Η Ευρώπη κυοφορεί νέο δόγμα, η Κύπρος γίνεται στρατηγική βάση και η Τουρκία βλέπει να χάνει τον έλεγχο του παιχνιδιού
Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Η διεθνής κατάσταση δεν αλλάζει απλώς. Αναδιατάσσεται από τα θεμέλιά της. Και αυτό πρέπει να το καταλάβουμε στην Ελλάδα και στην Κύπρο, διότι όποιος δεν αντιλαμβάνεται εγκαίρως τις μεγάλες μεταβολές, καταλήγει να τις υφίσταται. Δεν τις διαμορφώνει.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έχουν μπει σε νέα στρατηγική φάση. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι απλώς μια επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Είναι βαθύτερη αμερικανική στρατηγική, η οποία έχει αποφασιστεί ήδη από το τέλος του 2025 και αλλάζει τη λογική της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη. Όταν ιδρύθηκε το ΝΑΤΟ, η παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων στο ευρωπαϊκό έδαφος είχε δύο βασικούς στόχους: πρώτον, να εξουδετερώνεται η σοβιετική απειλή πριν φτάσει στις ΗΠΑ και δεύτερον, να ανασχεθεί η επέκταση του κομμουνισμού.
Σήμερα τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Τα υπερηχητικά όπλα, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, τα υποβρύχια που μπορούν να προσεγγίσουν αθόρυβα τις αμερικανικές ακτές και η κινεζική άνοδος στον Ειρηνικό έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον βλέπει τον κόσμο. Οι ΗΠΑ λένε πλέον καθαρά: θα ελέγξουμε το δυτικό ημισφαίριο, θα επικεντρωθούμε στην Κίνα και σε άλλες περιοχές θα αφήσουμε περιφερειακές δυνάμεις, πάντα σε συνεννόηση μαζί μας, να διαχειρίζονται τις ισορροπίες.
Αυτή η αλλαγή προκαλεί σοκ στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία επί δεκαετίες λειτουργούσε κυρίως ως οικονομική ένωση, καλείται τώρα να αποκτήσει στρατηγικό δόγμα. Και αυτό δεν είναι εύκολο. Δεν είναι στρατιωτικός συνασπισμός. Δεν είναι ομοσπονδία. Τα κράτη-μέλη διατηρούν δικές τους σχέσεις, δικές τους συμφωνίες, δικές τους προτεραιότητες. Άλλη πολιτική έχει η Γερμανία έναντι της Τουρκίας, άλλη η Ιταλία, άλλη η Ισπανία, άλλη η Γαλλία, άλλη η Ελλάδα και η Κύπρος.
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα. Πώς θα φτιάξει η Ευρώπη κοινό δόγμα ασφαλείας, όταν ορισμένα κράτη-μέλη κάνουν μεγάλες δουλειές με την Τουρκία, την ώρα που η ίδια η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρεται στην επικίνδυνη επιρροή της Ρωσίας, της Κίνας και της Τουρκίας στην Ευρώπη; Αυτό είναι δομική αντίφαση. Δεν λύνεται με ευχολόγια.
Η μόνη δύναμη που προσπαθεί να πάρει ηγετικό ρόλο είναι η Γαλλία. Είναι η μόνη πυρηνική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την αποχώρηση της Βρετανίας και μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ο Μακρόν επιχειρεί να οικοδομήσει έναν ευρωπαϊκό πυλώνα στρατηγικής αυτονομίας. Μπορεί να το πετύχει; Θα φανεί. Η Γαλλία έχει και αυτή σοβαρά εσωτερικά προβλήματα: δημογραφικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά. Όμως είναι η μόνη που διαθέτει τα εργαλεία για να παίξει αυτόν τον ρόλο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εντάσσονται Ελλάδα και Κύπρος. Και εδώ αρχίζει η πραγματική σημασία των εξελίξεων.
Ο Χακάν Φιντάν, μιλώντας δίπλα στην υπουργό Εξωτερικών της Αυστρίας, είπε ότι η Τουρκία δήθεν ποτέ δεν ζήτησε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις. Αυτό είναι ψέμα. Καθαρό ψέμα. Διότι η Τουρκία επί χρόνια δεν δέχεται να συμμορφωθεί με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και με τα κεφάλαια της ενταξιακής διαδικασίας. Αν θέλεις να μπεις σε έναν οργανισμό, πρώτα εκπληρώνεις τους όρους και μετά ζητάς να γίνεις μέλος. Δεν μπορείς να απαιτείς ειδική μεταχείριση και μετά να κατηγορείς την Ευρώπη για υποκρισία.
Το πιο σοβαρό, όμως, είναι άλλο. Πώς είναι δυνατόν να συζητάμε για ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν η Τουρκία κατέχει έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Αυτό έπρεπε να το λέει κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Αλλά για να το λέει, πρέπει προηγουμένως να το υπενθυμίζει μέρα-νύχτα η ελληνική και η κυπριακή διπλωματία. Δεν αρκεί να το θυμόμαστε στις επετείους ή όταν ο Ερντογάν προκαλεί. Πρέπει να είναι μόνιμη γραμμή, μόνιμο επιχείρημα, μόνιμη διπλωματική πίεση.
Εδώ δυστυχώς υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Η ελληνική διπλωματική υπηρεσία πρέπει να λειτουργεί με αυταπάρνηση, με δουλειά, με επιμονή. Όταν έχεις απέναντί σου ένα κράτος σαν την Τουρκία, που δουλεύει συστηματικά, μεθοδικά και σε όλα τα επίπεδα, δεν μπορείς να απαντάς με νωχελικότητα.
Η Τουρκία δεν κινείται τυχαία. Υπογράφει στρατηγικές συμφωνίες με τη Βρετανία, αναπτύσσει σχέσεις με ευρωπαϊκές χώρες σε εμπόριο, ασφάλεια, ενέργεια και αμυντική βιομηχανία, χρησιμοποιεί τους τερματικούς LNG ως επιχείρημα για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και προσπαθεί να μπει από τα παράθυρα εκεί όπου δεν μπορεί να μπει από την πόρτα. Με άλλα λόγια, οικοδομεί επιρροή μέσα στην Ευρώπη, την ώρα που τυπικά παραμένει εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο Κυπριακό, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Και αυτό το έχουν αντιληφθεί πολύ καλά στην Άγκυρα.
Οι χαμηλές πτήσεις τουρκικών F-16 πάνω από την κατεχόμενη Λευκωσία και την Κερύνεια δεν ήταν ένα απλό περιστατικό. Ήταν μήνυμα. Ήταν επίδειξη δύναμης και προς τους Ελληνοκυπρίους, αλλά και προς τους ίδιους τους Τουρκοκυπρίους: «Είμαστε εδώ, μην κοιτάτε προς τις ελεύθερες περιοχές». Η Τουρκία αντιδρά στην αναβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην αποστολή ελληνικών αεροσκαφών, στη συμφωνία με τη Γαλλία και γενικότερα στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας που αρχίζει να διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εδώ χρειάζεται προσοχή. Η αποστολή ελληνικών F-16 στην Κύπρο ήταν σωστή κίνηση. Όμως η στρατηγική δεν τελειώνει στη συμβολική κίνηση. Αν εμείς αποσύρουμε τα αεροσκάφη μας και η Τουρκία διατηρήσει τα δικά της στα κατεχόμενα, τότε από κερδισμένοι μπορεί να βγούμε χαμένοι. Αυτά πρέπει να τα σκέφτονται όσοι σχεδιάζουν. Διότι η Τουρκία πάντα προσπαθεί να μετατρέπει μια προσωρινή παρουσία σε μόνιμο τετελεσμένο.
Το πιο σημαντικό στοιχείο, όμως, είναι η νέα θέση της Κύπρου. Η Κύπρος δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως ένας φάκελος προβλήματος, ως ένα ζήτημα μεταξύ δύο κοινοτήτων ή ως μια «εκκρεμότητα» των Ηνωμένων Εθνών. Μετατρέπεται σε στρατηγική προκεχωρημένη βάση της Ευρώπης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό είναι τεράστια αλλαγή.
Η Κύπρος βρίσκεται κοντά σε ενεργειακούς αγωγούς, σε κοιτάσματα, σε θαλάσσιες ζώνες, στη Μέση Ανατολή, στο Ισραήλ, στη Συρία, στον Λίβανο, στη Γάζα, στην Αίγυπτο. Δεν είναι απλώς γεωγραφία. Είναι στρατηγική θέση. Και τώρα η Ευρώπη, μέσα στην αγωνία της να αποκτήσει δόγμα ασφαλείας, βλέπει την Κύπρο ως γεωγραφική άγκυρα.
Η συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας Κύπρου-Γαλλίας πονάει την Άγκυρα. Και την πονάει πολύ. Διότι δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική συμφωνία. Ανοίγει τον δρόμο για τακτική και μακροπρόθεσμη γαλλική στρατιωτική παρουσία στο νησί. Αυτό η Τουρκία το αντιλαμβάνεται ως αλλαγή του καθεστώτος ασφαλείας. Λέει: μέχρι τώρα αλωνίζαμε εμείς στην Κύπρο, τώρα μπαίνουν οι Γάλλοι, οι Αμερικανοί, οι Ολλανδοί, οι Ιταλοί, υπάρχει και η τριμερής Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Μήπως πάει να στηθεί μια αρχιτεκτονική ασφαλείας που μας αποκλείει;
Αυτός είναι ο πραγματικός πόνος της Τουρκίας. Όχι οι δηλώσεις. Η δομή.
Η Άγκυρα φοβάται ότι η Κύπρος θα πάψει να είναι ένας αδύναμος κρίκος και θα γίνει κόμβος μιας νέας ευρωπαϊκής και ανατολικομεσογειακής στρατηγικής. Αν συμβεί αυτό, τότε αλλάζει όλη η ισορροπία. Το Κυπριακό παύει να είναι μόνο διαπραγμάτευση για λύση και γίνεται μέρος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Εδώ μπαίνει και το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Το ΝΑΤΟ έχει το άρθρο 5, όμως το ΝΑΤΟ έχει ένα βασικό πρόβλημα: η Τουρκία είναι μέλος του. Δεν μπορεί εύκολα το ΝΑΤΟ να αντιμετωπίσει απειλή που προέρχεται από το εσωτερικό του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντίθετα, έχει απέναντί της την Τουρκία ως εξωτερικό δρώντα, ενώ η Κύπρος και η Ελλάδα είναι μέλη της. Αυτό είναι κρίσιμο. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα μπορέσει να μετατρέψει το νομικό κείμενο σε πραγματική ισχύ.
Παράλληλα, το άλλο μεγάλο μέτωπο είναι το Ιράν. Εκεί βλέπουμε μια στρατηγική φθοράς. Ο Τραμπ φαίνεται να προκρίνει τον παρατεταμένο ναυτικό αποκλεισμό, διότι θεωρεί ότι πιέζει περισσότερο το ιρανικό καθεστώς από τις βόμβες. Η λογική είναι απλή: οικονομική ασφυξία, κοινωνική πίεση, εσωτερικές διαιρέσεις, φθορά του καθεστώτος εκ των έσω. Οι Ιρανοί το καταλαβαίνουν και γι’ αυτό μιλούν για ενότητα. Όταν ένα καθεστώς φωνάζει συνεχώς στον λαό του «ενότητα», σημαίνει ότι φοβάται τη διάσπαση.
Στο τραπέζι υπάρχουν τρία σενάρια: παράταση του ναυτικού αποκλεισμού, ισχυρά πλήγματα από ΗΠΑ και Ισραήλ σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν ή επιχειρήσεις ελέγχου νησιών ώστε να διασφαλιστεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Το πρώτο σενάριο φαίνεται να κερδίζει έδαφος. Όμως έχει κόστος. Το πετρέλαιο ανεβαίνει, οι αγορές ανησυχούν, η αβεβαιότητα μεγαλώνει και ο ίδιος ο Τραμπ θα έχει εσωτερικό πολιτικό κόστος.
Την ίδια ώρα, η Ρωσία επιχειρεί να παίξει ρόλο. Ο Πούτιν προειδοποιεί για τις συνέπειες νέας στρατιωτικής δράσης κατά του Ιράν, ενώ προσφέρεται να βοηθήσει στο ζήτημα του εμπλουτισμένου ουρανίου. Η ιδέα να μεταφερθεί εμπλουτισμένο ουράνιο από το Ιράν στη Ρωσία φαίνεται ότι υπάρχει στο τραπέζι. Όμως ο Τραμπ απαντά στον Πούτιν με τον δικό του τρόπο: πρώτα τελείωσε τον δικό σου πόλεμο στην Ουκρανία και μετά βοήθησέ με στο Ιράν.
Όλα αυτά συνδέονται με τη συζήτηση για τη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γερμανία. Οι ΗΠΑ εξετάζουν τον περιορισμό στρατευμάτων, και αυτό δεν είναι μόνο στρατιωτικό θέμα. Είναι και οικονομικό. Πενήντα χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες σημαίνουν δεκάδες δισεκατομμύρια για τη γερμανική οικονομία. Αν φύγουν, δεν αλλάζει μόνο η ασφάλεια. Αλλάζει και η οικονομική ισορροπία.
Η δήλωση Τραμπ δεν έγινε τυχαία. Ήρθε μετά τις δηλώσεις Μερτς ότι οι ΗΠΑ ταπεινώνονται από την Τεχεράνη. Βαριές κουβέντες. Και οι βαριές κουβέντες έχουν αντίτιμο.
Τέλος, έχουμε και το περιστατικό με τον στολίσκο προς τη Γάζα, όπου σύμφωνα με τουρκικές πηγές ισραηλινά πολεμικά περικύκλωσαν σκάφη 54 μίλια δυτικά της Κύπρου και κατέλαβαν επτά από αυτά, στα οποία επέβαιναν και 31 Τούρκοι. Αυτό δείχνει για ακόμη μία φορά ότι η Κύπρος βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων. Όχι θεωρητικά. Πρακτικά. Επιχειρησιακά.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν έχουν την πολυτέλεια να σκέφτονται με όρους παλιάς εποχής. Η Ευρώπη αλλάζει, οι ΗΠΑ αναδιπλώνονται, η Τουρκία πιέζει, το Ιράν φλέγεται, το Ισραήλ κινείται επιχειρησιακά, η Γαλλία αναζητά ρόλο και η Κύπρος μετατρέπεται σε στρατηγικό κόμβο.
Σε τέτοιες εποχές δεν αρκεί η διαχείριση. Χρειάζεται στρατηγική σκέψη, διπλωματική εγρήγορση, αποτρεπτική ισχύς και καθαρή αντίληψη του εθνικού συμφέροντος. Διότι όταν οι άλλοι γράφουν τον χάρτη, είτε είσαι στο τραπέζι είτε είσαι πάνω στο τραπέζι. Και η Ελλάδα με την Κύπρο πρέπει να είναι στο τραπέζι. Με σχέδιο, με φωνή και με ισχύ.