breaking newsΕλλάδα

Θεόδωρος Ατματζίδης: Ο αθέατος πόλεμος των πληροφοριών στην Ελλάδα

Υπάρχει ένας πόλεμος που δεν γίνεται αντιληπτός με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε έναν πόλεμο. Δεν έχει μέτωπα, σειρήνες, στρατεύματα που μετακινούνται και εικόνες καταστροφής. Δεν ανακοινώνεται και, τις περισσότερες φορές, δεν γίνεται αντιληπτός όταν βρίσκεται σε εξέλιξη. Μπορεί όμως να επηρεάσει αποφάσεις, να αποκαλύψει δυνατότητες, να δημιουργήσει προσβάσεις και να μεταβάλει τους συσχετισμούς χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε μία συμβατική σύγκρουση. Είναι ο αθέατος πόλεμος των πληροφοριών.

Η πληροφορία ήταν πάντοτε στοιχείο ισχύος. Σήμερα όμως η αξία της έχει πολλαπλασιαστεί, επειδή η τεχνολογία έχει κάνει τη συλλογή, την επεξεργασία και τη διάδοσή της ταχύτερη και πολύ πιο δύσκολη να ελεγχθεί. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία βρίσκεται στο σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και της ευρωπαϊκής ασφάλειας, το ενδιαφέρον αυτό είναι εύκολο να εξηγηθεί. Η γεωγραφική της θέση, η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, οι στρατιωτικές της υποδομές, οι διεθνείς συνεργασίες της, η ενεργειακή και μεταφορική της σημασία, αλλά και ο ρόλος της στις εξελίξεις της Ανατολικής Μεσογείου, δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η πληροφορία αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική αξία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ξένος διπλωμάτης, επιχειρηματίας, ερευνητής ή επισκέπτης αποτελεί αντικείμενο κατασκοπείας. Μια τέτοια άποψη θα ήταν όχι μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη. Σημαίνει, όμως, ότι η Ελλάδα αποτελεί έναν χώρο στον οποίο διαφορετικά κράτη και υπηρεσίες πληροφοριών έχουν λόγους να αναζητούν στοιχεία που αφορούν τις ελληνικές δυνατότητες, τις προθέσεις της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, τις διεθνείς σχέσεις, την τεχνολογία, την οικονομία, τις κρίσιμες υποδομές και γενικότερα τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Η συνεργασία μεταξύ κρατών δεν καταργεί αυτομάτως τον πληροφοριακό ανταγωνισμό. Δύο χώρες μπορεί να είναι σύμμαχοι και να συνεργάζονται στενά σε ένα πεδίο, ενώ ταυτόχρονα να επιδιώκουν πληροφορίες που η άλλη πλευρά δεν επιθυμεί να μοιραστεί. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει μεταξύ εταίρων ή χωρών που διατηρούν οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις. Η διάκριση μεταξύ φίλου, συμμάχου, εταίρου, ανταγωνιστή και αντιπάλου δεν αποτυπώνει πάντοτε με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι υπηρεσίες πληροφοριών. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το συμφέρον, η πρόσβαση, η δυνατότητα και ο σκοπός.

Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα κάνει την αντικατασκοπεία σημαντική.

 

Η Ελλάδα ως χώρος υψηλού πληροφοριακού ενδιαφέροντος

Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα απομονωμένη από το διεθνές σύστημα ασφαλείας. Αντίθετα, η θέση της την φέρνει σε επαφή με πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα ταυτόχρονα. Η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται με τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, τα Βαλκάνια με την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, ενώ οι θαλάσσιες και ενεργειακές διαδρομές προσδίδουν πρόσθετη στρατηγική σημασία στον ελληνικό χώρο. Παράλληλα, η Ελλάδα αποτελεί μέλος μιας μεγάλης πολιτικοστρατιωτικής συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμμετέχει σε ένα ευρύ πλέγμα διεθνών συνεργασιών.

Όταν όλα αυτά συνυπάρχουν, η πληροφορία αποκτά αξία. Δεν είναι μόνο η πληροφορία που χαρακτηρίζεται απόρρητη. Είναι και η δυνατότητα να συνδυάσει κάποιος πολλές φαινομενικά ασύνδετες πληροφορίες και να καταλήξει σε μια εικόνα που δεν ήταν διαθέσιμη από μία μόνο πηγή.

Αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης συλλογής πληροφοριών. Η πληροφορία μπορεί να προέρχεται από έναν άνθρωπο, από μια δημόσια πηγή, από μια εμπορική βάση δεδομένων, από μια τεχνολογική πλατφόρμα, από μια κυβερνοδραστηριότητα ή από μια ανθρώπινη σχέση που αρχικά δεν φαίνεται να έχει καμία σχέση με την εθνική ασφάλεια. Η πραγματική αξία προκύπτει πολλές φορές από τη σύνθεση.

Η ίδια η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, στην ετήσια έκθεση για την περίοδο Σεπτέμβριος 2024 – Δεκέμβριος 2025, περιγράφει ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον εθνικής ασφάλειας στο οποίο η γεωπολιτική συνδέεται όλο και περισσότερο με την τεχνολογία, τις υβριδικές απειλές, την ασφάλεια των επικοινωνιών, την προστασία κρίσιμων υποδομών και την ανάγκη ενίσχυσης της κουλτούρας ασφαλείας όσων χειρίζονται ευαίσθητες πληροφορίες. [1]

Αυτό έχει μια πολύ συγκεκριμένη συνέπεια. Η προστασία μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο από το πόσα γνωρίζει η ίδια. Εξαρτάται εξίσου από το πόσο καλά προστατεύει αυτά που δεν επιθυμεί να γνωρίζουν οι άλλοι.

Και η αντικατασκοπεία ακριβώς αυτό καλείται να κάνει:

  • να κατανοήσει ποιος αναζητά πληροφορίες,
  • τι ακριβώς αναζητά,
  • με ποιον τρόπο προσπαθεί να τις αποκτήσει,
  • ποιες ευπάθειες αξιοποιεί και
  • ποια μπορεί να είναι η πραγματική έκταση μιας δραστηριότητας που αρχικά εμφανίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό.

Από τον κατάσκοπο στο δίκτυο

Η εικόνα του κατασκόπου που λειτουργεί μόνος του, παραλαμβάνει ένα φάκελο και μεταφέρει ένα κρατικό μυστικό είναι περισσότερο κατάλληλη για τις παλαιότερες μορφές κατασκοπείας παρά για το σημερινό περιβάλλον. Η ανθρώπινη πηγή εξακολουθεί να έχει τεράστια σημασία, αλλά η δραστηριότητα γύρω από αυτήν μπορεί να είναι πολύ ευρύτερη.

Το πραγματικό αντικείμενο της αντικατασκοπείας είναι συχνά η πρόσβαση:

  • Ποιος έχει πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες;
  • Ποιος έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει πρόσωπα που διαθέτουν τέτοια πρόσβαση;
  • Ποιος μπορεί να δημιουργήσει μια σχέση εμπιστοσύνης;
  • Ποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει μια επαγγελματική ή οικονομική σχέση ως γέφυρα;
  • Ποιος μπορεί να αξιοποιήσει την τεχνολογία για να επικοινωνεί με ασφάλεια; Και, κυρίως,
  • υπάρχει πίσω από ένα πρόσωπο ένας ευρύτερος μηχανισμός ή πρόκειται πραγματικά για μια μεμονωμένη περίπτωση;

Η πρόσφατη υπόθεση του αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας στην Ελλάδα έχει ενδιαφέρον ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Ο 54χρονος αξιωματικός συνελήφθη τον Φεβρουάριο του 2026 και κατηγορείται ότι διαβίβαζε διαβαθμισμένες στρατιωτικές πληροφορίες σε κινεζικό κρατικό φορέα. Σύμφωνα με την Καθημερινή, η έρευνα είχε ξεκινήσει μήνες πριν από τη σύλληψη, μετά από προειδοποίηση δυτικής υπηρεσίας πληροφοριών προς την ΕΥΠ, ενώ ο αξιωματικός φέρεται να είχε εγκαταστήσει σε συσκευές του κρυπτογραφημένο λογισμικό επικοινωνίας έπειτα από οδηγίες επαφών στην Κίνα. [2]

Δεν έχει νόημα, σε μια σοβαρή ανάλυση, να προδικάσουμε την έκβαση μιας υπόθεσης που βρίσκεται στη δικαστική και ανακριτική της πορεία. Η σωστή προσέγγιση είναι ότι ο συγκεκριμένος αξιωματικός κατηγορείται, ότι σύμφωνα με τις αρχές και τα δημοσιευμένα στοιχεία υπήρχε έρευνα σε βάρος του και ότι οι ανακριτικές αρχές εξετάζουν τα διαθέσιμα στοιχεία.

Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται πέρα από το συγκεκριμένο πρόσωπο.

Εάν τα δημοσιευμένα στοιχεία επιβεβαιωθούν, η υπόθεση αποτυπώνει μια διαδικασία που ενδιαφέρει ιδιαίτερα την αντικατασκοπεία: μια αρχική πληροφορία από ξένη υπηρεσία, η αξιοποίησή της από την εθνική υπηρεσία πληροφοριών, η παρακολούθηση μιας πιθανής δραστηριότητας, η αναζήτηση ψηφιακών στοιχείων και στη συνέχεια η διερεύνηση του εάν υπάρχει κάτι περισσότερο από μία μεμονωμένη σχέση. Το ερώτημα δεν σταματά στον άνθρωπο που συνελήφθη. Επεκτείνεται στο ποιος τον προσέγγισε, τι πρόσβαση είχε, ποιες πληροφορίες μπορούσε να διαθέσει, πόσο καιρό λειτουργούσε η επαφή και αν υπήρχαν ή όχι άλλα πρόσωπα στον ίδιο μηχανισμό.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η αντικατασκοπεία αποκτά πραγματικό στρατηγικό βάθος. Δεν αρκεί να εντοπίσεις έναν άνθρωπο που πιθανόν λειτουργεί για λογαριασμό μιας ξένης υπηρεσίας. Πρέπει να καταλάβεις τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε η πρόσβαση, τις ευπάθειες που αξιοποιήθηκαν και το εάν ο μηχανισμός μπορεί να επαναληφθεί.

Με αυτή την έννοια, η αντικατασκοπεία δεν είναι απλώς η τέχνη του «να πιάνεις κατασκόπους». Είναι η ικανότητα να αναγνωρίζεις εγκαίρως πού δημιουργούνται οι συνθήκες που επιτρέπουν σε μια ξένη υπηρεσία να αποκτήσει πρόσβαση σε ανθρώπους, πληροφορίες, υποδομές ή διαδικασίες.

Η τεχνολογία άλλαξε το πεδίο

Η αλλαγή αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν η ανθρώπινη διάσταση συναντά την τεχνολογία. Η σύγχρονη συλλογή πληροφοριών μπορεί να στηρίζεται σε κυβερνοδυνατότητες, σε ψηφιακή παρακολούθηση, σε εμπορικές βάσεις δεδομένων, σε εργαλεία ανάλυσης και σε λογισμικό που επιτρέπει την πρόσβαση σε συσκευές χωρίς ο στόχος να αντιλαμβάνεται εύκολα τι έχει συμβεί.

Η υπόθεση του Predator στην Ελλάδα ανέδειξε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο αυτή τη μεταβολή. Η έρευνα της Amnesty International Security Lab για τις διαρροές της Intellexa το 2025 παρείχε πρόσθετα τεχνικά στοιχεία για τη λειτουργία του Predator και επιβεβαίωσε, σύμφωνα με την οργάνωση, προηγούμενα ευρήματα σχετικά με τη χρήση του σε περιπτώσεις παρακολούθησης στην Ελλάδα. [3]

Η υπόθεση απέκτησε νέα δικαστική διάσταση τον Φεβρουάριο του 2026, όταν δικαστήριο της Αθήνας καταδίκασε τέσσερα πρόσωπα που συνδέονταν με την Intellexa για αδικήματα σχετικά με παράνομη πρόσβαση σε συστήματα επικοινωνιών και δεδομένα, με τις ποινές να έχουν ανασταλεί εν αναμονή της έφεσης. Η Amnesty International σημειώνει παράλληλα ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο του ελληνικού κράτους, το οποίο έχει αρνηθεί ότι αγόρασε ή χρησιμοποίησε το Predator. [4]

Για την αντικατασκοπεία, η σημασία αυτής της υπόθεσης δεν περιορίζεται στο συγκεκριμένο λογισμικό. Το ευρύτερο δίδαγμα είναι ότι η τεχνολογία έχει μεταφέρει ένα μέρος της πληροφοριακής αντιπαράθεσης σε έναν χώρο όπου το κράτος δεν έχει πλέον το αποκλειστικό τεχνολογικό πλεονέκτημα. Ιδιωτικές εταιρείες μπορούν να αναπτύσσουν εξαιρετικά προηγμένα εργαλεία, ενώ η χρήση τους μπορεί να δημιουργήσει νέες σχέσεις εξάρτησης, νέους κινδύνους και νέα ζητήματα ελέγχου.

Γι’ αυτό και η αντικατασκοπεία δεν μπορεί να παραμένει προσανατολισμένη μόνο στον άνθρωπο που μεταφέρει μια πληροφορία. Πρέπει να μπορεί να κατανοεί την τεχνολογία που χρησιμοποιείται για την απόκτησή της, τις εταιρικές και εμπορικές σχέσεις που μπορεί να δημιουργούν πρόσβαση και το ψηφιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται πλέον ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Από τη συλλογή πληροφοριών στην επιρροή

Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη επίπεδο του προβλήματος. Η πληροφορία δεν χρησιμεύει μόνο για να γνωρίζει κάποιος τι κάνει ο αντίπαλός του. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ο αντίπαλος, ή ακόμη και η κοινωνία του, αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.

Αυτό είναι το πεδίο του πληροφοριακού ανταγωνισμού.

Η διαφορά είναι ουσιώδης. Η κλασική κατασκοπεία προσπαθεί να αποκτήσει κάτι που ο άλλος δεν θέλει να γνωρίζεις. Η σύγχρονη πληροφοριακή επιχείρηση μπορεί να προσπαθεί να επηρεάσει αυτό που ο άλλος πιστεύει ότι γνωρίζει.

Το ΝΑΤΟ έχει ήδη προσαρμόσει τη δική του αντίληψη σε αυτή την πραγματικότητα. Η προσέγγιση που υιοθετήθηκε από τους υπουργούς Άμυνας τον Οκτώβριο του 2024 ορίζει τις πληροφοριακές απειλές ως σκόπιμες, επιβλαβείς, χειριστικές και συντονισμένες δραστηριότητες κρατικών και μη κρατικών δρώντων που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη Συμμαχία και τους συμμάχους της. Το NATO υπογραμμίζει επίσης ότι η τεχνητή νοημοσύνη και τα deepfakes μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την κλίμακα και την αποτελεσματικότητα τέτοιων δραστηριοτήτων. [5]

Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης ακολουθεί ανάλογη κατεύθυνση. Στην έκθεσή της για τις δραστηριότητες του 2025 αναφέρει ενίσχυση των δυνατοτήτων παρακολούθησης, έγκαιρης προειδοποίησης και συντονισμένης αντίδρασης απέναντι στη Foreign Information Manipulation and Interference (FIMI), ενώ παρουσιάζει το FIMI Situational Awareness Hub ως μέρος αυτής της προσπάθειας. [6]

Η τέταρτη ετήσια έκθεση της EEAS για τις απειλές FIMI, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2026, καταγράφει την περαιτέρω εξέλιξη αυτού του περιβάλλοντος και την αυξανόμενη αξιοποίηση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και συνθετικού περιεχομένου. [7]

Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτό το φαινόμενο χωρίς να κάνει ένα θεμελιώδες λάθος: να συγχέει τη διαφορετική άποψη με την ξένη επιρροή.

Μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να θεωρεί απειλή κάθε άποψη που διαφωνεί με την κυβέρνηση, το κράτος ή την πλειοψηφία. Ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει την έντονη δημόσια αντιπαράθεση ως απόδειξη εξωτερικής παρέμβασης. Το αντικείμενο της ασφάλειας πρέπει να είναι η οργανωμένη, συντονισμένη και χειραγωγική δραστηριότητα, όταν υπάρχουν πραγματικά στοιχεία που τη στηρίζουν.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το ΝΑΤΟ επιμένει ότι η αντιμετώπιση των πληροφοριακών απειλών πρέπει να γίνεται με σεβασμό στην ελευθερία της έκφρασης, στη δημοκρατία και στο κράτος δικαίου. [5]

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη και για την Ελλάδα.

Η αντικατασκοπεία πρέπει να γίνει εθνική στρατηγική

Το βασικό ζήτημα, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι εάν η Ελλάδα διαθέτει αντικατασκοπευτικές δυνατότητες. Διαθέτει. Το ζήτημα είναι εάν αυτές οι δυνατότητες μπορούν να ενταχθούν σε μια πιο συνεκτική εθνική αντίληψη, η οποία θα αντιμετωπίζει την αντικατασκοπεία ως διαρκή λειτουργία εθνικής ασφάλειας και όχι ως δραστηριότητα που ενεργοποιείται κυρίως όταν προκύψει μια συγκεκριμένη υπόθεση.

Εδώ θα είχε αξία μια σαφής Εθνική Στρατηγική Αντικατασκοπείας.

Η στρατηγική αυτή, κατά την άποψή μου, δεν θα έπρεπε να οργανωθεί αποκλειστικά με βάση έναν κατάλογο χωρών. Το διεθνές περιβάλλον είναι πολύ πιο σύνθετο. Η ίδια χώρα μπορεί να είναι σύμμαχος σε ένα πεδίο, ανταγωνιστής σε ένα άλλο και ταυτόχρονα να επιδιώκει πληροφορίες που η Ελλάδα δεν επιθυμεί να διαθέσει. Αυτό που πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της ανάλυσης είναι η δραστηριότητα: η συμπεριφορά, η πρόσβαση, οι μέθοδοι, οι ευπάθειες που επιχειρεί να αξιοποιήσει ένας ξένος μηχανισμός και ο σκοπός για τον οποίο το κάνει.

Μια τέτοια προσέγγιση θα επέτρεπε επίσης καλύτερη σύνδεση μεταξύ των υπηρεσιών και των φορέων που διαθέτουν διαφορετικά κομμάτια της ίδιας εικόνας. Η ΕΥΠ, οι Ένοπλες Δυνάμεις, η Ελληνική Αστυνομία, το Υπουργείο Εξωτερικών, το Λιμενικό Σώμα, οι αρμόδιες δομές κυβερνοασφάλειας και οι φορείς κρίσιμων υποδομών δεν έχουν τις ίδιες αρμοδιότητες ούτε τις ίδιες πηγές. Έχουν όμως κάτι κοινό: μπορεί να διαθέτουν διαφορετικές ενδείξεις για την ίδια απειλή.

Εκεί χρειάζεται σύνθεση.

Μια πληροφορία που από μόνη της μοιάζει ασήμαντη μπορεί να αποκτήσει εντελώς διαφορετική σημασία όταν συνδυαστεί με ένα άλλο περιστατικό, μια ασυνήθιστη επαφή, μια ψηφιακή ένδειξη ή μια μεταβολή στη συμπεριφορά ενός προσώπου που έχει πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες. Η δημιουργία κοινής εικόνας απειλής, με αυστηρούς κανόνες ανταλλαγής πληροφοριών και με πλήρη σεβασμό στις αρμοδιότητες και στις δικαστικές και κοινοβουλευτικές δικλίδες, θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό βήμα.

Το ίδιο ισχύει για την ασφάλεια του ανθρώπινου δυναμικού. Η αντικατασκοπεία δεν αρχίζει όταν κάποιος έχει ήδη στρατολογηθεί. Αρχίζει πολύ νωρίτερα, με την κατανόηση των ευπαθειών, την κατάλληλη εκπαίδευση όσων χειρίζονται διαβαθμισμένες πληροφορίες, τη συνεχή καλλιέργεια κουλτούρας ασφαλείας και την προστασία των επικοινωνιών. Η πρόσφατη έκθεση της ΕΥΠ δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή τη διάσταση. [1]

Η λογική είναι απλή αλλά απαιτεί συνέπεια: όσο καλύτερα γνωρίζεις τις δικές σου ευπάθειες, τόσο δυσκολότερο γίνεται για μια ξένη υπηρεσία να τις αξιοποιήσει.

Το πληροφοριακό περιβάλλον χρειάζεται δική του εικόνα

Στο ίδιο πλαίσιο θα μπορούσε να εξεταστεί και η ανάπτυξη μιας ελληνικής ικανότητας Information Environment Assessment, προσαρμοσμένης στις ανάγκες της χώρας.

Δεν θα είχε νόημα να αντιγράψουμε μηχανικά μια νατοϊκή δομή. Η ίδια η NATO προσέγγιση, όμως, δείχνει τη χρησιμότητα της συστηματικής παρακολούθησης, ανάλυσης και αξιολόγησης του πληροφοριακού περιβάλλοντος. Το NATO περιγράφει το IEA ως συνδυασμό ανθρώπων, διαδικασιών και τεχνολογίας που αξιοποιεί εσωτερικές, συμμαχικές και εξωτερικές πηγές για να παρέχει στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των πληροφοριακών απειλών. [5]

Μια αντίστοιχη ελληνική ικανότητα θα μπορούσε να εξετάζει τις τάσεις, τα δίκτυα, τις οργανωμένες εκστρατείες, τη διάδοση περιεχομένου, τις προσπάθειες τεχνητής ενίσχυσης και τις πιθανές διασυνδέσεις μεταξύ διαφορετικών πληροφοριακών δραστηριοτήτων. Δεν θα είχε ως αποστολή να αποφασίζει ποια πολιτική ή κοινωνική άποψη είναι «σωστή». Θα προσπαθούσε να απαντήσει σε διαφορετικό ερώτημα: υπάρχει οργανωμένη προσπάθεια να επηρεαστεί το ελληνικό πληροφοριακό περιβάλλον και, εάν υπάρχει, πώς λειτουργεί;

Αυτή η διαφοροποίηση πρέπει να παραμείνει απολύτως ξεκάθαρη.

Η δημοκρατία πρέπει να προστατεύεται χωρίς να μετατρέπεται η προστασία της σε μηχανισμό ελέγχου της κοινωνίας. Η αντικατασκοπεία χρειάζεται ισχύ, αλλά η ισχύς της πρέπει να βρίσκεται μέσα στο κράτος δικαίου. Χωρίς θεσμική λογοδοσία, δικαστικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο και σαφείς κανόνες προστασίας δικαιωμάτων, η ίδια η προσπάθεια προστασίας της εθνικής ασφάλειας μπορεί να δημιουργήσει νέες ευπάθειες.

Η Κύπρος ως συνδεδεμένος χώρος

Στην ευρύτερη αυτή εικόνα δεν μπορεί να απουσιάζει η Κύπρος. Δεν χρειάζεται, ούτε θα ήταν σκόπιμο, να αντιμετωπιστεί εδώ ως ξεχωριστό μεγάλο θέατρο ανάλυσης. Η σημασία της όμως για την ελληνική ασφάλεια είναι δεδομένη, λόγω της γεωγραφικής θέσης, των κοινών στρατηγικών ενδιαφερόντων και της ιδιαίτερης θέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Κύπρος βρίσκεται σε ένα περιβάλλον όπου συναντώνται στρατηγικά, ενεργειακά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα πολλών πλευρών. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών και η συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποκομμένα από το ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον.

Η ελληνική και η κυπριακή διάσταση έχουν διαφορετικές ιδιαιτερότητες, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις οι πληροφοριακές και αντικατασκοπευτικές προκλήσεις αλληλοσυνδέονται.

Από την αντίδραση στην πρόληψη

Εάν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο θα έπρεπε να αλλάξει η ελληνική αντίληψη, αυτό είναι η μετάβαση από την αντίδραση στην πρόληψη. Η αποκάλυψη ενός κατασκόπου είναι σημαντική επιτυχία, αλλά δεν αποτελεί το τέλος της αντικατασκοπευτικής δουλειάς. Αντίθετα, είναι η στιγμή κατά την οποία αρχίζουν πολλά από τα πιο δύσκολα ερωτήματα.

Πώς δημιουργήθηκε η πρόσβαση; Ποια αδυναμία επέτρεψε την προσέγγιση; Ποιοι άλλοι μπορεί να γνώριζαν; Ποιες πληροφορίες είχαν ήδη εκτεθεί; Ποια τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε; Υπάρχει κίνδυνος να επαναληφθεί η ίδια μέθοδος σε άλλο οργανισμό ή σε άλλο πρόσωπο;

Εάν η αντικατασκοπεία περιοριστεί στη σύλληψη του ανθρώπου που βρέθηκε στο τέλος της αλυσίδας, το κράτος μπορεί να κερδίσει μια υπόθεση και να χάσει το σημαντικότερο μάθημα.

Αντίθετα, όταν μια υπόθεση χρησιμοποιείται για να αποκαλυφθούν οι ευπάθειες του συστήματος, τότε η αντικατασκοπεία λειτουργεί ως εργαλείο εθνικής ανθεκτικότητας.

Αυτή είναι η λογική που θα μπορούσε να αποδοθεί με τον όρο counterintelligence-led security: ασφάλεια που δεν περιμένει την επίθεση για να αντιδράσει, αλλά αξιοποιεί την αντικατασκοπευτική γνώση για να προλάβει την επόμενη προσπάθεια.

Στη σύγχρονη πραγματικότητα, αυτό σημαίνει ότι η εικόνα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από την υπόθεση. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι το σημείο εισόδου. Μια κυβερνοδραστηριότητα μπορεί να είναι το εργαλείο. Μια εμπορική σχέση μπορεί να δημιουργήσει την πρόσβαση. Μια πληροφοριακή εκστρατεία μπορεί να αποτελέσει το μέσο επιρροής. Και πολλές φορές τα διαφορετικά αυτά στοιχεία μπορεί να λειτουργούν παράλληλα.

Αυτό είναι που κάνει τον σύγχρονο πληροφοριακό ανταγωνισμό δύσκολο να εντοπιστεί.

Η Ελλάδα δεν είναι «χώρα των κατασκόπων» – είναι χώρα υψηλού πληροφοριακού ενδιαφέροντος

Δεν θα ήταν σωστό να παρουσιάσουμε την Ελλάδα ως κάποιο μοναδικό «θέατρο κατασκοπείας». Κάθε χώρα με γεωπολιτική σημασία, στρατιωτικές δυνατότητες, διεθνείς συμμαχίες, κρίσιμες υποδομές και σημαντικές οικονομικές ή τεχνολογικές δραστηριότητες αποτελεί αντικείμενο πληροφοριακού ενδιαφέροντος.

Η Ελλάδα όμως έχει μια ιδιαίτερη θέση στον περιφερειακό συσχετισμό και ως εκ τούτου, είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ως χώρος υψηλού πληροφοριακού ενδιαφέροντος.

Αυτό δεν αποτελεί λόγο κινδυνολογίας. Αποτελεί λόγο σοβαρής προετοιμασίας.

Οι υπηρεσίες πληροφοριών θα συνεχίσουν να συλλέγουν πληροφορίες. Η τεχνολογία θα κάνει τη διαδικασία περισσότερο αυτοματοποιημένη και ταυτόχρονα περισσότερο δυσδιάκριτη. Η τεχνητή νοημοσύνη θα αυξήσει τις δυνατότητες ανάλυσης αλλά και τις δυνατότητες δημιουργίας πειστικού ψευδούς περιεχομένου. Οι ιδιωτικές εταιρείες θα διαθέτουν τεχνολογίες που μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν κυρίως στα χέρια κρατικών μηχανισμών. Και το πληροφοριακό περιβάλλον θα γίνεται όλο και περισσότερο μέρος της ίδιας της εθνικής ασφάλειας.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι εάν η Ελλάδα θα συμμετέχει σε αυτόν τον ανταγωνισμό.

Συμμετέχει ήδη.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν θα είναι σε θέση να κατανοεί εγκαίρως τι συμβαίνει, να προστατεύει τις ευαισθησίες της και να αντιδρά αποτελεσματικά όταν εντοπίζεται μια απειλή.

Η πραγματική αποστολή της αντικατασκοπείας

Σε τελική ανάλυση, η αντικατασκοπεία δεν έχει ως μοναδικό αντικείμενο την προστασία κρατικών μυστικών. Προστατεύει την ικανότητα ενός κράτους να λειτουργεί χωρίς να επιτρέπει σε ξένους μηχανισμούς να αποκτούν κρυφή πρόσβαση στις πληροφορίες, στους ανθρώπους, στις υποδομές και στις διαδικασίες του.

Και υπάρχει μια ακόμη βαθύτερη διάσταση.

Η εθνική ασφάλεια δεν αφορά μόνο το να μην γνωρίζει ο άλλος τα σχέδιά σου. Αφορά και το να μπορείς να λαμβάνεις τις αποφάσεις σου χωρίς κάποιος τρίτος να έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει κρυφά το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται.

Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό σημείο του σύγχρονου πληροφοριακού ανταγωνισμού. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σύγχρονα οπλικά συστήματα, οικονομική ισχύ και σημαντικές συμμαχίες. Εάν όμως οι κρίσιμες πληροφορίες του διαρρέουν, οι ευπάθειές του παραμένουν ανοικτές, τα πρόσωπα που διαθέτουν πρόσβαση είναι ανεπαρκώς προστατευμένα ή το πληροφοριακό του περιβάλλον μπορεί να χειραγωγηθεί από εξωτερικούς μηχανισμούς, τότε ένα μέρος της στρατηγικής του αυτονομίας έχει ήδη περιοριστεί.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αντικατασκοπεία πρέπει να αντιμετωπιστεί ως βασικός πυλώνας της σύγχρονης εθνικής ασφάλειας.

Όχι ως μια υπηρεσία που θυμόμαστε όταν αποκαλύπτεται ένας κατάσκοπος.

Αλλά ως μια διαρκής ικανότητα κατανόησης του:

  • ποιος ενδιαφέρεται για εμάς,
  • τι αναζητά,
  • πώς προσπαθεί να το αποκτήσει,
  • ποιες ευπάθειες επιχειρεί να εκμεταλλευτεί και
  • τι πρέπει να κάνουμε ώστε η ίδια προσπάθεια να μην επαναληφθεί.

Η Ελλάδα έχει το ανθρώπινο δυναμικό, την εμπειρία και τους θεσμούς για να ενισχύσει αυτή την ικανότητα. Εκείνο που απαιτείται είναι η σύνδεσή τους μέσα σε μια πιο συνεκτική στρατηγική αντίληψη.

Ο αθέατος πόλεμος των πληροφοριών δεν θα σταματήσει. Δεν είναι απαραίτητο να τον δραματοποιούμε για να τον πάρουμε στα σοβαρά. Αρκεί να κατανοήσουμε ότι πίσω από πολλές από τις ορατές εξελίξεις της διεθνούς πολιτικής υπάρχει ένας δεύτερος, λιγότερο ορατός ανταγωνισμός για πληροφορία, πρόσβαση, επιρροή και στρατηγικό πλεονέκτημα.

Και σε αυτόν τον ανταγωνισμό η καλύτερη άμυνα δεν είναι η καχυποψία απέναντι στους πάντες.

Είναι η γνώση.

Η γνώση των απειλών, η γνώση των ευπαθειών μας, η γνώση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι ξένες υπηρεσίες και, πάνω απ’ όλα, η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε εγκαίρως αυτό που ακόμη δεν έχει γίνει ορατό.

Γιατί στον αθέατο πόλεμο των πληροφοριών, η άμυνα αρχίζει πολύ πριν γίνει αντιληπτή η επίθεση.

Πηγές

[1] Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ), Ετήσια Έκθεση Προτεραιοτήτων και Τομέων Δράσης της ΕΥΠ 2025, περίοδος Σεπτέμβριος 2024 – Δεκέμβριος 2025, 12 Μαρτίου 2026.

[2] Kathimerini, “Encrypted phone key to alleged military data leak”, 8 February 2026.

[3] Amnesty International Security Lab, To Catch a Predator: Leak exposes the internal operations of Intellexa’s mercenary spyware, 4 December 2025.

[4] Amnesty International, Greece: Convictions in ‘Predatorgate’ scandal offer rare accountability in abuse of surveillance technology, 26 February 2026.

[5] NATO, NATO’s Approach to Counter Information Threats, endorsed by Allied Defence Ministers on 18 October 2024.

[6] European External Action Service (EEAS), 2025 Report on EEAS Activities to Counter Foreign Information Manipulation and Interference (FIMI), 24 June 2026.

[7] European External Action Service (EEAS), 4th EEAS Report on Foreign Information Manipulation and Interference Threats – Dismantling the FIMI House of Cards, March 2026.

Σημείωση ελέγχου πηγών

Οι αναφορές στην υπόθεση του αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας αποδίδονται με προσεκτική ορολογία, όπως «κατηγορείται», «φέρεται» και «σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες», καθώς πρόκειται για υπόθεση που βρίσκεται στη δικαστική και ανακριτική της πορεία. Το άρθρο δεν προδικάζει την ενοχή ή την έκβασή της.

Στην περίπτωση του Predator γίνεται διάκριση ανάμεσα στα τεχνικά ευρήματα που έχουν δημοσιευθεί από ανεξάρτητους ερευνητικούς φορείς, στις δικαστικές εξελίξεις και στους ισχυρισμούς των εμπλεκόμενων πλευρών. Δεν αποδίδεται αυθαίρετα η χρήση του λογισμικού σε συγκεκριμένη κρατική υπηρεσία όταν αυτό δεν τεκμηριώνεται από τις διαθέσιμες πηγές.

Το Information Environment Assessment παρουσιάζεται ως δυνατότητα που θα μπορούσε να εξεταστεί για την ελληνική περίπτωση, με βάση τη σχετική εμπειρία του ΝΑΤΟ, και όχι ως ισχυρισμός ότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη αντίστοιχη εθνική δομή.

Back to top button