Του Σάββα Καλεντερίδη
Η διαδικασία που άρχισε το δίδυμο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν–Ντεβλέτ Μπαχτσελί στο Κουρδικό δεν αποτελεί «επίλυση» του προβλήματος. Ο σωστός όρος είναι αλλαγή πολιτικής. Και πρόκειται για μια αλλαγή η οποία, αν προχωρήσει, μπορεί να μεταμορφώσει όχι μόνο τις σχέσεις του τουρκικού κράτους με τους Κούρδους, αλλά και τον ίδιο τον χαρακτήρα της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Το κράτος που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ το 1923 οικοδομήθηκε ως ένα σκληρά συγκεντρωτικό και εθνικιστικό κράτος-έθνος. Αυτό συνέβη σε μια επικράτεια στην οποία ζούσαν δεκάδες διαφορετικές εθνότητες και κοινότητες. Η πολιτική που ακολουθήθηκε ονομάστηκε από τους ίδιους τους Τούρκους «πολιτική μπετονοποίησης»: όλοι έπρεπε να αποκτήσουν την ίδια ταυτότητα, την ίδια γλώσσα και την ίδια εθνική συνείδηση.
Η ομογενοποίηση αυτή επιβλήθηκε με τη βία. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί εξοντώθηκαν ή εκδιώχθηκαν μέσω των γενοκτονιών και των διωγμών, ενώ οι μουσουλμανικές εθνότητες υποβλήθηκαν σε σκληρές πολιτικές αφομοίωσης. Με αρκετές από αυτές το τουρκικό κράτος πέτυχε, τουλάχιστον επιφανειακά, τον στόχο του. Με τους Κούρδους, όμως, απέτυχε.
Ο λόγος είναι απλός: οι Κούρδοι αποτελούν έναν τεράστιο πληθυσμό, που υπολογίζεται ότι προσεγγίζει τα 35 εκατομμύρια μέσα στην Τουρκία. Είναι μια πολύ μεγάλη «μπουκιά» για να μπορέσει να την καταπιεί το κεμαλικό κράτος. Ένα τμήμα τους μπορεί να αφομοιώθηκε επιφανειακά, όμως, όταν αρχίζει να υποχωρεί ο φόβος του κράτους και αναγνωρίζονται στοιχειώδη δικαιώματα, η κουρδική ταυτότητα επανεμφανίζεται.
Η αποτυχία της στρατιωτικής λύσης
Ο ένοπλος αγώνας του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν άρχισε στις 15 Αυγούστου 1984, με επιθέσεις ανταρτών του PKK εναντίον δύο τουρκικών φυλακίων. Έκτοτε η Τουρκία ακολούθησε επί δεκαετίες μια πολιτική στρατιωτικής καταστολής. Χιλιάδες κουρδικά χωριά εκκενώθηκαν, καταστράφηκαν ή πυρπολήθηκαν, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι μετακινήθηκαν προς τα Άδανα, τη Μερσίνα, την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη.
Η Άγκυρα μπορεί να αποστέρησε προσωρινά από τους αντάρτες την υποστήριξη που είχαν στην ύπαιθρο, δημιούργησε όμως ένα άλλο πρόβλημα. Ισχυρές κουρδικές κοινότητες εγκαταστάθηκαν στις μεγάλες πόλεις, απέκτησαν πολιτική εκπροσώπηση και άρχισαν να εκλέγουν βουλευτές και δημάρχους. Το Κουρδικό δεν λύθηκε. Άλλαξε μορφή και εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Τουρκία.
Ύστερα από 42 χρόνια πολέμου, τεράστιες οικονομικές απώλειες και δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, το αποτέλεσμα για την Τουρκία είναι ουσιαστικά μηδενικό. Το κουρδικό κίνημα δεν εξαφανίστηκε και η κουρδική εθνική συνείδηση έγινε ισχυρότερη.
Η πρώτη σοβαρή απόπειρα διαφορετικής προσέγγισης άρχισε με τη διαδικασία του Όσλο, γύρω στο 2009. Η τότε ηγεσία της ΜİΤ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το PKK δεν μπορούσε να ηττηθεί στρατιωτικά. Ο Χακάν Φιντάν συμμετείχε στις συνομιλίες και λίγο έλειψε να συλληφθεί από εισαγγελείς που συνδέονταν με τους μηχανισμούς του κεμαλικού βαθέος κράτους και του Φετουλάχ Γκιουλέν.
Σήμερα οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Ο Ερντογάν έχει υποτάξει το παλαιό βαθύ κράτος και έχει συγκροτήσει έναν νέο μηχανισμό εξουσίας, πλήρως ελεγχόμενο από τον ίδιο. Η πρόταση για την αλλαγή πολιτικής στο Κουρδικό εμφανίστηκε μέσω του Μπαχτσελί, ο οποίος εκπροσωπεί τον εθνικιστικό και κρατικό πυρήνα του σημερινού καθεστώτος.
Το νεοοθωμανικό σχέδιο
Ο στόχος του Ερντογάν δεν περιορίζεται στους Κούρδους της Τουρκίας. Επιδιώκει να προσεταιριστεί τους Κούρδους της Συρίας και του Ιράκ, αλλά και τους σουνιτικούς αραβικούς πληθυσμούς των δύο χωρών, εντάσσοντάς τους σε μια ευρύτερη νεοοθωμανική σφαίρα επιρροής.
Η στρατιωτική αντιπαράθεση παρουσιάζεται πλέον ως «Τουρκία χωρίς τρομοκρατία», ώστε η νέα πολιτική να γίνει αποδεκτή από μια τουρκική κοινωνία η οποία δηλητηριάστηκε επί τέσσερις δεκαετίες με συνθήματα μίσους κατά των Κούρδων. Το σχετικό νομικό πλαίσιο προβλέπει τη διάλυση του PKK, την παράδοση των όπλων, την απελευθέρωση χιλιάδων κρατουμένων και την παύση των διώξεων εναντίον δεκάδων χιλιάδων Κούρδων.
Ακόμη και η ονομασία του νόμου έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν γίνεται λόγος για ενίσχυση της «εθνικής ενότητας», αλλά για ενίσχυση της «εθνικής αλληλεγγύης και της κοινωνικής ένταξης». Η διατύπωση αυτή μπορεί να υποδηλώνει την αναγνώριση της ύπαρξης διαφορετικών εθνικών ταυτοτήτων μέσα στην Τουρκία.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του ζητήματος. Ο Ερντογάν επιχειρεί να μεταμορφώσει το κεμαλικό κράτος-έθνος σε ένα νέο πολιτικό οικοδόμημα, το οποίο θα αναγνωρίζει την ύπαρξη περισσότερων εθνοτήτων, διατηρώντας όμως τον συγκεντρωτικό έλεγχο της Άγκυρας. Πρόκειται για μετάβαση από το αυστηρά κεμαλικό μοντέλο σε ένα νεοοθωμανικό σχήμα.
Αυτό δεν είναι εύκολο. Και κυρίως δεν είναι χωρίς κινδύνους.
Η αντίδραση των κεμαλικών
Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του βετεράνου κεμαλικού αρθρογράφου της εφημερίδας Sözcü, Εμίν Τσολασάν. Ο Τσολασάν εκφράζει την καχυποψία ενός σημαντικού τμήματος του τουρκικού κράτους και της κοινωνίας απέναντι στη νέα διαδικασία.
Τα βασικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Έχει πραγματικά διαλυθεί το PKK; Ποια όπλα θα παραδοθούν, πού, πότε και σε ποιον; Τι θα γίνει με τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν; Θα απελευθερωθεί και, αν ναι, με ποιους όρους; Τι δικαιώματα θα αναγνωριστούν στους Κούρδους;
Η συμβολική καύση όπλων από μια μικρή ομάδα στελεχών του PKK στη Σουλεϊμανίγια δεν αποτελεί πραγματικό αφοπλισμό. Ήταν μια σκηνοθετημένη τελετή, ενώ έκτοτε δεν έχει παρουσιαστεί κάποιος συγκεκριμένος και επαληθεύσιμος μηχανισμός παράδοσης του οπλισμού.
Υπάρχει και ένα δεύτερο ζήτημα. Η σχεδιαζόμενη απελευθέρωση χιλιάδων μελών του κουρδικού κινήματος προκαλεί ήδη αντιδράσεις, ιδιαίτερα όταν στις φυλακές παραμένουν στρατιωτικοί, υπαξιωματικοί και μαθητές στρατιωτικών σχολών που καταδικάστηκαν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016.
Οι εντάσεις στους ποδοσφαιρικούς αγώνες της Αμέντσορ αποτελούν μια πρώτη ένδειξη όσων μπορεί να ακολουθήσουν. Οι Κούρδοι δηλώνουν μαζικά την ταυτότητά τους, χρησιμοποιούν την ονομασία «Αμέντ» για το Ντιγιαρμπακίρ και αμφισβητούν δημόσια την κεμαλική αντίληψη περί ενός ενιαίου τουρκικού έθνους. Από την άλλη πλευρά, οι Τούρκοι εθνικιστές αντιδρούν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Η ηγεσία της Τουρκίας μπορεί να έχει συμφωνήσει με τον Οτσαλάν και την ηγεσία του κουρδικού κινήματος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι συμφώνησαν οι δύο κοινωνίες.
Ο δρόμος του Μεντερές
Στο τέλος του άρθρου του, ο Τσολασάν απευθύνει μια προειδοποίηση που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη:
«Γεια σου, Ρετζέπ Ταγίπ. Γεια σου, Ντεβλέτ Μπαχτσελί. Να είστε λίγο προσεκτικοί. Διαφορετικά, η καταιγίδα που θα ξεσπάσει θα παρασύρει πρώτα εσάς. Θα το μετανιώσετε, αλλά τότε θα είναι πολύ αργά».
Η αναφορά αυτή συνιστά σαφή προειδοποίηση προς τον Ερντογάν και τον Μπαχτσελί. Αν η διαδικασία οδηγήσει, στα μάτια των κεμαλικών, στη διάλυση του κράτους-έθνους, οι άνθρωποι που την προώθησαν θα θεωρηθούν υπεύθυνοι. Και τότε ενδέχεται να αντιμετωπίσουν την τύχη του Αντνάν Μεντερές.
Ο Μεντερές ανατράπηκε με το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960, δικάστηκε στη Γιάσιαντα και απαγχονίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1961, μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών Φατίν Ρουστού Ζορλού και τον υπουργό Οικονομικών Χασάν Πολατκάν. Το ίδιο βαθύ κράτος που χρησιμοποιεί τους πολιτικούς ηγέτες, όταν κρίνει ότι αυτοί απειλούν τα θεμέλια του καθεστώτος, δεν διστάζει να τους θυσιάσει.
Ο Μεντερές συνδέθηκε και με τα Σεπτεμβριανά του 1955, τη «Νύχτα των Κρυστάλλων» του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου, της Τενέδου και της Σμύρνης. Όμως ο πραγματικός μηχανισμός σχεδιασμού και εκτέλεσης βρισκόταν στο τουρκικό βαθύ κράτος και στις δομές ανορθόδοξου πολέμου, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των βρετανικών επιδιώξεων για το Κυπριακό και της αμερικανικής στρατιωτικής επιρροής στην Τουρκία.
Η ιστορία της Τουρκίας δείχνει ότι οι πολιτικοί ηγέτες μπορεί να πιστεύουν πως ελέγχουν το βαθύ κράτος, μέχρι τη στιγμή που ο ίδιος μηχανισμός αποφασίζει ότι δεν τους χρειάζεται πλέον.
Ο Ερντογάν παίζει ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι. Αν πετύχει, θα έχει μεταμορφώσει την Τουρκία και θα έχει εντάξει το κουρδικό στοιχείο στο νεοοθωμανικό του σχέδιο. Αν αποτύχει, μπορεί να προκαλέσει μια εθνικιστική έκρηξη, κοινωνικές συγκρούσεις και μια νέα παρέμβαση των σκοτεινών μηχανισμών του τουρκικού κράτους.
Θα έχει, λοιπόν, ο Ερντογάν την τύχη του Μεντερές;
Δεν είναι βέβαιο. Όμως το γεγονός ότι αυτή η προειδοποίηση διατυπώνεται πλέον δημόσια από ανθρώπους του κεμαλικού στρατοπέδου σημαίνει ότι το ερώτημα έχει ήδη τεθεί μέσα στην ίδια την Τουρκία. Και στην τουρκική πολιτική ιστορία, όταν αρχίζουν να εμφανίζονται αναφορές στην αγχόνη, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τις αντιμετωπίζει ως σχήμα λόγου.