Γράφει ο Χρήστος Χαρισιάδης, Brine Consulting
Το νερό αποκτά στρατηγική και γεωπολιτική σημασία για την Ελλάδα, καθώς επηρεάζει άμεσα την επισιτιστική ασφάλεια, τον τουρισμό, την περιφερειακή ανάπτυξη, την ενέργεια, τη δημόσια υγεία, την πολιτική προστασία και τη βιωσιμότητα των νησιών.
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μία ενιαία πανεθνική έλλειψη νερού. Το βασικό πρόβλημα είναι η αυξανόμενη αναντιστοιχία μεταξύ του τόπου και του χρόνου όπου υπάρχει διαθέσιμο νερό και των περιοχών όπου συγκεντρώνεται η ζήτηση. Η Αττική, η Θεσσαλία, η Κρήτη, οι Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και τμήματα της ανατολικής Ελλάδας παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη έκθεση.
Οι βασικές πιέσεις περιλαμβάνουν:
- τη μείωση των βροχοπτώσεων και της αναπλήρωσης των υδροφορέων,
- την αύξηση της εξάτμισης,
- την υπεράντληση και υφαλμύρινση των παράκτιων υδροφορέων,
- τις απώλειες των δικτύων,
- την αναποτελεσματική άρδευση,
- τη ρύπανση από νιτρικά, φυτοφάρμακα και άλλες ουσίες,
- και την έντονη εποχική ζήτηση του τουρισμού.
Η κρίση αφορά τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα
Η διαθεσιμότητα νερού δεν πρέπει να υπολογίζεται μόνο ως φυσικός όγκος, αλλά ως όγκος που είναι κατάλληλος και οικονομικά αξιοποιήσιμος. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, το 63,8% των ελληνικών επιφανειακών υδάτων βρίσκεται σε καλή οικολογική κατάσταση και το 88,6% σε καλή χημική κατάσταση. Αυτό σημαίνει ότι περίπου το 36,2% δεν επιτυγχάνει καλή οικολογική κατάσταση και το 11,4% δεν επιτυγχάνει καλή χημική κατάσταση.
Η διάχυτη γεωργική ρύπανση, ιδιαίτερα από νιτρικά και φυτοφάρμακα, υποβαθμίζει υπόγειους υδροφορείς σε εντατικά καλλιεργούμενες περιοχές. Παράλληλα, στα νησιά και στις παράκτιες ζώνες, η υπεράντληση προκαλεί διείσδυση θαλασσινού νερού. Η υφαλμύρινση μπορεί να μετατρέψει μία προσωρινή περίοδο λειψυδρίας σε μακροχρόνια απώλεια φυσικού υδατικού κεφαλαίου.
Η χώρα διαθέτει εθνικό δίκτυο παρακολούθησης, αλλά απαιτείται καλύτερη ενοποίηση και δημοσιοποίηση των δεδομένων, καθώς και συστηματικότερη παρακολούθηση αναδυόμενων ρύπων, όπως PFAS, φαρμακευτικά κατάλοιπα και βιομηχανικές ουσίες.
Η στρατηγική σημασία της Αττικής
Η Αττική αποτελεί την πιο άμεση πρόκληση εθνικής ασφάλειας. Τα αποθέματα του συστήματος ταμιευτήρων παρέμεναν σχετικά σταθερά μέχρι το 2021, αλλά έκτοτε μειώνονται με ρυθμό περίπου 250 εκατ. m³ ετησίως.
Σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές, την ίδια περίοδο καταγράφηκαν:
- μείωση των βροχοπτώσεων κατά περίπου 25%,
- αύξηση της εξάτμισης κατά περίπου 15%,
- αύξηση της κατανάλωσης κατά περίπου 6%.
Το σχεδιαζόμενο έργο ενίσχυσης του συστήματος Ευήνου–Μόρνου μέσω της μεταφοράς νερού από τους ποταμούς Κρικελιώτη και Καρπενησιώτη, εκτιμώμενου κόστους περίπου €750 εκατ., είναι κρίσιμο για την ασφάλεια υδροδότησης της Αθήνας. Ωστόσο, δεν πρέπει να δημιουργηθεί ένα νέο ενιαίο σημείο εξάρτησης. Η Αττική χρειάζεται ένα διαφοροποιημένο σύστημα που να συνδυάζει επιφανειακούς πόρους, μείωση απωλειών, επαναχρησιμοποίηση και εφεδρική αφαλάτωση.
Προοπτικές διαθεσιμότητας
Οι κλιματικές προβλέψεις δείχνουν σταδιακή αλλά επίμονη επιδείνωση:
- Οι βροχοπτώσεις μπορεί να μειωθούν κατά περίπου 3–8% έως τα μέσα του αιώνα.
- Μέχρι το τέλος του αιώνα η μείωση μπορεί να φτάσει το 7–20%.
- Η αναπλήρωση των υπόγειων υδροφορέων ενδέχεται να μειωθεί ταχύτερα από τη συνολική βροχόπτωση.
- Σε σενάριο αύξησης της θερμοκρασίας κατά 3°C, σχεδόν εννέα εκατομμύρια κάτοικοι της Ελλάδας θα μπορούσαν να ζουν σε περιοχές με υδατική καταπόνηση.
Στα νησιά αναμένονται μεγαλύτερες περίοδοι ξηρασίας, εντονότερες εποχικές ελλείψεις και αυξανόμενη εξάρτηση από την αφαλάτωση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη μεταφορά νερού.
Η οικονομική έκθεση είναι πολύ μεγαλύτερη από την αξία του νερού
Η οικονομική ζημία από τη λειψυδρία μπορεί να είναι πολλαπλάσια του άμεσου κόστους ύδρευσης. Το νερό αποτελεί κρίσιμο παραγωγικό συντελεστή για τη γεωργία, τη βιομηχανία τροφίμων και τον τουρισμό.
Η γεωργία αντιπροσωπεύει περίπου το 80% των συνολικών απολήψεων νερού και παρήγαγε περίπου €6,8 δισ. προστιθέμενης αξίας σε σταθερές τιμές το 2023. Η πραγματική οικονομική έκθεση είναι μεγαλύτερη, επειδή περιλαμβάνει τη μεταποίηση τροφίμων, τις εξαγωγές, την περιφερειακή απασχόληση και την αξία της γεωργικής γης.
Η πολιτική δεν πρέπει να περιορίζεται σε οριζόντιες μειώσεις κατανάλωσης. Απαιτείται μέτρηση της οικονομικής παραγωγικότητας του νερού ανά λεκάνη απορροής και καλλιέργεια, δηλαδή της προστιθέμενης αξίας που παράγεται ανά κυβικό μέτρο νερού. Η χρήση έξυπνης άρδευσης και μετεωρολογικών δεδομένων έχει δείξει ότι μπορεί να μειώσει τη δυνητική κατανάλωση έως και 20%.
Ο τουρισμός δημιουργεί διαφορετικό αλλά εξίσου στρατηγικό κίνδυνο. Το 2024 η Ελλάδα κατέγραψε περίπου 35,9 εκατ. εισερχόμενους ταξιδιώτες και €21,7 δισ. ταξιδιωτικών εισπράξεων. Η τουριστική ζήτηση συγκεντρώνεται το καλοκαίρι, στις παράκτιες και νησιωτικές περιοχές, ακριβώς όταν οι φυσικοί πόροι βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδό τους.
Η κατανάλωση των καταλυμάτων μπορεί να κυμαίνεται από περίπου 140 λίτρα ανά διανυκτέρευση, που αποτελεί ευρωπαϊκό benchmark βέλτιστης πρακτικής, έως πολύ υψηλότερα επίπεδα σε ξενοδοχεία με πισίνες, κήπους και υπηρεσίες πολυτελείας. Με βάση τις διανυκτερεύσεις του 2025, η άμεση τουριστική ζήτηση νερού εκτιμάται περίπου στα 33–105 εκατ. m³ ετησίως, ανάλογα με την απόδοση των εγκαταστάσεων.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι τόσο το εθνικό άθροισμα όσο η συγκέντρωση αυτής της ζήτησης σε λίγους μήνες και σε μικρά νησιωτικά συστήματα. Μία διακοπή ύδρευσης, ένας περιορισμός νέων τουριστικών αδειών ή η απώλεια αγροτικής παραγωγής μπορεί να προκαλέσει οικονομικές απώλειες πολύ μεγαλύτερες από το κόστος παραγωγής του νερού.
Προοπτικές τιμών
Οι σημερινές τιμές παραμένουν χαμηλές σε σχέση με το πραγματικό κόστος παροχής μιας ασφαλούς και κλιματικά ανθεκτικής υπηρεσίας. Τα τιμολόγια δεν καλύπτουν πάντοτε πλήρως:
- την αντικατάσταση των παλαιών δικτύων,
- τη μείωση των διαρροών,
- την κατασκευή μονάδων αφαλάτωσης και επαναχρησιμοποίησης,
- τη διατήρηση εφεδρικής δυναμικότητας,
- την ενεργειακή κατανάλωση,
- και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Στην Αθήνα, η οικιακή τιμή για την πρώτη κλίμακα κατανάλωσης ξεκινά από €0,35/m³, πριν από τις χρεώσεις αποχέτευσης, τα πάγια και τον ΦΠΑ. Η συνολική πραγματική χρέωση νερού και αποχέτευσης για ένα αντιπροσωπευτικό νοικοκυριό εκτιμάται περίπου στα €1,37/m³ το 2026.
Οι ενδεικτικές προβολές της Brine Consulting, σε σταθερές τιμές 2026, είναι:
| Σενάριο | 2030 | 2040 | 2050 |
|---|---|---|---|
| Μετάβαση με έμφαση στην αποδοτικότητα | €1,48/m³ | €1,62/m³ | €1,75/m³ |
| Βασικό σενάριο διαχείρισης | €1,58/m³ | €1,85/m³ | €2,12/m³ |
| Καθυστερημένη, αντιδραστική αντιμετώπιση | €1,78/m³ | €2,33/m³ | €3,01/m³ |
Οι τιμές αυτές δεν αποτελούν επίσημες προβλέψεις τιμολογίων. Είναι σενάρια σχεδιασμού που δείχνουν ότι η καθυστέρηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων πιθανότατα θα οδηγήσει σε σημαντικά υψηλότερο μακροπρόθεσμο κόστος.
Η αφαλάτωση συνδέει την ασφάλεια νερού με την ασφάλεια ενέργειας
Η αφαλάτωση προσφέρει μία πηγή ανεξάρτητη από τη βροχόπτωση, ιδιαίτερα σημαντική για τα νησιά. Ωστόσο, μετατρέπει μέρος του υδατικού κινδύνου σε ενεργειακό, οικονομικό και περιβαλλοντικό κίνδυνο.
Μία σύγχρονη μονάδα αντίστροφης όσμωσης θαλασσινού νερού συνήθως καταναλώνει περίπου 2,5–4,5 kWh ανά m³ παραγόμενου νερού. Στα μικρά νησιά η συνολική κατανάλωση μπορεί να είναι υψηλότερη λόγω μικρής κλίμακας, άντλησης, υψομετρικών διαφορών και περιορισμένης απόδοσης των τοπικών δικτύων.
Η ανάπτυξη αφαλάτωσης χωρίς παράλληλες επενδύσεις σε ΑΠΕ, αποθήκευση και ενίσχυση των δικτύων μπορεί να:
- αυξήσει τη θερινή αιχμή ηλεκτρικής ζήτησης,
- ενισχύσει την εξάρτηση των μη διασυνδεδεμένων νησιών από πετρέλαιο,
- αυξήσει το λειτουργικό κόστος του νερού,
- και εκθέσει τις εταιρείες ύδρευσης στις διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας.
Η αφαλάτωση πρέπει να σχεδιάζεται ως τμήμα ενός ενιαίου συστήματος νερού–ενέργειας. Η παραγωγή μπορεί να αυξάνεται όταν υπάρχει πλεόνασμα ηλιακής ή αιολικής ενέργειας και το νερό να αποθηκεύεται σε δεξαμενές. Η αποθήκευση νερού είναι συνήθως οικονομικότερη από την αποθήκευση της αντίστοιχης ηλεκτρικής ενέργειας.
Το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών δημιουργεί τη δυνατότητα χρηματοδότησης τέτοιων ολοκληρωμένων έργων. Εντούτοις, παραμένει αναγκαίο ένα εθνικό σχέδιο που να συνδέει, για κάθε νησί, τη ζήτηση νερού, τη δυναμικότητα αφαλάτωσης, τις ΑΠΕ, την αποθήκευση, τα δίκτυα και τη διαχείριση της άλμης.
Η διάθεση της άλμης απαιτεί επίσης αυστηρότερες προδιαγραφές. Οι νέες μονάδες πρέπει να διαθέτουν κατάλληλη χωροθέτηση εκροής, διαχυτήρες, παρακολούθηση αλατότητας και προστασία ευαίσθητων οικοτόπων. Η περαιτέρω επεξεργασία ή αξιοποίηση της άλμης πρέπει να εξετάζεται όπου είναι τεχνικά και οικονομικά δικαιολογημένη, χωρίς να θεωρείται ότι το ZLD αποτελεί καθολική λύση.
Έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη
Η Ελλάδα έχει αρχίσει να κινητοποιεί σημαντικούς πόρους μέσω:
- του έργου ενίσχυσης του συστήματος Ευήνου–Μόρνου,
- του δεκαετούς επενδυτικού προγράμματος της ΕΥΔΑΠ, ύψους περίπου €2,5 δισ.,
- έργων αντικατάστασης δικτύων και περιορισμού διαρροών,
- εγκατάστασης έξυπνων υδρομετρητών,
- νέων μονάδων αφαλάτωσης στα νησιά,
- έργων επαναχρησιμοποίησης επεξεργασμένων λυμάτων,
- αρδευτικών έργων μέσω ΣΔΙΤ,
- και περισσότερων από 100 δημοτικών έργων ύδρευσης και αντιμετώπισης της λειψυδρίας.
Ωστόσο, το επενδυτικό πρόγραμμα παραμένει κατακερματισμένο και επικεντρώνεται περισσότερο στην ανάπτυξη νέων υποδομών παρά στον περιορισμό της ζήτησης, των διαρροών, της ρύπανσης και των ανεξέλεγκτων απολήψεων.
Άμεσες προτεραιότητες: 2026–2029
Η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει άμεσα στα ακόλουθα:
- Δημιουργία ενιαίου εθνικού συστήματος καταγραφής ποσότητας, ποιότητας, απολήψεων και κατανάλωσης.
- Καθιέρωση προκαθορισμένων επιπέδων συναγερμού και μέτρων αντιμετώπισης της λειψυδρίας.
- Επιτάχυνση της αντικατάστασης δικτύων, της διαχείρισης πίεσης και της έξυπνης μέτρησης.
- Υποχρεωτική μέτρηση και έλεγχος των μεγάλων γεωργικών και υπόγειων απολήψεων.
- Στοχευμένη αντιμετώπιση της νιτρορύπανσης και προστασία των παράκτιων υδροφορέων.
- Έγκαιρη ολοκλήρωση των έργων της Αττικής, με αδειοδότηση εφεδρικής δυναμικότητας αφαλάτωσης.
- Υποχρεωτική μέτρηση κατανάλωσης και σχέδια αποδοτικότητας για μεγάλες τουριστικές μονάδες.
- Ενιαίες προδιαγραφές για την ενεργειακή κατανάλωση και τη διάθεση άλμης.
- Ανάπτυξη συμβάσεων επαναχρησιμοποίησης με αγρότες, βιομηχανίες, ξενοδοχεία και δήμους.
- Μετατροπή των προσωρινών διασυνοριακών συμφωνιών σε μόνιμα πλαίσια συνεργασίας.
- Σταδιακή μεταρρύθμιση των τιμολογίων, με προστασία της βασικής κατανάλωσης και των ευάλωτων χρηστών.
Μακροπρόθεσμη στρατηγική: 2030–2050
Η χώρα πρέπει να περάσει από την αντιμετώπιση έκτακτων κρίσεων σε ένα διαφοροποιημένο εθνικό μοντέλο ασφάλειας νερού. Αυτό απαιτεί:
- όρια απολήψεων ανά λεκάνη απορροής,
- αξιολόγηση της παραγωγικότητας του νερού ανά καλλιέργεια,
- εκσυγχρονισμό της άρδευσης και αλλαγή των γεωργικών κινήτρων,
- συστηματική επαναχρησιμοποίηση νερού,
- περιορισμό της εξάρτησης από τους υπόγειους υδροφορείς,
- ολοκληρωμένα σχέδια νερού–ενέργειας για κάθε νησί,
- αφαλάτωση με ΑΠΕ και αποθήκευση νερού,
- αποκατάσταση υδροφορέων, υγροτόπων και φυσικών ζωνών συγκράτησης,
- ενίσχυση της υδατικής διπλωματίας,
- και δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού μηχανισμού συντονισμού και υλοποίησης έργων.
Συμπέρασμα
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς έλλειψη νερού. Αντιμετωπίζει έναν σύνθετο κίνδυνο που συνδυάζει περιορισμένη ποσότητα, υποβάθμιση ποιότητας, γεωγραφική και εποχική συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας και αυξανόμενη ενεργειακή εξάρτηση.
Η χώρα διαθέτει τις απαραίτητες τεχνολογίες και μπορεί να αντλήσει σημαντική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Το βασικό εμπόδιο δεν είναι η έλλειψη τεχνικών λύσεων, αλλά ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων, η ανεπαρκής παρακολούθηση και η καθυστέρηση στην υλοποίηση.
Η ασφάλεια νερού δεν θα προκύψει από μία νέα πηγή ή ένα μόνο μεγάλο έργο. Θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό εξοικονόμησης, προστασίας της ποιότητας, μείωσης των διαρροών, επαναχρησιμοποίησης, επιλεκτικής αφαλάτωσης, γεωργικής μεταρρύθμισης, ενεργειακού σχεδιασμού και περιφερειακής διπλωματίας.