breaking newsΕλλάδα

Η θαλάσσια στρατηγική της Ελλάδας: Διεθνές Δίκαιο, εθνικό συμφέρον και στρατηγική ισχύς

Γράφει ο Νικόλαος Λ. Μωραΐτης* Ph.D.

Περίληψη

Η θαλάσσια στρατηγική της Ελλάδας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί ένα σύνθετο πεδίο στο οποίο αλληλεπιδρούν το Διεθνές Δίκαιο, τα εθνικά συμφέροντα, η γεωπολιτική, η διπλωματία και η στρατηγική ισχύς. Η αντιμετώπιση του ζητήματος αποκλειστικά ως νομικής διαφοράς ή, αντιστρόφως, ως προβλήματος ισορροπίας ισχύος δεν επαρκεί για την κατανόηση της συμπεριφοράς ενός κράτους σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Η ελληνική θαλάσσια πολιτική απαιτεί ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο, στο οποίο το Διεθνές Δίκαιο λειτουργεί ως βάση νομιμοποίησης και προσδιορισμού δικαιωμάτων, το εθνικό συμφέρον καθορίζει τις προτεραιότητες, η εθνική ισχύς παρέχει τις δυνατότητες δράσης και η διπλωματία μετατρέπει αυτές τις δυνατότητες σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας παρέχει το βασικό κανονιστικό πλαίσιο για την αιγιαλίτιδα ζώνη, την αποκλειστική οικονομική ζώνη και την υφαλοκρηπίδα, ενώ αναγνωρίζει στα νησιά, με την εξαίρεση του άρθρου 121 παράγραφος 3, τα ίδια κατ’ αρχήν θαλάσσια δικαιώματα με άλλες χερσαίες περιοχές.

Παράλληλα, η διεθνής νομολογία έχει αναπτύξει συγκεκριμένη μεθοδολογία για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, με αφετηρία την προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης, εξέταση των σχετικών περιστάσεων και τελικό έλεγχο της αναλογικότητας του αποτελέσματος.

Το κεντρικό επιχείρημα του παρόντος άρθρου είναι ότι η ελληνική θαλάσσια στρατηγική πρέπει να μεταβεί από μια κυρίως αντιδραστική διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε μια συνεκτική εθνική στρατηγική μακράς διάρκειας. Η στρατηγική αυτή δεν πρέπει να επιδιώκει ούτε τη διαρκή κλιμάκωση ούτε μια συμφωνία με οποιοδήποτε τίμημα. Πρέπει να επιδιώκει τη συστηματική κατοχύρωση και άσκηση των δικαιωμάτων της χώρας, την προστασία των ζωτικών και στρατηγικών συμφερόντων της και τη δημιουργία συνθηκών στις οποίες η διπλωματική επίλυση των διαφορών καθίσταται περισσότερο πιθανή και λιγότερο ευάλωτη σε πιέσεις.

Λέξεις-κλειδιά: Διεθνείς Σχέσεις, Δίκαιο της Θάλασσας, UNCLOS, Ελλάδα, Τουρκία, Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος, ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα, θαλάσσια οριοθέτηση, εθνικό συμφέρον, εθνική ισχύς, αποτροπή, διπλωματία.

Εισαγωγή: από τη διαχείριση της διαφοράς στη διαμόρφωση στρατηγικής

Η ελληνική θαλάσσια πολιτική βρίσκεται στο σημείο συνάντησης τριών διαστάσεων της διεθνούς πολιτικής: του κανονιστικού πλαισίου του διεθνούς δικαίου, της πολιτικής αλληλεπίδρασης μεταξύ κρατών και της κατανομής ισχύος στο διεθνές σύστημα. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη διότι ένα κράτος δεν λειτουργεί μόνο μέσα σε ένα νομικό περιβάλλον. Λειτουργεί ταυτόχρονα σε ένα περιβάλλον ανταγωνισμού, αβεβαιότητας και στρατηγικών υπολογισμών, όπου η νομική θέση, η πολιτική βούληση και η διαθέσιμη ισχύς αλληλεπιδρούν.

Από την άποψη των Διεθνών Σχέσεων, το πρόβλημα της ελληνικής θαλάσσιας πολιτικής δεν είναι επομένως απλώς να προσδιοριστεί ποιο είναι το νομικά ορθό. Απαιτείται επιπλέον να προσδιοριστεί ποιο είναι το εθνικό συμφέρον, ποιοι στόχοι πρέπει να θεωρούνται στρατηγικά κρίσιμοι, ποια μέσα είναι διαθέσιμα και ποιος συνδυασμός διπλωματίας, οικονομικής ισχύος, θεσμικής δράσης και αποτροπής μπορεί να οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η προσέγγιση αυτή επιβάλλει μια σημαντική διαφοροποίηση από την αντίληψη σύμφωνα με την οποία το σύνολο των ελληνοτουρκικών διαφορών αποτελεί ένα ενιαίο πολιτικό ζήτημα. Η έννοια της «διαφοράς» πρέπει να αναλύεται σε επιμέρους κατηγορίες, διότι διαφορετικά ζητήματα υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες και απαιτούν διαφορετικά εργαλεία πολιτικής. Η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τα ζητήματα κυριαρχίας και οι ευρύτερες γεωπολιτικές διεκδικήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως νομικά ταυτόσημες κατηγορίες.

Η βασική αρχή μιας εθνικής στρατηγικής είναι συνεπώς ότι προηγείται ο προσδιορισμός του δικαιώματος και του εθνικού συμφέροντος και ακολουθεί η επιλογή του κατάλληλου μέσου. Το κράτος δεν πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα ποια συμφωνία είναι πολιτικά εφικτή και στη συνέχεια να αναζητά τη νομική και στρατηγική της δικαιολόγηση. Πρέπει πρώτα να προσδιορίζει τον επιδιωκόμενο σκοπό και κατόπιν να επιλέγει τα μέσα που μπορούν να τον υπηρετήσουν.

Το Διεθνές Δίκαιο ως θεμέλιο, όχι ως υποκατάστατο στρατηγικής

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας παρέχει ένα από τα πλέον αναπτυγμένα κανονιστικά πλαίσια του σύγχρονου διεθνούς δικαίου. Για την ελληνική στρατηγική ιδιαίτερη σημασία έχουν οι διατάξεις που αφορούν την αιγιαλίτιδα ζώνη, την ΑΟΖ, την υφαλοκρηπίδα, την οριοθέτηση μεταξύ κρατών και το καθεστώς των νησιών.

Το άρθρο 3 της UNCLOS αναγνωρίζει στο παράκτιο κράτος το δικαίωμα να καθορίσει το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης του μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια. Η αιγιαλίτιδα ζώνη αποτελεί χώρο στον οποίο η κυριαρχία του παράκτιου κράτους εκτείνεται υπό τους περιορισμούς που προβλέπει η Σύμβαση και το γενικό διεθνές δίκαιο.

Η ΑΟΖ αποτελεί διαφορετικό νομικό καθεστώς. Σύμφωνα με τα άρθρα 55 έως 57, το παράκτιο κράτος διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση, εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση φυσικών πόρων, καθώς και συγκεκριμένες δικαιοδοσίες, ενώ η ζώνη μπορεί να εκτείνεται έως τα 200 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης. Παράλληλα, τα άλλα κράτη διατηρούν συγκεκριμένες ελευθερίες, ιδίως τη ναυσιπλοΐα και την υπέρπτηση.

Η υφαλοκρηπίδα αποτελεί διαφορετικό νομικό καθεστώς. Το άρθρο 76 συνδέει την υφαλοκρηπίδα με τον βυθό και το υπέδαφος της θαλάσσιας περιοχής που αποτελεί φυσική προέκταση του χερσαίου εδάφους έως το εξωτερικό όριο του υφαλοπλαισίου ή, όπου αυτό δεν φθάνει τα 200 ναυτικά μίλια, έως τα 200 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης. Τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας αφορούν την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και, σε αντίθεση με την ΑΟΖ, δεν εξαρτώνται από προηγούμενη ρητή ανακήρυξη.

Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης για μια στρατηγική ανάλυση. Η αιγιαλίτιδα ζώνη συνδέεται με την άσκηση κυριαρχίας, ενώ η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα αφορούν κυριαρχικά δικαιώματα και ειδικές δικαιοδοσίες. Επομένως, η συζήτηση περί «θαλάσσιων δικαιωμάτων» δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενιαίο νομικό ζήτημα. Η φύση του δικαιώματος καθορίζει και τη φύση της πολιτικής που μπορεί να ακολουθήσει το κράτος.

Το Διεθνές Δίκαιο, συνεπώς, αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη εθνικής στρατηγικής. Προσδιορίζει το πεδίο μέσα στο οποίο ένα κράτος μπορεί να κινηθεί, αλλά δεν αποφασίζει από μόνο του ποια δικαιώματα θα ασκηθούν, σε ποιον χρόνο, με ποια προτεραιότητα και με ποιο πολιτικό κόστος.

Τα νησιά και η διάκριση μεταξύ τίτλου και οριοθέτησης

Το καθεστώς των νησιών αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ελληνικής θαλάσσιας στρατηγικής. Το άρθρο 121 της UNCLOS προβλέπει ότι τα νησιά διαθέτουν αιγιαλίτιδα ζώνη, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες της Σύμβασης, με την ειδική εξαίρεση των βράχων που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη κατοίκηση ή οικονομική ζωή δική τους, οι οποίοι δεν διαθέτουν ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα.

Η διάταξη αυτή, ωστόσο, δεν πρέπει να οδηγεί σε υπεραπλούστευση της διαδικασίας οριοθέτησης. Άλλο είναι το ερώτημα εάν ένα νησί παράγει κατ’ αρχήν θαλάσσιες ζώνες και άλλο το ερώτημα ποια επίδραση θα έχει το συγκεκριμένο νησί στην τελική οριοθέτηση απέναντι στις ακτές άλλου κράτους.

Η διεθνής νομολογία έχει καταστήσει σαφές ότι η ύπαρξη entitlement δεν σημαίνει ότι κάθε γεωγραφικό χαρακτηριστικό θα απολαμβάνει υποχρεωτικά πλήρη επίδραση στη γραμμή οριοθέτησης. Η οριοθέτηση αποτελεί αυτοτελή διαδικασία, στην οποία η γεωγραφία της περιοχής, η σχέση των ακτών, η παρουσία νησιών και άλλες σχετικές περιστάσεις μπορούν να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική επιχειρηματολογία πρέπει να διατηρεί δύο διακριτές θέσεις. Πρώτον, να υποστηρίζει με ακρίβεια την ύπαρξη των δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Δεύτερον, να αναγνωρίζει ότι η οριοθέτηση μεταξύ αντικείμενων ή παρακείμενων ακτών αποτελεί διαφορετικό νομικό στάδιο.

Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι αποτρέπει δύο αντίθετα σφάλματα. Το πρώτο είναι η αντίληψη ότι η ύπαρξη δικαιώματος οδηγεί αυτομάτως σε συγκεκριμένη τελική γραμμή. Το δεύτερο είναι η προκαταβολική αποδοχή ότι ένα νησί πρέπει οπωσδήποτε να έχει μειωμένη επίδραση. Η ορθή στρατηγική είναι να εξετάζεται κάθε περίπτωση βάσει των κανόνων και της νομολογίας.

Η σύγχρονη μεθοδολογία της θαλάσσιας οριοθέτησης

Τα άρθρα 74 και 83 της UNCLOS προβλέπουν ότι η οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές πραγματοποιείται με συμφωνία βάσει του διεθνούς δικαίου, με σκοπό την επίτευξη δίκαιης λύσης. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, προβλέπεται προσφυγή στις διαδικασίες επίλυσης διαφορών του Μέρους XV.

Η σύγχρονη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου έχει αναπτύξει μια μεθοδολογία που είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση της ελληνικής θέσης. Στην υπόθεση Maritime Delimitation in the Black Sea (Romania v. Ukraine) το Δικαστήριο διατύπωσε την προσέγγιση τριών σταδίων: πρώτα κατασκευάζεται προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης, στη συνέχεια εξετάζονται οι σχετικές περιστάσεις που ενδέχεται να δικαιολογούν προσαρμογή και, τέλος, ελέγχεται εάν το αποτέλεσμα παρουσιάζει σημαντική δυσαναλογία σε σχέση με τα μήκη των σχετικών ακτών και την κατανομή των θαλάσσιων περιοχών.

Η προσέγγιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία διότι αποτρέπει δύο λανθασμένες αντιλήψεις. Η πρώτη είναι ότι η μέση γραμμή αποτελεί έναν απόλυτο και μηχανικό κανόνα ο οποίος οδηγεί αυτομάτως στην τελική οριοθέτηση. Η δεύτερη είναι ότι η αναφορά σε «δίκαιη λύση» επιτρέπει απεριόριστη και κατά βούληση ανακατανομή θαλάσσιου χώρου. Η νομολογία κινείται ανάμεσα στα δύο.

Η προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης αποτελεί σημείο εκκίνησης όταν είναι εφικτή και κατάλληλη, όχι κατ’ ανάγκην το τελικό αποτέλεσμα. Οι σχετικές περιστάσεις αξιολογούνται στη συνέχεια με βάση τη συγκεκριμένη γεωγραφία και τα χαρακτηριστικά της υπόθεσης. Τέλος, ο έλεγχος δυσαναλογίας λειτουργεί ως έλεγχος του αποτελέσματος και όχι ως αυτοτελής μέθοδος κατανομής θαλάσσιου χώρου.

Η νομολογία Somalia v. Kenya επιβεβαίωσε μεταγενέστερα τη χρήση της ίδιας τριμερούς μεθοδολογίας για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης επιχειρήματα που αφορούσαν την ασφάλεια, την οικονομική δραστηριότητα και άλλους παράγοντες και δεν δέχθηκε ότι κάθε τέτοιο στοιχείο αποτελεί αυτομάτως σχετική περίσταση που δικαιολογεί μεταβολή της προσωρινής γραμμής.

Για την Ελλάδα η συνέπεια είναι σημαντική. Η στρατηγική επιχειρηματολογία πρέπει να στηρίζεται στη γεωγραφία, στο διεθνές δίκαιο και στη νομολογία και όχι σε απόλυτες διατυπώσεις. Η ισχυρότερη νομική θέση δεν είναι κατ’ ανάγκην αυτή που χρησιμοποιεί την πιο απόλυτη γλώσσα, αλλά αυτή που μπορεί να υποστηριχθεί με συνέπεια μέσα στο σύστημα κανόνων που εφαρμόζει ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

Από το νομικό δικαίωμα στο εθνικό συμφέρον

Η μετάβαση από το Διεθνές Δίκαιο στη θεωρία των Διεθνών Σχέσεων απαιτεί ένα κρίσιμο ενδιάμεσο στάδιο: τον προσδιορισμό του εθνικού συμφέροντος. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει περισσότερα νομικά δικαιώματα ή περισσότερες στρατηγικές επιλογές από όσες είναι σε θέση ή επιθυμεί να ασκήσει ταυτόχρονα.

Το εθνικό συμφέρον λειτουργεί επομένως ως μηχανισμός ιεράρχησης. Η Ελλάδα οφείλει να καθορίζει ποια θαλάσσια δικαιώματα θεωρεί ζωτικής σημασίας, ποια είναι στρατηγικής σημασίας και ποια μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης σε δεύτερο χρόνο. Η ιεράρχηση αυτή δεν αποτελεί εγκατάλειψη δικαιωμάτων. Αντίθετα, αποτελεί προϋπόθεση αποτελεσματικής στρατηγικής, διότι τα κράτη δεν διαθέτουν απεριόριστους πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους.

Από την άποψη αυτή, η εθνική στρατηγική δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη μέγιστη δυνατή διεκδίκηση σε κάθε χρονική στιγμή. Η στρατηγική αφορά τη σύνδεση σκοπών και μέσων. Εάν κάθε διαθέσιμο δικαίωμα αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως άμεση πολιτική προτεραιότητα, το κράτος κινδυνεύει να δημιουργήσει περισσότερα μέτωπα από όσα μπορεί να διαχειριστεί.

Η αποτελεσματική στρατηγική συνεπώς απαιτεί επιλογή. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «τι δικαιούται η Ελλάδα;», αλλά και «ποια από τα δικαιώματα αυτά είναι στρατηγικά κρίσιμα, ποιο κόστος συνεπάγεται η άσκησή τους και ποιος είναι ο κατάλληλος χρόνος και τρόπος για την άσκησή τους;»

Η στρατηγική ακολουθία

Η ελληνική εθνική στρατηγική θα πρέπει να ακολουθεί μια σαφή αλληλουχία μεταξύ δικαίου, εθνικού συμφέροντος, ισχύος και διπλωματίας. Αφετηρία της πρέπει να είναι το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο προσδιορίζει το πλαίσιο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της χώρας. Ωστόσο, το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί από μόνο του εθνική στρατηγική. Το επόμενο βήμα είναι ο προσδιορισμός των εθνικών συμφερόντων, δηλαδή ο καθορισμός των δικαιωμάτων και των δυνατοτήτων που η Ελλάδα θεωρεί ζωτικής ή στρατηγικής σημασίας και επιδιώκει να προστατεύσει και να ασκήσει.

Με βάση αυτή την ιεράρχηση διαμορφώνεται η εθνική στρατηγική. Η στρατηγική δεν πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων από τα διαθέσιμα διπλωματικά εργαλεία. Αντιστρόφως, πρώτα πρέπει να προσδιορίζεται ο επιδιωκόμενος εθνικός σκοπός και στη συνέχεια να επιλέγονται τα κατάλληλα μέσα για την επίτευξή του. Σε αυτό το επίπεδο εντάσσονται η θεσμική κατοχύρωση των δικαιωμάτων, η χάραξη θαλάσσιων ζωνών, η οικονομική και ενεργειακή πολιτική, η διπλωματική κινητοποίηση και η αμυντική προετοιμασία.

Η αποτελεσματικότητα της στρατηγικής προϋποθέτει εθνική ισχύ. Η ισχύς δεν περιορίζεται στη στρατιωτική διάσταση. Περιλαμβάνει την οικονομική ανθεκτικότητα, την τεχνολογική επάρκεια, τη θεσμική αποτελεσματικότητα, την παραγωγική βάση, τη διπλωματική επιρροή και την αξιόπιστη αμυντική ικανότητα. Η ισχύς λειτουργεί ως ο παράγοντας που μετατρέπει μια νομική θέση και μια πολιτική βούληση σε αξιόπιστη κρατική συμπεριφορά.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η αποτροπή. Σκοπός της αποτροπής δεν είναι η σύγκρουση αλλά η αποφυγή της, μέσω της δημιουργίας αξιόπιστου κόστους για οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τετελεσμένων. Η αποτροπή αποκτά επομένως στρατηγική αξία όταν επιτρέπει στο κράτος να επιδιώκει διπλωματική λύση χωρίς να δημιουργείται η αντίληψη ότι η αποφυγή της σύγκρουσης συνεπάγεται αδυναμία προστασίας των συμφερόντων του.

Τέλος, η διπλωματία και οι συμμαχίες αποτελούν τα εργαλεία μέσω των οποίων η Ελλάδα μετατρέπει τη νομική της θέση και την εθνική της ισχύ σε πολιτικό αποτέλεσμα. Η διαπραγμάτευση, οι διμερείς συμφωνίες, η ευρωπαϊκή πολιτική, οι περιφερειακές συνεργασίες και, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, η διεθνής δικαιοδοσία δεν πρέπει να αποτελούν αυτοσκοπό. Πρέπει να αξιολογούνται με βάση το κατά πόσον εξυπηρετούν τον ήδη προσδιορισμένο εθνικό στόχο.

Η λογική, επομένως, δεν είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στο Διεθνές Δίκαιο και την ισχύ. Η εθνική στρατηγική οφείλει να συνδέσει τα δύο. Το Διεθνές Δίκαιο παρέχει τη νομική βάση, το εθνικό συμφέρον καθορίζει τον σκοπό, η εθνική ισχύς δημιουργεί την ικανότητα και η διπλωματία αξιοποιεί την ικανότητα αυτή για την επίτευξη πολιτικού αποτελέσματος.

Η θεσμική και χαρτογραφική διάσταση της ισχύος

Η στρατηγική ισχύς δεν είναι μόνο ζήτημα στρατιωτικών δυνατοτήτων. Ένα κράτος αποκτά ισχύ και μέσω της θεσμικής του ικανότητας να παράγει, να τεκμηριώνει και να υποστηρίζει με συνέπεια τις θέσεις του.

Στο πεδίο της θάλασσας αυτό προϋποθέτει ένα μόνιμο σύστημα χαρτογραφικής, γεωγραφικής και νομικής τεκμηρίωσης. Η Ελλάδα χρειάζεται συνεκτική καταγραφή των γραμμών βάσης, των συντεταγμένων, των θαλάσσιων ζωνών, των συμφωνιών οριοθέτησης και των σχετικών γεωγραφικών δεδομένων. Η UNCLOS προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δημοσιοποίηση χαρτών ή καταλόγων γεωγραφικών συντεταγμένων και την κατάθεσή τους στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για συγκεκριμένες κατηγορίες ορίων και οριοθετήσεων.

Η χαρτογραφική υποδομή επομένως δεν αποτελεί απλή διοικητική διαδικασία. Αποτελεί στοιχείο κρατικής ισχύος. Παρέχει συνέχεια μεταξύ κυβερνήσεων, επιτρέπει τη συνεπή παρουσίαση των θέσεων της χώρας και δημιουργεί τεχνική βάση για οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση ή δικαστική διαδικασία.

Η θεσμική συνέχεια είναι εξίσου σημαντική. Μια στρατηγική που μεταβάλλεται δραστικά ανάλογα με τον εκλογικό κύκλο δυσκολεύεται να δημιουργήσει αξιοπιστία. Αντίθετα, η σταθερότητα των βασικών θέσεων, σε συνδυασμό με την ευελιξία ως προς τα μέσα και τον χρόνο εφαρμογής τους, μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση ενός κράτους.

Η αιγιαλίτιδα ζώνη ως ζήτημα στρατηγικής επιλογής

Η δυνατότητα καθορισμού αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 3 της UNCLOS. Ωστόσο, η στρατηγική σημασία της άσκησης του δικαιώματος δεν εξαντλείται στη νομική του ύπαρξη.

Το κράτος πρέπει να διακρίνει το νομικό από το πολιτικό και το στρατηγικό επίπεδο. Σε νομικό επίπεδο υπάρχει το δικαίωμα. Σε πολιτικό επίπεδο υπάρχει η απόφαση για το πότε και πώς θα ασκηθεί. Σε στρατηγικό επίπεδο εξετάζεται πώς η συγκεκριμένη επιλογή επηρεάζει τη συνολική ισορροπία, τη διπλωματία, την ασφάλεια και τη δυνατότητα αποτροπής.

Η ελληνική πρακτική έχει ήδη δείξει ότι η άσκηση θαλάσσιων δικαιωμάτων μπορεί να πραγματοποιείται σταδιακά και γεωγραφικά διαφοροποιημένα. Η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα δυτικά της χώρας αποτελεί παράδειγμα πολιτικής επιλογής που συνδέει την άσκηση δικαιώματος με συγκεκριμένο γεωγραφικό και στρατηγικό περιβάλλον.

Η σταδιακή άσκηση δικαιωμάτων δεν πρέπει όμως να συγχέεται με την αδράνεια. Στρατηγική σταδιακότητα σημαίνει ότι ο χρόνος και ο τρόπος εφαρμογής εντάσσονται σε συνολικό σχέδιο. Αδράνεια σημαίνει ότι δεν υπάρχει σαφής τελικός σκοπός.

Η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα ως στοιχεία εθνικής ισχύος

Η ΑΟΖ δεν αποτελεί απλώς ενεργειακό εργαλείο. Το καθεστώς της συνδέεται με φυσικούς πόρους, αλιεία, θαλάσσια έρευνα, προστασία του περιβάλλοντος και οικονομικές δραστηριότητες, ενώ ταυτόχρονα συνυπάρχει με δικαιώματα και ελευθερίες άλλων κρατών.

Η οικονομική αξιοποίηση του θαλάσσιου χώρου μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής στρατηγικής ισχύος. Η ανάπτυξη λιμένων, ναυτιλιακών υποδομών, υποθαλάσσιων δικτύων, ενεργειακών υποδομών, υπεράκτιας ενέργειας και θαλάσσιας έρευνας δημιουργεί πραγματικά οικονομικά συμφέροντα και αυξάνει τη γεωπολιτική σημασία του θαλάσσιου χώρου.

Η Ελλάδα διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρή σχέση με τη θάλασσα λόγω της ναυτιλίας, της γεωγραφίας και της οικονομικής της δραστηριότητας. Η θαλάσσια στρατηγική συνεπώς δεν πρέπει να περιορίζεται στη στρατιωτική προστασία συνόρων. Πρέπει να εντάσσει τη θάλασσα στη συνολική στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης και εθνικής ισχύος.

Η υφαλοκρηπίδα έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία διότι τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους επί αυτής αφορούν τον βυθό και το υπέδαφος και δεν εξαρτώνται από προηγούμενη κατοχή ή ρητή ανακήρυξη. Η διάσταση αυτή καθιστά την οριοθέτηση ιδιαίτερα σημαντική σε περιοχές όπου υπάρχουν επικαλυπτόμενες αξιώσεις.

Η Τουρκία και η στρατηγική διαχείριση της αντιπαράθεσης

Η Τουρκία αποτελεί την πλέον σύνθετη παράμετρο της ελληνικής θαλάσσιας στρατηγικής, όχι μόνο εξαιτίας των επιμέρους νομικών διαφορών αλλά και λόγω της ευρύτερης στρατηγικής σχέσης των δύο κρατών.

Από την οπτική των Διεθνών Σχέσεων, η ελληνοτουρκική σχέση μπορεί να αναλυθεί ως ένα περιβάλλον παρατεταμένου ανταγωνισμού μέσα στο οποίο η νομική επιχειρηματολογία, η διπλωματία και η στρατιωτική ισχύς συνυπάρχουν. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ελλάδα πρέπει να αποφεύγει τόσο την αντίληψη ότι όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν με νομικά επιχειρήματα όσο και την αντίληψη ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να υποκαταστήσει το Διεθνές Δίκαιο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο σαφής καθορισμός του αντικειμένου κάθε διαπραγμάτευσης. Η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών είναι διαφορετική από ζητήματα κυριαρχίας και διαφορετική από ευρύτερες πολιτικές ή στρατηγικές διεκδικήσεις. Η διατήρηση αυτής της διάκρισης ενισχύει τη διαπραγματευτική σαφήνεια και μειώνει τον κίνδυνο δημιουργίας μιας απεριόριστης ατζέντας στην οποία κάθε ζήτημα συνδέεται με κάθε άλλο.

Η στρατηγική διαχείριση της Τουρκίας συνεπώς δεν πρέπει να βασίζεται στην επιδίωξη μόνιμης έντασης. Πρέπει να βασίζεται στη δημιουργία συνθηκών υπό τις οποίες η τουρκική επιλογή μεταξύ συνεργασίας και αντιπαράθεσης επηρεάζεται από το κόστος και τα οφέλη κάθε κατεύθυνσης.

Διεθνής δικαιοδοσία και στρατηγική αξιοπιστία

Η διεθνής δικαιοδοσία δεν πρέπει να θεωρείται αποτυχία της διπλωματίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποτελεί την τελική φάση μιας επιτυχημένης διπλωματικής στρατηγικής, εφόσον τα κράτη έχουν συμφωνήσει στο αντικείμενο και στη βάση της δικαιοδοσίας.

Τα άρθρα 74 και 83 της UNCLOS συνδέουν την οριοθέτηση με συμφωνία βάσει του διεθνούς δικαίου και προβλέπουν, σε περίπτωση αδυναμίας συμφωνίας μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, προσφυγή στις προβλεπόμενες διαδικασίες επίλυσης διαφορών.

Η στρατηγική αξία της διεθνούς δικαιοδοσίας έγκειται συνεπώς όχι μόνο στην πιθανότητα μιας ευνοϊκής απόφασης, αλλά και στη δυνατότητα δημιουργίας ενός σαφούς πλαισίου διαπραγμάτευσης. Ένα κράτος που είναι πραγματικά προετοιμασμένο για δικαστική διαδικασία μπορεί να διαπραγματεύεται διαφορετικά από ένα κράτος που διαθέτει μόνο πολιτικά επιχειρήματα.

Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι η νομική προετοιμασία πρέπει να είναι συνεχής, ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει άμεση προοπτική προσφυγής. Η προετοιμασία δεν αποτελεί δέσμευση για προσφυγή. Αποτελεί στοιχείο στρατηγικής αξιοπιστίας.

Η αποτροπή ως εργαλείο ειρηνικής στρατηγικής

Η σχέση μεταξύ ισχύος και δικαίου αποτελεί κεντρικό ζήτημα της θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων. Το διεθνές δίκαιο παρέχει κανόνες, αλλά η αποτελεσματικότητα μιας κρατικής πολιτικής εξαρτάται και από την ικανότητα του κράτους να υποστηρίζει τις επιλογές του.

Η αποτροπή πρέπει να κατανοείται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Δεν αποτελεί στρατηγική σύγκρουσης. Αποτελεί στρατηγική αποφυγής σύγκρουσης μέσω της διαμόρφωσης αξιόπιστων συνεπειών για την παραβίαση μιας κόκκινης γραμμής ή για την προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων.

Η αξιόπιστη αποτροπή δεν απαιτεί διαρκή απειλή χρήσης βίας. Απαιτεί ικανότητα, πολιτική βούληση, επικοινωνιακή σαφήνεια και συνέπεια. Εάν ένας αντίπαλος θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει την ικανότητα ή τη βούληση να προστατεύσει τα συμφέροντά της, η νομική επιχειρηματολογία αποκτά μικρότερη αποτρεπτική αξία. Αντιστρόφως, μια ισχυρή στρατιωτική θέση χωρίς νομική νομιμοποίηση μπορεί να αυξήσει το διεθνές πολιτικό κόστος της ελληνικής πολιτικής.

Η στρατηγικά ορθή σύνθεση είναι συνεπώς αυτή στην οποία το Διεθνές Δίκαιο και η ισχύς λειτουργούν συμπληρωματικά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η περιφερειακή διάσταση

Η ελληνική θαλάσσια στρατηγική δεν πρέπει να περιορίζεται στο διμερές ελληνοτουρκικό πλαίσιο. Η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μπορεί να αξιοποιεί την ευρωπαϊκή διάσταση ως πολλαπλασιαστή πολιτικής και οικονομικής ισχύος.

Η ευρωπαϊκή διάσταση δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να μεταφέρει το σύνολο της θαλάσσιας πολιτικής της σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σημαίνει ότι μπορεί να συνδέει τα εθνικά συμφέροντα με ευρύτερα ευρωπαϊκά συμφέροντα σε τομείς όπως η ενεργειακή ασφάλεια, η προστασία κρίσιμων υποδομών, η θαλάσσια ασφάλεια, οι μεταφορές και η περιβαλλοντική πολιτική.

Παράλληλα, η περιφερειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να δημιουργήσει ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων. Οι σχέσεις με γειτονικά κράτη δεν πρέπει να συγκροτούνται αποκλειστικά ως συμμαχίες εναντίον κάποιου τρίτου κράτους. Μια πιο ανθεκτική στρατηγική είναι η δημιουργία θετικών συμφερόντων συνεργασίας, ώστε η σταθερότητα της περιοχής να αποκτά οικονομική και πολιτική αξία για περισσότερους δρώντες.

Οι συμφωνίες οριοθέτησης που έχει συνάψει η Ελλάδα με την Ιταλία και την Αίγυπτο αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της σημασίας της διμερούς συμφωνίας ως εργαλείου διαχείρισης θαλάσσιων ζητημάτων. Η σημασία τους δεν περιορίζεται στο συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε συμφωνίας. Αποτελούν επίσης στοιχεία κρατικής πρακτικής και δείχνουν ότι η Ελλάδα μπορεί να χρησιμοποιεί τη συμφωνία ως μέσο ειρηνικής οριοθέτησης.

Η οικονομική διάσταση της θαλάσσιας ισχύος

Η θαλάσσια ισχύς δεν μπορεί να περιοριστεί στη στρατιωτική ικανότητα. Η οικονομική διάσταση είναι εξίσου σημαντική, διότι δημιουργεί πραγματικά συμφέροντα και αυξάνει την ανθεκτικότητα ενός κράτους.

Η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει τη θαλάσσια ισχύ της μέσω της ναυτιλίας, των λιμένων, της αλιείας, της θαλάσσιας έρευνας, των ενεργειακών δικτύων, των υποθαλάσσιων υποδομών και της ανάπτυξης υπεράκτιων δραστηριοτήτων. Η προστασία αυτών των υποδομών δημιουργεί ταυτόχρονα ανάγκες ασφάλειας και αυξάνει τη στρατηγική σημασία του θαλάσσιου χώρου.

Η οικονομική παρουσία μπορεί επομένως να λειτουργήσει ως μορφή μακροπρόθεσμης γεωπολιτικής ισχύος. Όσο περισσότερα κράτη και οικονομικοί φορείς έχουν συμφέρον στη σταθερότητα μιας περιοχής, τόσο περισσότερο αυξάνεται το κόστος αποσταθεροποίησης.

Η Ελλάδα και η ανάγκη μακροπρόθεσμης στρατηγικής

Η βασική αδυναμία μιας αντιδραστικής εξωτερικής πολιτικής είναι ότι επιτρέπει στον αντίπαλο να καθορίζει τον χρόνο και την ατζέντα. Εάν κάθε ελληνική κίνηση αποτελεί απάντηση σε προηγούμενη τουρκική ενέργεια, τότε η ελληνική πολιτική λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο που έχει ήδη καθοριστεί από εξωτερικούς παράγοντες.

Μια εθνική στρατηγική πρέπει να επιδιώκει το αντίθετο: να δημιουργεί η ίδια το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λαμβάνονται οι επιμέρους αποφάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να επιδιώκει μονομερείς κινήσεις ανεξάρτητα από το διεθνές περιβάλλον. Σημαίνει ότι οι κινήσεις της πρέπει να αποτελούν τμήματα ενός ήδη σχεδιασμένου στρατηγικού ορίζοντα.

Η στρατηγική συνέχεια έχει ιδιαίτερη σημασία σε ζητήματα που απαιτούν δεκαετίες για να αποδώσουν. Η θεσμική χαρτογράφηση, η οικονομική αξιοποίηση της θάλασσας, η ανάπτυξη αμυντικών δυνατοτήτων, η περιφερειακή διπλωματία και η νομική προετοιμασία δεν μπορούν να ολοκληρωθούν μέσα σε έναν εκλογικό κύκλο.

Η Ελλάδα χρειάζεται επομένως μια θαλάσσια στρατηγική με ορίζοντα δεκαετιών, στην οποία οι κυβερνήσεις θα μπορούν να διαφοροποιούν τα μέσα χωρίς να αλλάζουν διαρκώς τους θεμελιώδεις σκοπούς.

Ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό πλαίσιο

Η ελληνική θαλάσσια στρατηγική μπορεί να αποδοθεί ως ένα δυναμικό πλαίσιο αλληλεπίδρασης μεταξύ Διεθνούς Δικαίου, εθνικού συμφέροντος, στρατηγικής, ισχύος και διπλωματίας.

Το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί την αφετηρία, επειδή προσδιορίζει το κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της χώρας. Το εθνικό συμφέρον λειτουργεί ως μηχανισμός ιεράρχησης και καθορίζει ποια από τα δικαιώματα και τις δυνατότητες αυτές έχουν στρατηγική προτεραιότητα. Η εθνική στρατηγική μετατρέπει την ιεράρχηση αυτή σε συγκεκριμένους μακροπρόθεσμους στόχους. Η εθνική ισχύς παρέχει τα μέσα για την υποστήριξη των στόχων. Η αποτροπή προστατεύει το στρατηγικό περιβάλλον από την επιβολή τετελεσμένων. Η διπλωματία και οι συμμαχίες μετατρέπουν την ισχύ και τη νομική θέση σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Η σχέση αυτή δεν είναι γραμμική αλλά κυκλική. Οι μεταβολές στο διεθνές περιβάλλον μπορούν να οδηγήσουν σε αναθεώρηση των εθνικών προτεραιοτήτων. Η αλλαγή της εθνικής ισχύος μπορεί να μεταβάλει τις διπλωματικές δυνατότητες. Μια νέα διεθνής συμφωνία μπορεί να αλλάξει το στρατηγικό περιβάλλον. Μια δικαστική απόφαση μπορεί να επηρεάσει τη διαπραγματευτική θέση των κρατών. Η στρατηγική, συνεπώς, είναι μια διαδικασία συνεχούς προσαρμογής και όχι ένα στατικό σχέδιο.

Η ουσία του μοντέλου είναι ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στο «δίκαιο» και την «ισχύ». Πρέπει να οργανώσει την ισχύ της με βάση το δίκαιο και να αξιοποιήσει το δίκαιο μέσα από μια στρατηγική που λαμβάνει υπόψη την ισορροπία ισχύος.

Συμπέρασμα

Η ελληνική θαλάσσια στρατηγική δεν πρέπει να είναι ούτε στρατηγική διαρκούς υποχώρησης ούτε στρατηγική διαρκούς αντιπαράθεσης. Πρέπει να είναι στρατηγική συστηματικής κατοχύρωσης, προστασίας και άσκησης δικαιωμάτων μέσα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, με ταυτόχρονη αναγνώριση των πραγματικών περιορισμών και δυνατοτήτων που δημιουργεί το διεθνές σύστημα.

Το βασικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι ότι διαθέτει ένα εκτεταμένο κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να προσδιοριστούν τα θαλάσσια δικαιώματα και οι διαδικασίες οριοθέτησης. Η UNCLOS παρέχει τους βασικούς κανόνες, ενώ η διεθνής νομολογία έχει αναπτύξει μεθοδολογίες που επιτρέπουν στα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα να αντιμετωπίζουν σύνθετες γεωγραφικές καταστάσεις.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η απουσία κανόνων. Είναι η μετατροπή των κανόνων αυτών σε συνεκτική εθνική στρατηγική.

Μια τέτοια στρατηγική πρέπει να ξεκινά από την ακριβή γνώση και θεσμική αποτύπωση των ελληνικών δικαιωμάτων. Πρέπει στη συνέχεια να συνδέει τα δικαιώματα αυτά με μια σαφή ιεράρχηση εθνικών συμφερόντων. Με βάση αυτή την ιεράρχηση πρέπει να καθορίζονται οι στρατηγικοί στόχοι και τα μέσα επίτευξής τους. Η εθνική ισχύς πρέπει να υποστηρίζει τη στρατηγική, ενώ η αποτροπή πρέπει να περιορίζει την πιθανότητα δημιουργίας τετελεσμένων. Η διπλωματία, οι περιφερειακές συνεργασίες, η ευρωπαϊκή πολιτική, οι συμφωνίες οριοθέτησης και, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, η διεθνής δικαιοδοσία πρέπει να λειτουργούν ως εργαλεία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αποφυγή δύο στρατηγικών σφαλμάτων. Το πρώτο είναι η νομικιστική αντίληψη ότι η επίκληση ενός δικαιώματος αρκεί από μόνη της για την εξασφάλιση του εθνικού συμφέροντος. Το δεύτερο είναι η αντίληψη ότι η ισχύς μπορεί να υποκαταστήσει τη νομική νομιμοποίηση. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι ανεπαρκείς.

Η ισχυρότερη στρατηγική βρίσκεται στη σύνθεση. Το Διεθνές Δίκαιο προσφέρει τη νομική βάση. Το εθνικό συμφέρον καθορίζει τον σκοπό. Η στρατηγική οργανώνει τους στόχους. Η εθνική ισχύς παρέχει τις δυνατότητες. Η αποτροπή προστατεύει το στρατηγικό περιβάλλον. Η διπλωματία μετατρέπει όλα τα παραπάνω σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Η τελική επιδίωξη δεν πρέπει να είναι η μεγιστοποίηση της έντασης ούτε η επίτευξη συμφωνίας με οποιοδήποτε τίμημα. Πρέπει να είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά της με τρόπο νομικά τεκμηριωμένο, πολιτικά βιώσιμο και στρατηγικά αξιόπιστο.

Υπό αυτή την έννοια, η εθνική στρατηγική της Ελλάδας στη θάλασσα μπορεί να συνοψιστεί όχι ως σύνθημα αλλά ως στρατηγική αρχή: νομική σαφήνεια, ιεράρχηση εθνικών συμφερόντων, θεσμική συνέχεια, ανάπτυξη εθνικής ισχύος, αξιόπιστη αποτροπή και ενεργητική διπλωματία.

Μια τέτοια στρατηγική δεν αποτελεί στρατηγική σύγκρουσης. Αποτελεί στρατηγική κρατικής ισχύος μέσα στους κανόνες του διεθνούς συστήματος.

Nikolaos L. Moraitis, Ph.D.
University of California, Berkeley
Διεθνείς Σχέσεις, Εξωτερική Πολιτική των ΗΠΑ,
Συγκριτική Πολιτική, Επανάσταση & Αντεπανάσταση,
Εξέλιξη του Παγκόσμιου Πολιτικο-Οικονομικού και
Κοινωνικού Συστήματος.

Ενδεικτικές πρωτογενείς πηγές και νομολογία

Α. Πρωτογενείς πηγές και διεθνή νομικά κείμενα

United Nations. United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS). Montego Bay, 10 December 1982. Ιδίως άρθρα 3, 5–7, 15, 55–58, 74, 76, 83 και 121, καθώς και Μέρος XV.

United Nations, Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea (DOALOS). United Nations Convention on the Law of the Sea: Official Texts and Related Agreements. United Nations.

Hellenic Republic, Ministry of Foreign Affairs. Greek-Turkish Dispute over the Delimitation of the Continental Shelf. Ministry of Foreign Affairs of the Hellenic Republic.

Hellenic Republic, Ministry of Foreign Affairs. Maritime Boundaries. Ministry of Foreign Affairs of the Hellenic Republic.

Hellenic Republic, Ministry of Foreign Affairs. Issues of Greek-Turkish Relations. Ministry of Foreign Affairs of the Hellenic Republic.

Β. Νομολογία διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων

International Court of Justice. Maritime Delimitation in the Black Sea (Romania v. Ukraine), Judgment, I.C.J. Reports 2009, p. 61.

International Court of Justice. Territorial and Maritime Dispute (Nicaragua v. Colombia), Judgment, 19 November 2012, I.C.J. Reports 2012, p. 624.

International Court of Justice. Maritime Delimitation in the Caribbean Sea and the Pacific Ocean (Costa Rica v. Nicaragua), Judgment, 2 February 2018, I.C.J. Reports 2018, p. 139.

International Court of Justice. Maritime Delimitation in the Indian Ocean (Somalia v. Kenya), Judgment, 12 October 2021.

International Tribunal for the Law of the Sea. Dispute concerning Delimitation of the Maritime Boundary between Bangladesh and Myanmar in the Bay of Bengal (Bangladesh/Myanmar), Judgment, 14 March 2012, ITLOS Reports 2012, p. 4.

International Tribunal for the Law of the Sea. Dispute concerning Delimitation of the Maritime Boundary between Ghana and Côte d’Ivoire in the Atlantic Ocean (Ghana/Côte d’Ivoire), Judgment, 23 September 2017, ITLOS Reports 2017, p. 4.

Γ. Επιστημονική βιβλιογραφία – Δίκαιο της Θάλασσας

Churchill, Robin, Vaughan Lowe and Amy Sander. The Law of the Sea. 4th ed. Manchester University Press, 2026.

Crawford, James. “Maritime Delimitation and Associated Questions.” In Brownlie’s Principles of Public International Law, 9th ed. Oxford University Press, 2019, pp. 267–279.

Titi, Catharine. The Function of Equity in International Law. Oxford University Press, 2021.

Δ. Επιστημονική βιβλιογραφία – Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική

Morgenthau, Hans J. Politics Among Nations: The Struggle for Power and Peace. New York: Alfred A. Knopf, 1948.

Schelling, Thomas C. Arms and Influence. New Haven: Yale University Press, 1966.

Waltz, Kenneth N. Theory of International Politics. Reading, MA: Addison-Wesley, 1979.

Mearsheimer, John J. The Tragedy of Great Power Politics. New York: W. W. Norton, 2001.

Nye, Joseph S. Soft Power: The Means to Success in World Politics. New York: PublicAffairs, 2004.

Back to top button