Μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία και τις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση παρουσίασε ο πρώην αναλυτής της CIA και πρώην αξιωματούχος του Γραφείου Αντιτρομοκρατίας του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Λάρι Τζόνσον, στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Νίκο Παπαδάτο και την εκπομπή «Diplomatic Front».
Ο Αμερικανός αναλυτής εκτίμησε ότι η σύγκρουση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια ενός πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Κατά την άποψή του, η Μόσχα αντιμετώπιζε από την αρχή την ουκρανική κρίση ως έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων με το ΝΑΤΟ, στον οποίο η Ουκρανία χρησιμοποιήθηκε ως το ενδιάμεσο μέσο άσκησης στρατιωτικής πίεσης κατά της Ρωσίας.
«Η Ρωσία πέρασε από την ειδική επιχείρηση στον πόλεμο»
Σύμφωνα με τον Τζόνσον, η ουσιαστική μεταβολή των τελευταίων μηνών είναι ότι η Ρωσία εγκαταλείπει σταδιακά τους περιορισμούς της λεγόμενης «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» και περνά σε κανονική πολεμική βάση, διευρύνοντας τόσο τη γεωγραφία όσο και την ένταση των επιχειρήσεών της.
Όπως υποστήριξε, ενώ τα προηγούμενα χρόνια οι ρωσικές δυνάμεις επικέντρωναν τις προσπάθειές τους σε έναν κύριο άξονα –αρχικά στο Μπαχμούτ, κατόπιν στην Αβντίιβκα και στη συνέχεια προς το Ποκρόφσκ– σήμερα επιχειρούν ταυτόχρονα σε πολλές περιοχές. Αναφέρθηκε ειδικότερα στις κατευθύνσεις του Σούμι, του Χαρκόβου, του Ντονέτσκ, του Ντνιπροπετρόφσκ, της Ζαπορίζια, της Χερσώνας και της Οδησσού.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στις επιχειρήσεις γύρω από το Σλαβιάνσκ και το Κραματόρσκ, τις οποίες χαρακτήρισε ως τις τελευταίες μεγάλες ουκρανικές αμυντικές θέσεις στο Ντονέτσκ. Διατύπωσε, μάλιστα, την εκτίμηση ότι ενδεχόμενη κατάληψή τους θα αποτελούσε καίριο πλήγμα για τη συνολική ουκρανική πολεμική προσπάθεια.
Παράλληλα, συνέδεσε τη σκλήρυνση της ρωσικής στάσης με τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικούς στόχους και υποστήριξε ότι η Μόσχα περιορίζει πλέον συστηματικά τη δυνατότητα ανεφοδιασμού και εξαγωγών της Ουκρανίας μέσω της Οδησσού και των λιμανιών του Δούναβη.
Κατά τον Τζόνσον, τα περιθώρια διαπραγμάτευσης στενεύουν δραματικά, καθώς η ρωσική ηγεσία εμφανίζεται ολοένα και λιγότερο διατεθειμένη να αποδεχθεί προτάσεις οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη τη στρατιωτική κατάσταση επί του πεδίου.
Προειδοποίηση για ρωσικά πλήγματα στη Βρετανία
Το πλέον ηχηρό σημείο της παρέμβασής του αφορούσε τη Μεγάλη Βρετανία. Ο πρώην αναλυτής της CIA χαρακτήρισε τη βρετανική πολιτική εξαιρετικά προκλητική και προειδοποίησε ότι, εφόσον συνεχιστεί η υποστήριξη επιθέσεων εναντίον ρωσικού εδάφους, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια ρωσική απάντηση κατά στρατιωτικών ή βιομηχανικών εγκαταστάσεων μέσα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Κατά την εκτίμησή του, η Μόσχα θα μπορούσε αρχικά να επιλέξει επιχειρήσεις δολιοφθοράς εναντίον εργοστασίων που παράγουν οπλικά συστήματα τα οποία χρησιμοποιούνται κατά της Ρωσίας. Ωστόσο, υποστήριξε ότι η κατάσταση κινείται σταδιακά προς την κατεύθυνση περισσότερο άμεσων στρατιωτικών πληγμάτων.
Ο Τζόνσον αναφέρθηκε και στον ρωσικό βαλλιστικό πύραυλο Ορέσνικ, τον οποίο παρουσίασε ως ένα ενδιάμεσο μέσο ισχυρότατης συμβατικής ανταπόδοσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοιου είδους όπλα προσφέρουν στη Ρωσία τη δυνατότητα να προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές χωρίς να περάσει το κατώφλι της χρήσης πυρηνικών όπλων.
«Άλλο οι δηλώσεις της Γερμανίας και άλλο οι δυνατότητές της»
Σχολιάζοντας τα γερμανικά σχέδια για την ανάπτυξη ενός πολυεπίπεδου συστήματος πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, ο Τζόνσον εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός ως προς τις πραγματικές δυνατότητες του Βερολίνου.
Υποστήριξε ότι πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στις πολιτικές εξαγγελίες και στην ικανότητα μιας χώρας να τις μετατρέψει σε επιχειρησιακή πραγματικότητα. Έθεσε ως βασικά προβλήματα τη βιομηχανική αποδυνάμωση της Γερμανίας, αλλά και την εξάρτησή της από κρίσιμες πρώτες ύλες και σπάνιες γαίες προερχόμενες από την Κίνα.
Παρά ταύτα, προειδοποίησε ότι η συνέχιση της συγκρουσιακής πολιτικής από τη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία μπορεί τελικά να προκαλέσει την αντίδραση που υποτίθεται ότι επιδιώκουν να αποτρέψουν. Όπως είπε, η Ρωσία φαίνεται να πλησιάζει στα όρια της υπομονής της, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες δεν διαθέτουν, κατά την άποψή του, τις στρατιωτικές δυνατότητες για μια μακρά και άμεση αντιπαράθεση μαζί της.
Οι επιθέσεις σε ελληνόκτητα πλοία και η στάση της Αθήνας
Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε η αναφορά στις επιθέσεις εναντίον ελληνόκτητων δεξαμενόπλοιων στη Μαύρη Θάλασσα και στις επιπτώσεις της αποσταθεροποίησης για την ελληνική ναυτιλία.
Ερωτηθείς από τον Νίκο Παπαδάτο εάν τέτοιες ενέργειες μπορούν να ερμηνευθούν ως επίθεση κατά των ελληνικών οικονομικών και ναυτιλιακών συμφερόντων, ο Τζόνσον απάντησε καταφατικά. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν «πράξη πολέμου», διευκρινίζοντας όμως ότι η πραγματική πολιτική βαρύτητα μιας τέτοιας ενέργειας εξαρτάται τελικά από την αντίδραση της χώρας που πλήττεται.
«Η Ελλάδα φαίνεται να μην ανησυχεί», παρατήρησε αιχμηρά, αφήνοντας σαφείς αιχμές για την απουσία ουσιαστικής ελληνικής αντίδρασης.
Από την πλευρά του, ο Νίκος Παπαδάτος υπογράμμισε ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης και της στάσης της ελληνικής κοινωνίας. Άσκησε κριτική στην επιλογή της Αθήνας να ακολουθεί χωρίς σαφές στρατηγικό βάθος τη γραμμή στήριξης του Κιέβου, τη στιγμή που ελληνικά οικονομικά και ναυτιλιακά συμφέροντα εκτίθενται σε ολοένα μεγαλύτερους κινδύνους.
Πώς τα drones άλλαξαν το πεδίο της μάχης
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στην επανάσταση των μη επανδρωμένων συστημάτων. Ο Τζόνσον ξεκαθάρισε ότι τα drones έχουν μεταμορφώσει τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων, όχι όμως και τους βαθύτερους παράγοντες που καθορίζουν τη στρατηγική έκβαση ενός πολέμου.
Η συνεχής επιτήρηση του πεδίου και η μετάδοση πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο επιτρέπουν στους διοικητές να εντοπίζουν άμεσα συγκεντρώσεις προσωπικού και να εξαπολύουν επιθέσεις με μεγάλη ακρίβεια. Αυτό έχει καταστήσει εξαιρετικά επικίνδυνη τη συγκέντρωση μεγάλων στρατιωτικών τμημάτων, υποχρεώνοντας τις δυνάμεις να διασπείρονται σε μικρές ομάδες ακόμη και τριών έως πέντε ανδρών.
Τα drones μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν εναντίον χαρακωμάτων, οχυρώσεων και καταφυγίων, αναλαμβάνοντας αποστολές που παλαιότερα απαιτούσαν την άμεση έκθεση στρατιωτών στα εχθρικά πυρά. Με αυτόν τον τρόπο, κατά τον Τζόνσον, μειώνουν ενδεχομένως τις απώλειες του επιτιθέμενου και αυξάνουν την πίεση στον αμυνόμενο.
Απέρριψε, όμως, την άποψη ότι τα μη επανδρωμένα συστήματα αποτελούν το «μαγικό όπλο» που μπορεί από μόνο του να ανατρέψει την πορεία του πολέμου υπέρ της Ουκρανίας. Όπως σημείωσε, το πυροβολικό εξακολουθεί να αποτελεί τον κύριο παράγοντα καταστροφής στο πεδίο, ακολουθούμενο από τις κατευθυνόμενες βόμβες ολίσθησης, τους πυραύλους και τα drones.
Το πυρηνικό σενάριο στο Ιράν
Η συνέντευξη επεκτάθηκε και στο ενδεχόμενο μιας νέας σύγκρουσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν. Ο Λάρι Τζόνσον χαρακτήρισε εξαιρετικά απίθανη τη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων από την Ουάσιγκτον, προειδοποίησε όμως ότι μια τέτοια απόφαση θα άνοιγε ένα ανεξέλεγκτο «κουτί της Πανδώρας».
Κατά την εκτίμησή του, θα μπορούσε να ακολουθήσει μαζική πυραυλική επίθεση κατά του Ισραήλ, πιθανή εμπλοκή του Πακιστάν και αναθεώρηση της πυρηνικής στάσης της Ρωσίας και της Κίνας. Υποστήριξε επίσης ότι η Μόσχα θα μπορούσε να θεωρήσει ως άμεση απειλή τα συστήματα Aegis που βρίσκονται στην Πολωνία και τη Ρουμανία και να κινηθεί για την εξουδετέρωσή τους.
Ο Τζόνσον εκτίμησε ότι η Τεχεράνη έχει ήδη επιτύχει έναν βασικό στρατηγικό στόχο: να επιβιώσει, να διατηρήσει λειτουργική την οικονομία και το κράτος της και να αποδείξει ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί εύκολα να της επιβάλει πολιτική αλλαγή. Επισήμανε ακόμη ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιρανικών συναλλαγών πραγματοποιείται εκτός δολαρίου, κυρίως μέσω του κινεζικού γουάν, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών οικονομικών κυρώσεων.
«Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να διεξαγάγουν παρατεταμένο πόλεμο με την Κίνα»
Αναφερόμενος, τέλος, στη σχεδιαζόμενη μετατόπιση του αμερικανικού ενδιαφέροντος προς τον Ινδοειρηνικό, ο πρώην αναλυτής της CIA αμφισβήτησε ευθέως τις δυνατότητες της Ουάσιγκτον να αντιμετωπίσει στρατιωτικά την Κίνα.
Υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης χερσαίων δυνάμεων στην περιοχή και ότι μεγάλο μέρος των ναυτικών μέσων τους είναι ευάλωτο, καταπονημένο ή ανεπαρκές για μια παρατεταμένη αντιπαράθεση. Κατά την εκτίμησή του, η μόνη πραγματικά σοβαρή απειλή που μπορούν να προβάλουν απέναντι στην Κίνα είναι τα πυρηνοκίνητα υποβρύχιά τους.
Συνοψίζοντας, ο Τζόνσον συνέδεσε τα μέτωπα της Ουκρανίας και του Ιράν ως διαφορετικές εκφάνσεις της προσπάθειας των ΗΠΑ να προβάλουν στρατιωτική και πολιτική ισχύ. Και στις δύο περιπτώσεις, υποστήριξε, έχουν αποκαλυφθεί τα όρια της αμερικανικής ισχύος και η αυξανόμενη δυσκολία της Δύσης να επιβάλει μονομερώς τις επιλογές της.