breaking newsΕλλάδα

Το καλώδιο είναι τεστ κυριαρχίας – Η παγίδα της «τυπικής ενημέρωσης» προς την Άγκυρα

Το υποθαλάσσιο καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν αποτελεί απλώς ένα ενεργειακό έργο. Είναι μία δοκιμασία της ικανότητας της Ελλάδας να ασκεί εμπράκτως τα κυριαρχικά της δικαιώματα, χωρίς να αναζητά φόρμουλες που μπορούν να μετατραπούν σε έμμεση αναγνώριση των παράνομων τουρκικών διεκδικήσεων.

Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της ανάλυσης του Σάββα Καλεντερίδη, ο οποίος στέκεται ιδιαίτερα στην πληροφορία ότι εξετάζεται «απλή, τυπική ενημέρωση» των τουρκικών Αρχών από τη γαλλική εταιρεία που θα αναλάβει τις εργασίες.

Το κρίσιμο σημείο που κρύβεται στις λέξεις

Η Αθήνα εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει στην ολοκλήρωση των βυθομετρήσεων και, στη συνέχεια, στην πόντιση του καλωδίου. Ελλάδα και Γαλλία φέρονται να έχουν καταρτίσει κοινό επιχειρησιακό και διπλωματικό σχέδιο, ώστε οι εργασίες να πραγματοποιηθούν χωρίς να δοθεί στην Άγκυρα περιθώριο δημιουργίας τετελεσμένων.

Η σχετική NAVTEX θα εκδοθεί αποκλειστικά από τις ελληνικές Αρχές, καθώς η συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή βρίσκεται μέσα στη ζώνη ελληνικής ευθύνης. Ο Καλεντερίδης διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η αρμοδιότητα έκδοσης NAVTEX αποτελεί διοικητικό μέτρο για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και δεν κατοχυρώνει από μόνη της κυριαρχικά δικαιώματα.

Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην πιθανότητα ξεχωριστής ενημέρωσης της Τουρκίας από τη γαλλική εταιρεία, με το επιχείρημα ότι δεν πρέπει η Άγκυρα να επικαλεστεί αιφνιδιασμό.

Εδώ γεννιέται το εύλογο ερώτημα: εφόσον η NAVTEX αποτελεί διεθνή ενημέρωση προς όλους τους ναυτιλλομένους, για ποιον λόγο απαιτείται ειδική επικοινωνία με τις τουρκικές Αρχές;

Η Άγκυρα έχει ήδη διατυπώσει τη θέση ότι, όταν πραγματοποιούνται έρευνες ή ποντίσεις καλωδίων σε περιοχές επί των οποίων η ίδια δηλώνει ότι διατηρεί δικαιοδοσία, το κράτος της σημαίας των εμπλεκόμενων πλοίων οφείλει να επικοινωνεί μαζί της. Συνεπώς, ακόμη και μία ενημέρωση που η Αθήνα θα παρουσιάσει ως «απλή» και «τυπική» μπορεί να αξιοποιηθεί από την Τουρκία ως τεκμήριο αποδοχής της δικής της δικαιοδοσίας.

Στις διεθνείς διαφορές, οι λέξεις, τα έγγραφα και τα προηγούμενα έχουν βαρύτητα. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να περάσει μία φορά το καλώδιο, αλλά να μην εγκαθιδρυθεί ένας μηχανισμός άτυπου τουρκικού βέτο για κάθε μελλοντική έρευνα ή έργο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Αθήνα εξακολουθεί να αποφεύγει την ΑΟΖ με την Κύπρο

Η υπόθεση του καλωδίου επαναφέρει το μεγαλύτερο στρατηγικό κενό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: την απουσία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Λευκωσία, όπως επισημαίνεται στην εκπομπή, είναι εδώ και χρόνια τεχνικά και πολιτικά προετοιμασμένη. Από την περίοδο του Τάσσου Παπαδόπουλου έχει θέσει επανειλημμένα το ζήτημα στην Αθήνα. Η ελληνική πλευρά, όμως, αποφεύγει να προχωρήσει, φοβούμενη την αντίδραση της Τουρκίας.

Το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα να κινείται συνεχώς πίσω από τις τουρκικές πρωτοβουλίες. Προηγήθηκε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ακολούθησαν τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» και τώρα προωθείται το νομοθετικό πλαίσιο της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η Αθήνα απαντά κάθε φορά εκ των υστέρων, ενώ θα έπρεπε να έχει διαμορφώσει εκείνη το νομικό και διπλωματικό πεδίο.

Η άμεση οριοθέτηση της ελληνικής με την κυπριακή ΑΟΖ θα αναδείκνυε τη στρατηγική σημασία του συμπλέγματος Καστελλόριζου–Ρω–Στρογγύλης και θα ακύρωνε στην πράξη τον ισχυρισμό της Άγκυρας ότι η Τουρκία διαθέτει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο.

Η Κυπριακή Δημοκρατία απέδειξε το 2019 ότι ένα μικρό κράτος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του. Κατέθεσε συντεταγμένες για τη θαλάσσια περιοχή βορείως της Κύπρου και κάλεσε την Τουρκία είτε σε διαπραγμάτευση είτε σε προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Η Τουρκία απέρριψε την πρόταση, αλλά η Λευκωσία είχε ήδη καταγράψει επίσημα τη θέση της.

Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: γιατί δεν πράττει το ίδιο και η Ελλάδα;

Η ισχύς χτίζεται και με σχολεία

Ο Καλεντερίδης αναγνωρίζει ως θετική την αποστολή ελληνικού στρατιωτικού υλικού στις Ένοπλες Δυνάμεις του Λιβάνου, όπως και την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στην Κύπρο με επιπλέον F-16 Viper στην αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου».

Ταυτοχρόνως, όμως, αναδεικνύει την απουσία μακρόπνοης ελληνικής στρατηγικής ήπιας ισχύος.

Εδώ και χρόνια υπάρχουν αραβόφωνες ελληνορθόδοξες κοινότητες στη Συρία που ζητούν δασκάλους, βιβλία και ελληνική παιδεία. Άνθρωποι οι οποίοι εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται ως απόγονοι των Βυζαντινών επιθυμούν να ξαναβρούν τη γλώσσα και την πολιτιστική τους σύνδεση με την Ελλάδα.

Κι όμως, οι ελληνικές προτάσεις για την ίδρυση σχολείου στη Δαμασκό συνάντησαν τοίχο, ενώ η Τουρκία εγκαινιάζει δικά της εκπαιδευτικά ιδρύματα και διευρύνει συστηματικά την επιρροή της.

Η εικόνα είναι αποκαλυπτική: η Τουρκία στέλνει σχολεία, επιχειρήσεις, στρατιωτικούς συμβούλους και πολεμικά πλοία από τη Συρία μέχρι τη Σομαλία και την Τανζανία, την ώρα που η Ελλάδα δυσκολεύεται να στείλει εκπαιδευτικούς σε ιστορικές ελληνορθόδοξες κοινότητες.

Κυπριακό: δεν υπάρχει εξίσωση θύματος και θύτη

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η τοποθέτηση του Καλεντερίδη απέναντι στη συζήτηση περί «άρσης της απομόνωσης» των Τουρκοκυπρίων και οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Η απομόνωση, υπογραμμίζει, δεν προκλήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά από την εισβολή, τη στρατιωτική κατοχή και τη συγκρότηση ενός παράνομου αποσχιστικού μορφώματος. Δεν μπορεί να ζητείται από την πλευρά που υπέστη την εισβολή να νομιμοποιήσει τα αποτελέσματά της στο όνομα της καλής θέλησης.

Η πραγματική διαδικασία αποκατάστασης της εμπιστοσύνης αρχίζει με την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων.

Η ιστορική αναφορά στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης το 1974 είναι καθοριστική. Μετά την πρώτη εισβολή και ενώ είχε συμφωνηθεί κατάπαυση του πυρός, η τουρκική πλευρά απαίτησε να τεθεί υπό τον έλεγχό της περίπου το 34% της Κύπρου. Όταν ο Γλαύκος Κληρίδης ζήτησε χρόνο για διαβουλεύσεις, η Τουρκία εξαπέλυσε τον «Αττίλα 2».

Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από ωραία λόγια περί πολιτικής ισότητας, χαμένων ευκαιριών και συμφιλίωσης. Χωρίς αναγνώριση της εισβολής, της κατοχής, του σφετερισμού περιουσιών και του εποικισμού, η υποτιθέμενη μετριοπάθεια παραμένει πολιτικό προσωπείο.

Η Τουρκία εξαπλώνεται, αλλά δεν είναι άτρωτη

Η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ φωτίζει ακόμη μία αντίφαση της Άγκυρας. Ο Ερντογάν κατηγορεί το Ισραήλ για επεκτατισμό, ενώ τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις βρίσκονται στη Συρία, στο Ιράκ, στη Λιβύη, στη Σομαλία και στην κατεχόμενη Κύπρο.

Το Ισραήλ αξιοποιεί πλέον ανοικτά την τουρκική κατοχή της Κύπρου για να αντικρούσει τις κατηγορίες της Άγκυρας. Δεν το πράττει από φιλελληνισμό, αλλά επειδή εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τη δυσάρεστη διαπίστωση ότι την κατοχή της Κύπρου την καταγγέλλουν πολλές φορές πιο έντονα ξένες κυβερνήσεις από ό,τι η ίδια η Αθήνα.

Παράλληλα, αναφορές σύμφωνα με τις οποίες το Ισραήλ εξετάζει εάν μπορεί να πλήξει τουρκικές δυνάμεις στη Συρία χωρίς ενεργοποίηση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ δείχνουν πόσο επικίνδυνα έχει κλιμακωθεί η σύγκρουση.

Η Τουρκία διαθέτει ισχύ και γεωπολιτικό βάθος, αλλά έχει σοβαρές οικονομικές αδυναμίες. Εξαρτάται από τη Ρωσία για ενέργεια, πρώτες ύλες, πυρηνική τεχνολογία και τουριστικά έσοδα, ενώ σημαντικό μέρος του φυσικού αερίου της προέρχεται από το Ιράν. Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές, οι τράπεζες, η χρηματοδότηση, οι ασφάλειες και οι μεγάλες επιχειρήσεις της παραμένουν δεμένες με τη Δύση.

Η γεωγραφία συνδέει την Τουρκία με την Ανατολή, αλλά τα χρήματα την κρατούν δεμένη στη Δύση.

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η Ελλάδα οφείλει να χτίσει πραγματική στρατηγική πίεσης. Η τουρκική επιθετικότητα δεν αντιμετωπίζεται μόνο με ανακοινώσεις. Αντιμετωπίζεται με ευρωπαϊκές κυρώσεις, περιορισμούς στη χρηματοδότηση, κόστος στις εξαγωγές και ενεργοποίηση του δυτικού οικονομικού μηχανισμού.

Ιράν και Ουκρανία: η διπλωματία κάτω από τη σκιά της κλιμάκωσης

Στο Ιράν, ο ναυτικός αποκλεισμός και η εντεινόμενη οικονομική πίεση προκαλούν σοβαρές εσωτερικές δυσκολίες. Η ιρανική ηγεσία στέλνει δύο παράλληλα μηνύματα: στο εσωτερικό ζητεί κοινωνική συνοχή, αύξηση της παραγωγής και αντοχή στις κυρώσεις, ενώ στο εξωτερικό αφήνει ανοικτή την πόρτα της διπλωματίας.

Η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει τα Στενά του Ορμούζ σε διαπραγματευτικό χαρτί για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, συνδέοντας το άνοιγμά τους με τον τερματισμό των πολεμικών επιχειρήσεων στη Γάζα, στον Λίβανο και στη Συρία.

Στο ουκρανικό μέτωπο, η μυστική επίσκεψη του διοικητή της CIA στη Μόσχα δείχνει ότι Ηνωμένες Πολιτείες και Ρωσία διερευνούν ξανά τις δυνατότητες διαπραγμάτευσης. Η Ουάσιγκτον φέρεται να προωθεί τριμερή συνάντηση Τραμπ–Πούτιν–Ζελένσκι.

Την ίδια στιγμή, όμως, οι ουκρανικές υπηρεσίες προειδοποιούν ότι η Ρωσία προετοιμάζει μεγάλης κλίμακας επίθεση προς το Κίεβο και το Τσερνίχιβ. Υπάρχουν επίσης εκτιμήσεις ότι η Μόσχα ενδέχεται να δοκιμάσει τις αντοχές του ΝΑΤΟ, θεωρώντας πως τα δυτικά αποθέματα πυρομαχικών έχουν περιοριστεί λόγω των παράλληλων μετώπων.

Διπλωματία και στρατιωτική προετοιμασία κινούνται, επομένως, ταυτόχρονα. Η μία δεν αποκλείει την άλλη· συχνά αποτελεί το μέσο πίεσης για την επιτυχία της.

Το συμπέρασμα

Το νήμα που ενώνει όλες αυτές τις εξελίξεις είναι η διαφορά ανάμεσα στα κράτη που σχεδιάζουν και ενεργούν και σε εκείνα που αντιδρούν αφού έχουν ήδη δημιουργηθεί τετελεσμένα.

Η Ελλάδα διαθέτει διεθνές δίκαιο, συμμαχίες, γεωγραφία και στρατιωτικές δυνατότητες. Αυτό που της λείπει είναι η σταθερή πολιτική απόφαση να μετατρέψει τα πλεονεκτήματα αυτά σε εθνική στρατηγική.

Το καλώδιο, η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο, η παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και η στήριξη των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων δεν είναι διαφορετικά θέματα. Αποτελούν πλευρές της ίδιας αναμέτρησης: αν η Ελλάδα θα υπερασπίζεται ενεργητικά τον γεωπολιτικό της χώρο ή θα περιορίζεται να διαχειρίζεται κάθε φορά την επόμενη τουρκική απαίτηση.

Back to top button