Προ μηνών ο Αντρές Ρίτερ, που αναλαμβάνει από αύριο, 1η Νοεμβρίου, επισήμως τα ηνία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), με επταετή θητεία, δήλωνε πως «δεν γίνεται κάποιος εισαγγελέας για να γίνει αγαπητός». Ο 62χρονος Γερμανός διάδοχος της Λάουρα Κοβέσι δεν χρειάζεται να ανακαλύψει ούτε τους διαδρόμους της υπηρεσίας στο Λουξεμβούργο ούτε τις πολιτικές αντιδράσεις που προκαλούν οι έρευνές της. Αλλωστε, επί έξι χρόνια βρισκόταν στη δεύτερη θέση της ιεραρχίας. Ανάμεσα στους ανοιχτούς φακέλους που παραλαμβάνει βρίσκονται υποθέσεις ιδιαιτέρου πολιτικού βάρους για την Ελλάδα, από τον ΟΠΕΚΕΠΕ έως τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Γεννημένος το 1964 στο Σαντιάγο της Χιλής, ο Αντρές Ρίτερ πέρασε μέρος των παιδικών του χρόνων εκεί, προτού ακολουθήσει νομικές σπουδές και εισαγγελική σταδιοδρομία στη Γερμανία. Εντάχθηκε στο εισαγγελικό σώμα το 1995 και αργότερα ανέλαβε τη διεύθυνση υπηρεσιών στο κρατίδιο Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας. Στο Ρόστοκ βρέθηκε επικεφαλής ειδικευμένης εισαγγελίας για το οικονομικό έγκλημα και κυβερνοέγκλημα. Στο ερωτηματολόγιο που υπέβαλε στο Ευρωκοινοβούλιο, διεκδικώντας την ηγεσία της EPPO, επικαλέστηκε την εμπειρία του στη διαχείριση σύνθετων ερευνών, ενώ περιέγραψε την επόμενη φάση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως περίοδο «εδραίωσης, καινοτομίας και ανθεκτικής ηγεσίας». Εχοντας συμμετάσχει από το 2020 στη συγκρότησή της, διεκδίκησε τη θέση ως ένας από τους ανθρώπους που είχαν συνδιαμορφώσει την πορεία της.
Σύμφωνα με ανθρώπους που έχουν εικόνα της επαγγελματικής διαδρομής του και μίλησαν στην «Κ», ο Ρίτερ είναι ιδιαίτερα χαμηλών τόνων, προσηλωμένος στο κράτος δικαίου και κυρίως, στην ουσιαστική πρόοδο των υποθέσεων. Στις δημόσιες παρεμβάσεις του, πάντως, οι διατυπώσεις του για την ανεξαρτησία των εισαγγελέων είναι σαφείς. Μιλώντας στο γερμανικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο MDR τον περασμένο Μάρτιο, μετά την έγκριση του διορισμού του από το Ευρωκοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ε.Ε., είχε επισημάνει ότι οι έρευνες για διαφθορά δεν γίνονται πάντοτε ευπρόσδεκτες από κρατικές υπηρεσίες ή κυβερνητικά πρόσωπα. «Δεν δεχόμαστε εντολές από κανέναν», είχε ξεκαθαρίσει, πάντως, αναφερόμενος στον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η θεσμική συνέχεια των ερευνών –μέσω του Αντρές Ρίτερ– έχει ξεχωριστή σημασία για την Αθήνα. Στο τέλος του 2025, η EPPO κατέγραφε στην Ελλάδα 175 ενεργές έρευνες, με εκτιμώμενη ζημία 2,68 δισ. ευρώ. Πρόκειται, πάντως, για εκτιμήσεις των ερευνητικών αρχών και όχι, για οριστικά διαπιστωμένη ζημία. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ βρίσκεται μεταξύ των πλέον ευαίσθητων υποθέσεων, με ποινικές διαδικασίες να έχουν ήδη κινηθεί για φερόμενες απάτες στις αγροτικές επιδοτήσεις, ενώ άλλες πτυχές εξακολουθούν να διερευνώνται. Στους φακέλους που έχουν απασχολήσει την υπηρεσία περιλαμβάνεται και η σύμβαση 717 για τη σηματοδότηση και την τηλεδιοίκηση του σιδηροδρομικού δικτύου, στο σκέλος που αφορά τα ευρωπαϊκά κονδύλια και όχι το σύνολο της διερεύνησης της τραγωδίας των Τεμπών.
Παράλληλα, ο Αντρές Ρίτερ παραλαμβάνει μια ανοιχτή θεσμική διαφωνία μεταξύ Αθήνας και Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Τον Μάιο, η Λάουρα Κοβέσι απευθύνθηκε στην Κομισιόν για ζητήματα που αφορούν τις θητείες Ελλήνων Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων και νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικές με τη διερεύνηση υποθέσεων βουλευτών. Στην τελευταία συνέντευξή της στο Politico, μάλιστα, χαρακτήρισε τη διαφωνία για τις θητείες την «πιο απροκάλυπτη απόπειρα εκφοβισμού» που αντιμετώπισε η υπηρεσία της. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, απέρριψε τις αιτιάσεις περί πολιτικών σκοπιμοτήτων, υπογραμμίζοντας ότι οι εισαγγελείς δεν μπορούν να αναστέλλουν τις έρευνές τους επειδή πλησιάζουν εκλογές. Στην ίδια συνέντευξη η απερχόμενη επικεφαλής προσδιόρισε ως μεγαλύτερη «πρόκληση» για τον διάδοχό της τη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της αξιοπιστίας της EPPO.