Ένα βήμα πριν από μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση, στην οποία θα μπορούσε να εμπλακεί και η Τουρκία, έφθασε η κατάσταση στη Συρία μετά το ισραηλινό πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ, σύμφωνα με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ για τη Συρία και Αμερικανό πρέσβη στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ.
Σε συνέντευξή του στη «Jerusalem Post», ο Αμερικανός αξιωματούχος αποκάλυψε ότι οι τουρκικές δυνάμεις δεν είχαν ενημερωθεί πως τα ισραηλινά μαχητικά κατευθύνονταν προς τη συγκεκριμένη βάση, ούτε γνώριζαν τον σκοπό της επιχείρησης. Κατά συνέπεια, υπήρχε ο κίνδυνος η Άγκυρα να θεωρήσει ότι δεχόταν επίθεση και να διατάξει την άμεση απογείωση τουρκικών μαχητικών.
«Οι τουρκικές δυνάμεις δεν γνώριζαν ότι τα ισραηλινά αεροσκάφη κατευθύνονταν προς τη συγκεκριμένη συριακή βάση ούτε ποιος ήταν ο σκοπός τους. Θα μπορούσαν, επομένως, να κινηθούν προς την απογείωση δικών τους μαχητικών, πιστεύοντας ότι οι ίδιες δέχονταν επίθεση», ανέφερε ο Μπάρακ.
Η προειδοποίησή του αποτυπώνει πόσο εύκολα ένα πλήγμα στη συριακή επικράτεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε αεροπορική εμπλοκή μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας, με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη την περιοχή.
Οκτώ πλήγματα στην Αμπού αλ Ντουχούρ
Η συριακή πλευρά ανακοίνωσε ότι ισραηλινά αεροσκάφη πραγματοποίησαν οκτώ πλήγματα στον διάδρομο προσγείωσης και στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης της βάσης Αμπού αλ Ντουχούρ, στην επαρχία Ιντλίμπ.
Η βάση βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα ανατολικά των συνόρων με την Τουρκία και είχε μπει στο επίκεντρο σχεδίων για την ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων και την επαναλειτουργία των εγκαταστάσεών της.
Το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού ανέλαβε την ευθύνη για το χτύπημα, υποστηρίζοντας ότι η Συρία βρισκόταν στα πρόθυρα παραβίασης του συμφωνημένου καθεστώτος ασφαλείας, καθώς ετοιμαζόταν να επιτρέψει την εγκατάσταση τουρκικών στρατευμάτων στη συγκεκριμένη αεροπορική βάση.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το Ισραήλ είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα τη Δαμασκό ότι μια τέτοια ανάπτυξη θα αποτελούσε απειλή για την ασφάλειά του. Η ισραηλινή πλευρά κατηγόρησε τη συριακή κυβέρνηση ότι αγνόησε τις προειδοποιήσεις.
Ο Μπάρακ χαρακτήρισε τα γεγονότα «σοβαρά και ανησυχητικά», εκφράζοντας παράλληλα ανακούφιση επειδή δεν υπήρξαν ανθρώπινες απώλειες και η κατάσταση δεν κλιμακώθηκε περαιτέρω.
Ο κίνδυνος ενός λάθους υπολογισμού
Η βασική ανησυχία της Ουάσινγκτον δεν αφορά μόνο τις επιδιώξεις των εμπλεκόμενων πλευρών, αλλά και το ενδεχόμενο ενός επιχειρησιακού λάθους ή μιας λανθασμένης εκτίμησης.
Εάν τα τουρκικά ραντάρ εντόπιζαν τα ισραηλινά αεροσκάφη χωρίς να γνωρίζουν τον στόχο και την αποστολή τους, η τουρκική Πολεμική Αεροπορία θα μπορούσε να απογειώσει μαχητικά για αναγνώριση ή αναχαίτιση.
Από εκείνο το σημείο και μετά, ακόμη και μια λανθασμένη κίνηση ή ένας εγκλωβισμός από ραντάρ ελέγχου πυρός θα μπορούσε να πυροδοτήσει αεροπορική εμπλοκή. Ένα επεισόδιο μεταξύ δύο ισχυρών αεροπορικών δυνάμεων δύσκολα θα παρέμενε περιορισμένο στη Συρία.
Ο Μπάρακ υπογράμμισε ότι η απουσία σαφών και αξιόπιστων διαύλων επικοινωνίας θα μπορούσε να είχε κάνει την κατάσταση «πολύ χειρότερη». Όπως τόνισε, το κενό αυτό πρέπει να καλυφθεί άμεσα.
Μόνιμος μηχανισμός αποτροπής σύγκρουσης
Ο Αμερικανός απεσταλμένος αποκάλυψε ότι βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη παρασκηνιακές συζητήσεις με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη για την επαναλειτουργία ενός μηχανισμού αποτροπής στρατιωτικών συγκρούσεων μεταξύ Ισραήλ και Συρίας.
Η Τουρκία θα μπορούσε να συμμετέχει είτε άμεσα είτε έμμεσα στον μηχανισμό, ώστε να υπάρχει έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών για στρατιωτικές κινήσεις και αεροπορικές επιχειρήσεις.
Ο Μπάρακ εισηγήθηκε τη δημιουργία ενός μόνιμου κέντρου επιχειρησιακού συντονισμού, στελεχωμένου σε εικοσιτετράωρη βάση από προσωπικό που θα γνωρίζει εβραϊκά, αραβικά, αγγλικά και τουρκικά.
Ο μηχανισμός θα μπορούσε να λειτουργεί είτε ως επίσημη δομή είτε ως πιο ευέλικτος και ανεπίσημος δίαυλος. Στόχος θα ήταν να αποτρέπονται λάθη υπολογισμού και να περιορίζεται ο κίνδυνος μια αεροπορική επιχείρηση να εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη στρατιωτική κρίση.
«Δεν υπάρχει εγγενές εμπόδιο που να αποτρέπει τις πλευρές από τη διατήρηση ανοικτών γραμμών επικοινωνίας», τόνισε ο Αμερικανός αξιωματούχος, προσθέτοντας ότι η διπλωματική επικοινωνία αποτελεί την καλύτερη μέθοδο αποτροπής των στρατιωτικών συγκρούσεων.
Οι προηγούμενες επαφές Ισραήλ και Συρίας
Ο Τομ Μπάρακ έχει φιλοξενήσει τα τελευταία χρόνια αρκετούς γύρους συνομιλιών ανάμεσα στην κυβέρνηση του Σύρου προέδρου Άχμεντ αλ-Σάρα και ανώτερους Ισραηλινούς αξιωματούχους.
Στόχος των επαφών ήταν η επίτευξη συμφωνίας για τα σύνορα, η αποκλιμάκωση των εντάσεων και η σταδιακή προώθηση μιας διαδικασίας εξομάλυνσης των σχέσεων.
Κατά τον τελευταίο γύρο συνομιλιών, οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει να προωθήσουν κοινά οικονομικά προγράμματα και να δημιουργήσουν μηχανισμό αποτροπής συγκρούσεων με έδρα την Ιορδανία.
Ο Μπάρακ υποστήριξε ότι είχε σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στην κατανόηση των ανησυχιών των δύο πλευρών και ότι τα πρόσφατα γεγονότα καθιστούν αναγκαία την άμεση επιστροφή στις συνομιλίες.
Παρουσίασε, μάλιστα, τη νέα συριακή κυβέρνηση ως υπεύθυνο και σταθερό γείτονα, υποστηρίζοντας ότι η Δαμασκός δεν έχει επιθετικές προθέσεις απέναντι στο Ισραήλ, αλλά επιδιώκει την προστασία της κυριαρχίας της.
Η τοποθέτηση αυτή διαφοροποιείται αισθητά από την ισραηλινή εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στις συριακές βάσεις μεταβάλλει το περιφερειακό καθεστώς ασφαλείας και περιορίζει την ελευθερία δράσης του Ισραήλ.
«Κόκκινη γραμμή» η τουρκική στρατιωτική παρουσία
Το βασικότερο εμπόδιο στις συνομιλίες παραμένει η πιθανή εγκατάσταση τουρκικού στρατιωτικού προσωπικού, οπλικών συστημάτων και ραντάρ σε συριακές αεροπορικές βάσεις.
Η Ιερουσαλήμ ανησυχεί ιδιαίτερα για εγκαταστάσεις που βρίσκονται κοντά στα σύνορα με το Ισραήλ ή μπορούν να παρακολουθούν τις πτήσεις της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας.
Τον Ιανουάριο είχε προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στο Ισραήλ η ανάπτυξη του προηγμένου τουρκικού συστήματος ραντάρ HTRS-100 στο διεθνές αεροδρόμιο της Δαμασκού.
Το συγκεκριμένο σύστημα μπορεί να εντοπίζει και να παρακολουθεί εναέριους στόχους σε ακτίνα 150 έως 200 χιλιομέτρων. Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτίμησαν ότι μια τουρκική στρατιωτική εγκατάσταση με τέτοιες δυνατότητες θα περιόριζε σημαντικά την επιχειρησιακή ελευθερία της ισραηλινής Αεροπορίας πάνω από τη Συρία.
Ο Μπάρακ παρουσίασε διαφορετική προσέγγιση. Υποστήριξε ότι η Συρία χρειάζεται λειτουργικά πολιτικά ραντάρ για να διατηρήσει ασφαλείς και αξιόπιστες αεροπορικές μεταφορές και ότι αυτή η τεχνική ανάγκη δεν θα πρέπει από μόνη της να θεωρείται απειλή για το Ισραήλ.
Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι ποιος θα ελέγχει τα συγκεκριμένα συστήματα, τι δεδομένα θα συλλέγουν και εάν η πολιτική τους χρήση μπορεί να μετατραπεί σε στρατιωτικό εργαλείο προς όφελος της Τουρκίας.
Προτεραιότητα η αποκλιμάκωση Άγκυρας–Ιερουσαλήμ
Η άμεση προτεραιότητα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι πλέον η μείωση της έντασης ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ, προτού μια νέα στρατιωτική επιχείρηση προκαλέσει μια κρίση που θα είναι δύσκολο να αναστραφεί.
Ο Μπάρακ υπενθύμισε ότι Άγκυρα και Ιερουσαλήμ είχαν κατά τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες περιόδους εποικοδομητικών και παραγωγικών σχέσεων. Υποστήριξε, επίσης, ότι το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να προσφέρει βιώσιμη διέξοδο, εφόσον του δοθεί ο απαραίτητος πολιτικός χώρος.
Η αποκάλυψη ότι η Τουρκία θα μπορούσε να απογειώσει μαχητικά πιστεύοντας πως δεχόταν επίθεση δείχνει ότι η αντιπαράθεση έχει περάσει πλέον από τις διπλωματικές δηλώσεις στο επιχειρησιακό πεδίο.
Το χτύπημα στην Αμπού αλ Ντουχούρ δεν προκάλεσε ανθρώπινες απώλειες ούτε άμεση τουρκική στρατιωτική αντίδραση. Απέδειξε, όμως, ότι η Συρία έχει μετατραπεί σε χώρο όπου ισραηλινά και τουρκικά συμφέροντα μπορούν ανά πάσα στιγμή να συγκρουστούν.
Χωρίς έναν μόνιμο μηχανισμό επικοινωνίας, η επόμενη επιχείρηση μπορεί να μην ολοκληρωθεί χωρίς ανταλλαγή πυρών. Και τότε η σύγκρουση δεν θα αφορά μόνο το Ισραήλ και τη Συρία, αλλά δύο από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της ευρύτερης περιοχής.