breaking newsΔιεθνή

Λιθουανή αρθρογράφος καταγγέλλει το «πάρτι» ακινήτων στα Κατεχόμενα: «Επένδυση ή ηθική χρεοκοπία;»

Πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να τα βρει με τη συνείδησή του όταν μπροστά του υπάρχει κέρδος;

Σκληρή κριτική στη συμμετοχή Λιθουανών στην αγορά ακινήτων στα Κατεχόμενα της Κύπρου ασκεί η Λιθουανή συγγραφέας και σχολιάστρια Dalia Staponkutė, σε άρθρο-καταπέλτη που δημοσιεύθηκε στην αγγλόφωνη έκδοση του LRT English, θέτοντας ευθέως το ερώτημα αν πρόκειται για «επένδυση ή ηθική χρεοκοπία».

Η αρθρογράφος, η οποία ζει στην Κύπρο, περιγράφει μια πραγματικότητα που, όπως σημειώνει, για πολλούς Κύπριους δεν είναι απλώς νομικά προβληματική, αλλά ηθικά απαράδεκτη: την αγορά και εκμετάλλευση ακινήτων σε γη από την οποία εκδιώχθηκαν άνθρωποι με τη βία μετά την τουρκική εισβολή του 1974.

Στο άρθρο γίνεται ειδική αναφορά στην αυξανόμενη παρουσία Λιθουανών μεσιτών, επενδυτών και δημοσίων προσώπων στα Κατεχόμενα, όπου προβάλλονται διαμερίσματα, βίλες και τουριστικές κατοικίες ως «ευκαιρίες» για κέρδος. Η Staponkutė υπογραμμίζει ότι πίσω από τις πισίνες, τα ηλιοβασιλέματα και τις διαφημίσεις πολυτέλειας υπάρχουν σπίτια, αυλές και περιουσίες ανθρώπων που ξεριζώθηκαν.

Η ίδια υπενθυμίζει ότι η λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» παραμένει μη αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ, ενώ η βόρεια Κύπρος αποτελεί αποτέλεσμα στρατιωτικής κατοχής. Όπως σημειώνει, η τουρκική εισβολή δεν ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση, αλλά μια υπολογισμένη χρήση δύναμης που οδήγησε στον έλεγχο του 37% του κυπριακού εδάφους.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στο προσφυγικό τραύμα της Κύπρου. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, εκδιώχθηκε από τα σπίτια του, άνθρωποι σκοτώθηκαν ή αγνοούνται μέχρι σήμερα, ενώ ο πόλεμος κράτησε λίγες εβδομάδες αλλά οι συνέπειές του παραμένουν ζωντανές για μισό αιώνα.

Η αρθρογράφος γράφει ότι σε ένα μικρό νησί τίποτα δεν εξαφανίζεται. Τα συρματοπλέγματα, οι εγκαταλελειμμένες κατοικίες, τα άδεια προαύλια και οι «νέοι ιδιοκτήτες» που εγκαθίστανται στον χώρο κάποιου άλλου παραμένουν ορατά. Με άλλα λόγια, η κατοχή δεν είναι παρελθόν. Είναι παρούσα πραγματικότητα.

Το πιο αιχμηρό σημείο του άρθρου αφορά τη λιθουανική εμπλοκή. Η Staponkutė αναφέρεται σε Λιθουανούς που αγοράζουν ακίνητα στα Κατεχόμενα, ακόμη και ανθρώπους που εργάζονται στις Βρυξέλλες, οι οποίοι φτάνουν στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Λάρνακας και στη συνέχεια περνούν από τα οδοφράγματα προς τον βορρά, αξιοποιώντας, όπως σημειώνει, τη νομιμότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να κινηθούν προς μια περιοχή που δεν αναγνωρίζεται ούτε από τον ΟΗΕ ούτε από την ίδια την ΕΕ.

Με σκληρή γλώσσα, η αρθρογράφος σχολιάζει και τη στάση γνωστών Λιθουανών προσωπικοτήτων που επισκέπτονται πολυτελείς κατοικίες στα Κατεχόμενα και μιλούν για τη ζωή εκεί σαν να πρόκειται για έναν επίγειο παράδεισο. Στέκεται ιδιαίτερα στη φράση του γνωστού Λιθουανού τηλεοπτικού προσώπου Arūnas Valinskas, ο οποίος φέρεται να είπε ότι «τα βρίσκει με τη συνείδησή του».

Για τη Staponkutė, η φράση αυτή συμπυκνώνει το πρόβλημα: Όταν η συνείδηση γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης και όταν το ηθικό βάρος μιας κατοχής υποχωρεί μπροστά στο κέρδος.

Η ίδια συνδέει το φαινόμενο με μια βαθύτερη παθογένεια, την τάση ανθρώπων που προέρχονται από χώρες που γνώρισαν κατοχή και καταπίεση να καταδικάζουν τη βία όταν τη βιώνουν οι ίδιοι, αλλά να κλείνουν τα μάτια όταν η ίδια βία προσφέρει οικονομικές ευκαιρίες σε βάρος άλλων.

Το άρθρο καταλήγει με ένα βαρύ ερώτημα, που δεν αφορά μόνο την Τουρκία ή την Κύπρο, αλλά και όσους επιλέγουν να επενδύσουν πάνω σε γη αμφισβητούμενη, κατεχόμενη και φορτισμένη με ανθρώπινο πόνο: πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να τα βρει με τη συνείδησή του όταν μπροστά του υπάρχει κέρδος;

Η παρέμβαση της Λιθουανής αρθρογράφου έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δεν προέρχεται από ελληνική ή κυπριακή πλευρά, αλλά από μια φωνή χώρας της Βαλτικής, με δική της ιστορική εμπειρία κατοχής. Και ακριβώς γι’ αυτό η κριτική της αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος: υπενθυμίζει ότι η κατοχή δεν μπορεί να γίνεται τουριστικό προϊόν, ούτε η περιουσία των ξεριζωμένων να μετατρέπεται σε επενδυτική ευκαιρία.

Back to top button