατά παραγγελία;- , ως δεδομένο ότι ο κ. Ουνάλ αναλαμβάνει «Επικεφαλής της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» του Τουρκικού ΥΠΕΞ. Το πράττουν μάλιστα χωρίς να υφίσταται καμία επίσημη ανακοίνωση από την Άγκυρα. Πέρα από το γεγονός ότι οι έννοιες «Τουρκία» και «ανθρώπινα δικαιώματα» αποτελούν διεθνώς ένα βαθύ οξύμωρο, είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη διεύθυνση παραμένει ουσιαστικά ανενεργή και η μετάθεση εκεί αποτελεί απλώς έναν κομψό τρόπο παραμερισμού ενός διπλωμάτη (ψυγείου) μετά από μια προβληματική θητεία.
Επίλογος: Απέναντι στην καλλιεργούμενη ηττοπάθεια
Η αντικατάσταση ενός προσώπου, σαφώς δεν πρόκειται να αλλάξει την πάγια στρατηγική της Άγκυρας, η οποία συνεχίζει μεθοδικά να παρεμβαίνει στα εσωτερικά ζητήματα της περιοχής μας. Το πραγματικό πρόβλημα παραμένει η στάση εκείνων των εγχώριων παραγόντων που είναι έτοιμοι να προσφέρουν εκ νέου διαπιστευτήρια στον επόμενο πρόξενο.
Όσο όμως η τοπική δημοσιογραφία υποβαθμίζει το κύρος του κράτους παρουσιάζοντάς το ως ανίσχυρο, όσο αρνείται να κατονομάσει αυτούς τους «αυλικούς» και όσο επιλέγει να σιωπά μπροστά σε φαινόμενα όπως η διακίνηση μαύρου χρήματος, τόσο θα παραμένει συνυπεύθυνη για τη διαιώνιση αυτής της κατάστασης.
Πάνω από όλα, όμως, οφείλουμε να απορρίψουμε τη μοιρολατρία και την ηττοπάθεια που αναδύεται από τέτοια δημοσιεύματα. Η Θράκη δεν είναι ούτε ανοχύρωτη, ούτε παραδομένη στις ορέξεις κανενός ξένου κέντρου. Έχει θεσμούς, έχει νόμους και έχει μια κοινωνία που ξέρει να προστατεύει τη συνοχή της. Το να παρουσιάζεται η Ελληνική Πολιτεία ως παθητικός θεατής που απλώς παρακολουθεί μια διαρκή «εισβολή», εξυπηρετεί μόνο όσους θέλουν τους πολίτες φοβισμένους και αδρανείς.
Η απάντηση στην ξένη επιρροή δεν είναι η μοιρολατρική αποδοχή της, αλλά η θεσμική εγρήγορση και η δημοσιογραφική αλήθεια που δεν φοβάται να αναδείξει πρόσωπα και καταστάσεις.
Σχόλιο Σύνταξης:
Η δράση του Aykut Ünal στη Θράκη πρέπει να εξετάζεται και υπό το πρίσμα του κρατικού συστήματος που εκπροσωπεί. Η Τουρκία κατατάσσεται από τη Freedom House ως «μη ελεύθερη» με βαθμολογία μόλις 32/100, ενώ η RSF την τοποθετεί το 2026 στην 163η θέση μεταξύ 180 χωρών ως προς την ελευθερία του Τύπου. Η εικόνα αποτυπώνεται ακόμη καθαρότερα στους αριθμούς: σύμφωνα με το BİA Media Monitoring, μόνο μέσα στο 2025 τουλάχιστον 29 δημοσιογράφοι συνελήφθησαν, τρεις τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό και 58 προσήχθησαν ή κρατήθηκαν, ενώ η RSF καταγράφει ότι 250 δημοσιογράφοι έχουν δικαστεί τα τελευταία 11 χρόνια μόνο για «προσβολή του Προέδρου», εκ των οποίων 19 το 2025. Τον Ιούλιο του 2026, σύμφωνα με έκθεση της DFG, συνεχίζονταν οι δίκες 33 δημοσιογράφων σε 14 διαφορετικές υποθέσεις, ενώ στις 4 Αυγούστου καταγράφονταν 27 δημοσιογράφοι στις φυλακές· η Human Rights Watch επίσης κατέγραφε 27 δημοσιογράφους και εργαζομένους στα ΜΜΕ σε προσωρινή κράτηση ή έκτιση ποινής κατά τον χρόνο σύνταξης της έκθεσής της. Ακόμη και ο νόμος περί «παραπληροφόρησης» είχε χρησιμοποιηθεί έως τον Απρίλιο του 2026 σε βάρος 83 δημοσιογράφων μέσω ερευνών, κρατήσεων, συλλήψεων ή διώξεων. Αυτό είναι το θεσμικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο πρέπει να διαβάζεται και η πολυεπίπεδη παρουσία του Ünal στην Κομοτηνή: οι συστηματικές επαφές με μη αναγνωρισμένους μουφτήδες, μειονοτικές οργανώσεις, εκπαιδευτικούς, νεολαία και επιχειρηματικά δίκτυα και η σύνδεσή τους με κρατικούς φορείς της Άγκυρας συγκροτούν ένα αποτύπωμα που υπερβαίνει την εικόνα της συμβατικής προξενικής διπλωματίας και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον ρόλο του Προξενείου ως μηχανισμού πολιτικής, θρησκευτικής, εκπαιδευτικής και κοινωνικής επιρροής της Τουρκίας στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης.