Οι Αμερικανοί λένε, «δεν υπάρχει κακή δημοσιότητα,αρκεί να λένε το όνομά σου σωστά» (there is no such thing as bad publicity). Από αυτήν την άποψη μπορεί να δει κανείς και την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν.
Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Η ταινία δίχασε και ίσως από τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν παγκοσμίως, να προέκυψε και αυτή η τεράστια εισπρακτική επιτυχία, επιβεβαιώνοντας το ρητό. Η ταινία ξεπέρασε τα 640 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως μέσα σε μόλις εννέα ημέρες προβολής, ενώ σημείωσε και ιστορικό ρεκόρ ταχύτητας στις αίθουσες IMAX.
Τα εισιτήρια, η επιτυχία και φυσικά οι εισπράξεις δεν κρίνουν την ποιότητα και την αξία ενός έργου. Αποτελούν σίγουρα όμως παράγοντες που συγκινούν ανθρώπους, όπως τον Έλληνα πρωθυπουργό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχώρησε σε μια κίνηση που γεννά σοβαρά ερωτήματα, πραγματοποιώντας τηλεδιάσκεψη με τον Κρίστοφερ Νόλαν, προκειμένου να τον συγχαρεί για την κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας».
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, ο πρωθυπουργός εξήρε την εμπορική επιτυχία της παραγωγής, τις μεγάλες εισπράξεις και την προβολή που εξασφάλισαν για την Ελλάδα τα γυρίσματα σε ελληνικά τοπία. Τον ευχαρίστησε, μάλιστα, για την αναζωπύρωση του παγκόσμιου ενδιαφέροντος γύρω από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.
Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στο ότι ένας Έλληνας πρωθυπουργός αναγνώρισε την οικονομική και τουριστική αξία μιας μεγάλης διεθνούς παραγωγής. Αυτό θα ήταν απολύτως θεμιτό. Το ζήτημα είναι ότι τα συγχαρητήρια εμφανίζονται να δόθηκαν χωρίς την παραμικρή αναφορά στην έντονη συζήτηση που άνοιξε για τον τρόπο με τον οποίο το έπος του Ομήρου μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη.
Άλλο η προβολή της Ελλάδας και άλλο ο σεβασμός στον Όμηρο
Η «Οδύσσεια» του Νόλαν αποτελεί αναμφίβολα ένα τεράστιο κινηματογραφικό γεγονός. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε σκηνοθετική επιλογή πρέπει να γίνεται δεκτή άκριτα, ούτε ότι οι εισπράξεις αποτελούν από μόνες τους πιστοποιητικό σεβασμού απέναντι στο πρωτότυπο έργο.
Η επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο για την ενσάρκωση της Ωραίας Ελένης προκάλεσε αντιδράσεις, όχι επειδή αμφισβητείται η αξία της ως ηθοποιού, αλλά επειδή θεωρήθηκε μια συνειδητή απομάκρυνση από την παραδεδομένη ελληνική εικονογραφία και την πολιτισμική ταυτότητα της ηρωίδας. Η συζήτηση πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις και εξαιτίας της απουσίας Ελλήνων ηθοποιών από τους βασικούς ρόλους, θέμα που καταγράφηκε ακόμη και σε διεθνή δημοσιεύματα.
Η καλλιτεχνική ελευθερία είναι αναφαίρετη. Ο Νόλαν είχε κάθε δικαίωμα να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή. Η ελευθερία της δημιουργίας, όμως, δεν συνεπάγεται ασυλία από την κριτική – και ασφαλώς δεν υποχρεώνει τον πρωθυπουργό της Ελλάδας να προσφέρει ανεπιφύλακτα θεσμικά εύσημα.
Η δήλωση της Νιόνγκο για τον Όμηρο
Αρνητική εντύπωση προκάλεσε και η τοποθέτηση της Λουπίτα Νιόνγκο, η οποία, όταν ρωτήθηκε τι θα έλεγε στον Όμηρο αν τον είχε μπροστά της, απάντησε ότι θα τον ρωτούσε γιατί αφιέρωσε τόσο λίγο χρόνο στις γυναίκες του έργου.
Η δήλωση αυτή αντιμετωπίστηκε ως προσπάθεια ανάγνωσης ενός έπους ηλικίας σχεδόν τριών χιλιετιών αποκλειστικά μέσα από τα σημερινά ιδεολογικά φίλτρα. Και προκαλεί εύλογη απορία, καθώς στην «Οδύσσεια» πρωταγωνιστούν ισχυρές και καθοριστικές γυναικείες μορφές: η Πηνελόπη, η Αθηνά, η Κίρκη, η Καλυψώ και η Ναυσικά.
Είναι, επομένως, εύλογο να αναρωτηθεί κανείς εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πριν επικοινωνήσει με τον Νόλαν, είχε ενημερωθεί για τις αντιδράσεις και τις σχετικές δηλώσεις. Και εάν είχε ενημερωθεί, γιατί επέλεξε να τις αγνοήσει παντελώς;
Τι είχε καταγγείλει ο Γιάννης Σμαραγδής
Ο Γιάννης Σμαραγδής είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για τον κίνδυνο η «Οδύσσεια» να χρησιμοποιηθεί ως όχημα εξυπηρέτησης σύγχρονων ιδεολογικών και εμπορικών επιδιώξεων.
Ο Έλληνας σκηνοθέτης είχε αναγνωρίσει το δικαίωμα κάθε δημιουργού να διασκευάζει ελεύθερα ένα έργο, όταν όμως η πρόθεσή του είναι αγαθή. Είχε υποστηρίξει ότι, εάν οι συγκεκριμένες επιλογές έγιναν για να εξυπηρετηθούν οι προϋποθέσεις των βραβείων και η κυρίαρχη ατζέντα του Χόλιγουντ, τότε πρόκειται για «εχθρική πράξη και εξαπάτηση των Ελλήνων».
Ο Σμαραγδής δεν καταφέρθηκε εναντίον της παρουσίας ξένων παραγωγών στην Ελλάδα. Αντιθέτως, είχε ξεκαθαρίσει ότι ορθώς υποστηρίχθηκαν τα γυρίσματα από το ΕΚΚΟΜΕΔ. Διαχώρισε, όμως, την οικονομική και παραγωγική στήριξη από την άκριτη αποδοχή των καλλιτεχνικών επιλογών.
Αυτήν ακριβώς τη διάκριση όφειλε να κάνει και ο πρωθυπουργός.
Με ποια ιδιότητα συνεχάρη τον Νόλαν;
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα, ως ιδιώτης, να παρακολουθεί και να απολαμβάνει οποιαδήποτε ταινία επιθυμεί. Πράγματι, αμέσως μετά την εκδήλωση για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας αποχώρησε για να δει την «Οδύσσεια» στη μεγάλη οθόνη.
Όταν, όμως, επικοινωνεί με τον Νόλαν ως πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας, η προσωπική κινηματογραφική προτίμηση μετατρέπεται σε δημόσια και θεσμική πράξη. Δεν μιλά πλέον μόνο ως θεατής, αλλά ως εκπρόσωπος μιας χώρας της οποίας το κορυφαίο πολιτιστικό κληροδότημα χρησιμοποιείται από μια χολιγουντιανή υπερπαραγωγή.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα! Ποιος έδωσε στον Έλληνα πρωθυπουργό το δικαίωμα να προσφέρει ανεπιφύλακτα συγχαρητήρια για μια διασκευή που σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας θεωρεί ιδεολογικά φορτισμένη και βαθιά προβληματική;
Η Ελλάδα ασφαλώς χρειάζεται ξένες παραγωγές, επενδύσεις και διεθνή προβολή. Δεν χρειάζεται, όμως, να χειροκροτεί κάθε χολιγουντιανή αυθαιρεσία επειδή αυτή γεμίζει τα ταμεία. Ο Όμηρος δεν είναι εμπορικό σήμα προς εκμετάλλευση ούτε διαφημιστικό εργαλείο του ελληνικού τουρισμού. Είναι θεμέλιο της ελληνικής και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Και ο σεβασμός απέναντί του δεν μπορεί να μετριέται μόνο με εισιτήρια και εισπράξεις.
Εν κατακλείδι, ας κρατήσουμε και όσα είπε η Έμιλι Γουίλσον, η κλασική φιλόλογος της οποίας η μετάφραση της Οδύσσειας το 2017 είχε αναφερθεί από τον Κρίστοφερ Νόλαν (στις πρώτες προωθητικές δηλώσεις) για την εξαιρετικά επιτυχημένη κινηματογραφική του διασκευή. Η κυρία άσκησε δριμεία κριτική στην ταινία, λέγοντας ότι «δεν έχει τίποτα πειστικό να πει» και ότι «στερείται ψυχολογικού, συναισθηματικού, πολιτικού και ηθικού βάθους».
Αλλά ο πρωθυπουργός, κάτι ξέρει παραπάνω από εκείνη…