Σε μια ιδιαίτερα επίκαιρη και καθηλωτική ομιλία προχώρησε ο Αντιστράτηγος εν αποστρατεία και Περιφερειακός Συντονιστής Πολιτικής Προστασίας Πελοποννήσου, κύριος Λάμπρος Τζούμης, στο πλαίσιο εκδήλωσης του ΕΛΙΑΜΕΠ. Με μια μακρά και ευδόκιμη καριέρα στις Ένοπλες Δυνάμεις, έχοντας υπηρετήσει στον Έβρο, τα νησιά του Αιγαίου, την Κύπρο, αλλά και ως Εθνικός Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση σε επιτροπές αντιμετώπισης καταστροφών, ο κ. Τζούμης κατέθεσε μια βαθιά, ρεαλιστική και απαλλαγμένη από ωραιοποιήσεις ανάλυση για την κατάσταση της Πολιτικής Προστασίας στη χώρα μας.
Ξεκινώντας την τοποθέτησή του, ο Αντιστράτηγος αστειεύτηκε αναφέροντας πως είναι από τις ελάχιστες φορές που καλείται σε δημόσιο βήμα για να μιλήσει για ένα θέμα πέραν των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της στρατηγικής ανάλυσης. Ωστόσο, όπως απέδειξε η συνέχεια της ομιλίας του, η διαχείριση των κρίσεων και των φυσικών καταστροφών αποτελεί εξίσου κρίσιμο πυλώνα της εθνικής ασφάλειας και της κοινωνικής συνοχής. Συνδυάζοντας την εμπειρία του ως πρώην τμηματάρχης σχεδιασμού εκτάκτων αναγκών στο ΓΕΘΑ με τη σημερινή του ιδιότητα στο πεδίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο κ. Τζούμης ανέδειξε τα δομικά προβλήματα, τις παθογένειες, αλλά και τα σημαντικά βήματα προόδου που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια.
Το Ιστορικό Παρελθόν και το Σοκ από το Μάτι ως Καταλύτης Αλλαγών
Ο κ. Τζούμης προχώρησε σε μια ιστορική αναδρομή του θεσμού της Πολιτικής Προστασίας στην Ελλάδα, επισημαίνοντας τις τεράστιες καθυστερήσεις στην οργανωτική της εξέλιξη. Αν και η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας ιδρύθηκε το 1995, χρειάστηκαν σχεδόν τρεις δεκαετίες προκειμένου να αναβαθμιστεί σε αυτόνομο Υπουργείο, μόλις τον Απρίλιο του 2021.
«Πρόλαβα τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας να στεγάζεται σε ένα οροφοδιαμέρισμα του πέμπτου ορόφου στην οδό Μητροπόλεως, με πέντε δωμάτια και έναν γενικό γραμματέα», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια υπηρεσία που «περιφερόταν» επί χρόνια από το Υπουργείο Εσωτερικών στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και το Προστασίας του Πολίτη. Σήμερα, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά με τη δημιουργία ενός σύγχρονου υπουργικού «μεγαθηρίου», κάτω από την ομπρέλα του οποίου έχει τεθεί ορθώς και το Πυροσβεστικό Σώμα.
Ο Αντιστράτηγος ήταν απολύτως σαφής και ειλικρινής ως προς την αιτία αυτής της καθυστερημένης αφύπνισης του κρατικού μηχανισμού: «Θεωρώ ότι όλες αυτές οι αλλαγές που έγιναν οφείλονται κυρίως στο Μάτι, στην εθνική καταστροφή με τους δεκάδες νεκρούς, όπου έγιναν πάρα πολλά λάθη». Αντίθετα, όπως υπενθύμισε, στις μεγάλες πυρκαγιές του 2007 στην Πελοπόννησο και την Εύβοια, που κόστισαν τη ζωή σε 84 συνανθρώπους μας , η πολιτική και υπηρεσιακή ηγεσία της εποχής είχε αποδώσει την καταστροφή σε ασύμμετρες απειλές («το στρατηγό άνεμο» ), χωρίς να δοθεί η πρέπουσα σημασία στην αναδιοργάνωση των δομών προστασίας.
Αντίστοιχη καθυστέρηση παρατηρήθηκε και στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης 112. Ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί από το 1991, στην Ελλάδα τέθηκε σε πλήρη λειτουργία την 1η Ιανουαρίου του 2020. Παρά τη σφοδρή κριτική που δέχεται κατά καιρούς το 112 για αστοχίες στις μετεωρολογικές προβλέψεις, ο κ. Τζούμης υπογράμμισε ότι η λειτουργία του είναι επιβεβλημένη και σώζει ζωές, αποτελώντας ένα πολύτιμο εργαλείο, καθώς λειτουργεί ακόμη και σε περιοχές χωρίς σήμα κινητής τηλεφωνίας.
Η Δομή της Πολιτικής Προστασίας: Ποιος Έχει το Γενικό Πρόσταγμα;
Ένα από τα κρισιμότερα σημεία της εισήγησης του κ. Τζούμη ήταν η αποσαφήνιση των ρόλων των εμπλεκόμενων φορέων, καθώς στην κοινή γνώμη επικρατεί συχνά σύγχυση. Ο Αντιστράτηγος ξεκαθάρισε ότι ο απόλυτος επιχειρησιακός φορέας που έχει την ευθύνη για τον σχεδιασμό, τον συντονισμό και τη διαχείριση των κρίσεων είναι το Πυροσβεστικό Σώμα.
Όλοι οι υπόλοιποι φορείς – οι Ένοπλες Δυνάμεις, τα Σώματα Ασφαλείας, οι εθελοντικές οργανώσεις, ο ΔΕΔΔΗΕ, το ΕΚΑΒ και η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού (Δήμοι και Περιφέρειες) – λειτουργούν επικουρικά και τελούν υπό τις οδηγίες της Πυροσβεστικής κατά τη διάρκεια της κρίσης. Μάλιστα, διευκρίνισε ότι η Πολιτική Προστασία των Δήμων και των Περιφερειών εστιάζει κυρίως στην πρόληψη και την άμεση συνδρομή, ενώ η φάση της οριστικής αποκατάστασης των ζημιών μετά από μια καταστροφή ανήκει στην αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Τεχνικών Έργων και όχι των γραφείων Πολιτικής Προστασίας.
«Τα Σχέδια δεν Σβήνουν Φωτιές»: Το Παράδοξο του Κλαούζεβιτς στο Πεδίο
Περνώντας στο κομμάτι των προληπτικών μέτρων, ο κ. Τζούμης επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν πλήρη και επικαιροποιημένα σχέδια σε επίπεδο Δήμων και Περιφερειών (όπως το πρόσφατο σχέδιο «ΙΟΛΑΟΣ» για τις πυρκαγιές που εγκρίθηκε στην Πελοπόννησο). Ωστόσο, έσπευσε να προσγειώσει το ακροατήριο στην πραγματικότητα:
«Τα σχέδια όμως δεν σβήνουν τη φωτιά. Δεν έχουν μάνικα τα σχέδια». Επικαλούμενος τον διάσημο θεωρητικό του πολέμου, Καρλ φον Κλαούζεβιτς, ο οποίος είχε γράψει ότι τα σχέδια ισχύουν μέχρι την πρώτη επαφή με τον εχθρό , ο Αντιστράτηγος τόνισε ότι στην Πολιτική Προστασία τα σχέδια ισχύουν μέχρι την εκδήλωση της πρώτης εστίας. «Όταν ξεκινήσει μια πυρκαγιά, έχω δει καταστάσεις όπου μέσα σε δύο λεπτά ο άνεμος αλλάζει, ανατρέπει τα πάντα και δεν προλαβαίνεις να εφαρμόσεις καμία τυποποιημένη διαδικασία. Εκεί μετράει η εμπειρία, η ψυχραιμία και η άμεση λήψη αποφάσεων».
Η Γύμνια της Αυτοδιοίκησης: Μηχανήματα Χωρίς Χειριστές και το Κόστος των Ιδιωτών
Ο Περιφερειακός Συντονιστής Πελοποννήσου δεν δίστασε να αναδείξει μια από τις μεγαλύτερες παθογένειες της κρατικής μηχανής: την υποστελέχωση και την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στην Αυτοδιοίκηση. Όπως αποκάλυψε, οι Περιφέρειες και οι Δήμοι μπορεί να διαθέτουν βαρύ εξοπλισμό, αλλά δεν έχουν ανθρώπους να τον λειτουργήσουν.
«Μπορεί να βρεις σε μια αποθήκη πέντε γκρέιντερ (διαμορφωτές γαιών) και να υπάρχει μόνο ένας υπάλληλος σε ολόκληρη την Περιφέρεια που να έχει άδεια και γνώση να τα χειριστεί». Αυτή η τραγική έλλειψη αναγκάζει το κράτος να καταφεύγει εσπευσμένα στη σύνταξη μνημονίων συνεργασίας με ιδιώτες εργολάβους, οι οποίοι μισθώνουν τα μηχανήματά τους κατά τη διάρκεια των κρίσεων.
Το κόστος αυτής της επιλογής για τα δημόσια ταμεία είναι τεράστιο, καθώς οι ιδιώτες πληρώνονται με την ώρα. Ο κ. Τζούμης ανέφερε ενδεικτικά ότι οι τιμές ξεκινούν από τα 40€ έως 50€ την ώρα για ένα γκρέιντερ. Όταν ένα τέτοιο μηχάνημα απαιτείται να επιχειρεί επί εικοσιτετραώρου βάσεως σε μια μεγάλη πυρκαγιά ή πλημμύρα, τα ποσά που δαπανώνται είναι αστρονομικά, χρήματα που θα μπορούσαν να είχαν εξοικονομηθεί εάν είχαν γίνει έγκαιρα προσλήψεις μόνιμων χειριστών στο Δημόσιο.
Το Κενό Ενημέρωσης στις Εκκενώσεις και η Διαχείριση των Ευπαθών Ομάδων
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα ειδικά σχέδια οργανωμένης προληπτικής απομάκρυνσης πολιτών. Ο κ. Τζούμης επισήμανε ότι υπάρχει τεράστια άγνοια γύρω από αυτό το κομμάτι, όχι μόνο από την πλευρά των πολιτών, αλλά δυστυχώς και από θεσμικούς φορείς.
Στα χαρτιά, οι αρχές διαθέτουν ειδικά μητρώα όπου καταγράφονται οι ευπαθείς ομάδες, κατάκοιτοι συμπολίτες μας, ηλικιωμένοι με κινητικά προβλήματα ή προβλήματα υγείας, καθώς και τα συγκεκριμένα μέσα (π.χ. ασθενοφόρα, λεωφορεία) και τα ασφαλή καταλύματα στα οποία πρέπει να μεταφερθούν σε περίπτωση κινδύνου. Το μεγάλο στοίχημα, ωστόσο, παραμένει η ικανότητα έγκαιρης ενεργοποίησης αυτού του δικτύου σε συνθήκες πραγματικού πανικού, κάτι που απαιτεί συνεχή διεξαγωγή ασκήσεων με τη συμμετοχή του κοινού, οι οποίες αν και προβλέπονται ετησίως, συχνά γίνονται σε στενά υπηρεσιακό κύκλο.
Πλημμύρες: Το Δυσβάσταχτο Κόστος των Ρεμάτων και η Καινοτομία των Αισθητήρων
Μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από τις δασικές πυρκαγιές στις πλημμύρες, ο Αντιστράτηγος περιέγραψε το δυσθεώρητο οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η συντήρηση των υποδομών. Για να καθαριστούν πλήρως όλα τα ρέματα και τα ποτάμια της Πελοποννήσου, απαιτούνται περίπου 5 εκατομμύρια ευρώ για κάθε μία περιφερειακή ενότητα ξεχωριστά.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω της έλλειψης κοινωνικής παιδείας και της φύσης του περιβάλλοντος. «Ακόμα κι αν ξοδέψεις αυτά τα χρήματα, μετά από ένα ή δύο χρόνια τα καλάμια θα έχουν ξαναβγεί, ενώ ασυνείδητοι πολίτες θα έχουν πετάξει ξανά μέσα στα ρέματα οικιακές συσκευές, μπάζα και σκουπίδια, φράζοντας τις κοίτες».
Μέσα σε αυτό το προβληματικό πλαίσιο, ο κ. Τζούμης παρουσίασε μια σημαντική καινοτομία που υλοποιεί η Περιφέρεια Πελοποννήσου, ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ, σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ). Πρόκειται για την εγκατάσταση ηλεκτρονικών αισθητήρων και καμερών online παρακολούθησης σε όλα τα κρίσιμα ρέματα και ποτάμια της Περιφέρειας.
Μέσω αυτού του συστήματος, οι υπηρεσίες σε ένα κεντρικό επιχειρησιακό θάλαμο θα βλέπουν σε πραγματικό χρόνο τη στάθμη του νερού. Όταν το ύψος του νερού ξεπερνά ένα προκαθορισμένο όριο ασφαλείας, το σύστημα θα χτυπά αυτόματο συναγερμό, δίνοντας στις αρχές ένα πολύτιμο χρονικό παράθυρο μίας ή δύο ωρών προκειμένου να εκκενώσουν τις κατάντη περιοχές πριν φτάσει το πλημμυρικό κύμα. Το σύστημα αυτό αναμένεται να είναι πλήρως λειτουργικό με την έναρξη της νέας χειμερινής περιόδου.
Συμπέρασμα: Ο Παράγοντας «Κλιματική Κρίση» και η Ανάγκη για Ρεαλισμό
Κλείνοντας την εισήγησή του, ο Λάμπρος Τζούμης αναγνώρισε ότι η χώρα έχει πλέον εξοπλιστεί σημαντικά σε τεχνολογικά και εναέρια μέσα ( drones, UAVs, μισθωμένα και ιδιόκτητα αεροσκάφη, Ευρωπαίους δασοκομάντος). Ωστόσο, το ρίσκο ανεβαίνει δραματικά χρόνο με το χρόνο λόγω της κλιματικής αλλαγής.
Το συμπέρασμα της ομιλίας του στο ΕΛΙΑΜΕΠ ήταν ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση: Η Πολιτική Προστασία δεν είναι μια άσκηση επί χάρτου, ούτε ένα πεδίο για πολιτική αντιπαράθεση και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Απαιτεί μόνιμο προσωπικό, αυστηρή αστυνόμευση της αυθαιρεσίας στα ρέματα και τα δάση, και κυρίως, τη συνειδητοποίηση ότι απέναντι στα ακραία φαινόμενα της φύσης, η μόνη πραγματική άμυνα είναι η ειλικρίνεια, η πρόληψη και ο απόλυτος ρεαλισμός στο πεδίο της μάχης.