του Αρντασές Γιαγουπιάν
Η Τουρκία παραμένει μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, αποτελεί γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Καυκάσου και φιλοξενεί κρίσιμες νατοϊκές εγκαταστάσεις. Παράλληλα όμως, είναι ίσως το μοναδικό κράτος-μέλος που ακολουθεί συστηματικά μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στη στρατηγική αυτονομία, ακόμη και όταν αυτή συγκρούεται με τις προτεραιότητες της Συμμαχίας.
Η σχέση Άγκυρας και ΝΑΤΟ χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη αλληλεξάρτηση. Η Δύση δεν μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει την Τουρκία, ενώ η Τουρκία γνωρίζει ότι η γεωγραφική της θέση της προσφέρει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αξιοποιεί αυτή την πραγματικότητα, μετατρέποντας σχεδόν κάθε κρίση σε μέσο πίεσης προς τους δυτικούς συμμάχους του.
Η σχέση με τη Ρωσία: Συνεργασία και ανταγωνισμός ταυτόχρονα
Η μεγαλύτερη ίσως αντίφαση αφορά τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία. Παρά τις συγκρουόμενες επιδιώξεις τους στη Συρία, στη Λιβύη, στον Νότιο Καύκασο και στη Μαύρη Θάλασσα, οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει μια στενή οικονομική και ενεργειακή συνεργασία.
Η αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 αποτέλεσε σημείο καμπής στις σχέσεις Άγκυρας–Ουάσιγκτον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έκριναν ότι η ταυτόχρονη λειτουργία των S-400 με τα αμερικανικά μαχητικά F-35 θα μπορούσε να εκθέσει ευαίσθητα τεχνολογικά δεδομένα στη Ρωσία. Ως αποτέλεσμα, η Τουρκία αποκλείστηκε από το πρόγραμμα των F-35 και της επιβλήθηκαν κυρώσεις στην αμυντική της βιομηχανία.
Παρά την κρίση, η Άγκυρα δεν εγκατέλειψε ποτέ την πολιτική ισορροπίας απέναντι στη Μόσχα. Αντίθετα, διατήρησε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, απέφυγε να συμμετάσχει στις δυτικές κυρώσεις και ενίσχυσε τις οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία.
Η Ουκρανία και η πολιτική των δύο ταχυτήτων
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε ακόμη περισσότερο αυτή τη διπλή στρατηγική.
Η Τουρκία προμήθευσε την Ουκρανία με μη επανδρωμένα αεροσκάφη Bayraktar TB2, έκλεισε τα Στενά στα πολεμικά πλοία βάσει της Συνθήκης του Μοντρέ και υποστήριξε δημόσια την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας.
Την ίδια στιγμή όμως, δεν συμμετείχε στις δυτικές οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, συνέχισε τις εμπορικές συναλλαγές μαζί της και διατήρησε ανοικτή την πολιτική επικοινωνία μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, αναλαμβάνοντας ρόλο διαμεσολαβητή.
Για το ΝΑΤΟ, αυτή η πολιτική είναι χρήσιμη αλλά είναι και προβληματική. Η Άγκυρα συμβάλλει στη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με τη Ρωσία, όμως ταυτόχρονα υπονομεύει την εικόνα ενιαίου μετώπου που επιδιώκει να παρουσιάσει η Συμμαχία.
Σουηδία και Φινλανδία: όταν η Τουρκία χρησιμοποίησε το βέτο ως διαπραγματευτικό όπλο
Η ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ αποκάλυψε ακόμη μία διάσταση της τουρκικής στρατηγικής.
Η Άγκυρα καθυστέρησε επί μήνες την επικύρωση της ένταξης, απαιτώντας αυστηρότερη στάση απέναντι σε οργανώσεις που συνδέει με το PKK, περιορισμούς στη δράση κουρδικών οργανώσεων και την εξέταση αιτημάτων έκδοσης συγκεκριμένων προσώπων. Παράλληλα, απαίτησε την άρση των περιορισμών στις εξαγωγές αμυντικού υλικού προς την Τουρκία, που είχαν επιβληθεί μετά τις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βόρεια Συρία.
Η στάση της Άγκυρας επηρεάστηκε και από τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στη Σουηδία. Η ανεξάρτητη βουλευτής κουρδικής καταγωγής Αμινέχ Κακαμπαβέχ, πρώην μαχήτρια των κουρδικών Πεσμεργκά, είχε αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς σε κρίσιμες κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες η ψήφος της ήταν καθοριστική για τη διατήρηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Ως αντάλλαγμα, η τότε κυβέρνηση είχε δεσμευθεί να συνεχίσει τη συνεργασία και την πολιτική στήριξη προς τις κουρδικές δυνάμεις της βόρειας Συρίας που πρωτοστάτησαν στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους.
Για την Τουρκία, η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε απόδειξη ότι η Σουηδία διατηρούσε υπερβολικά στενές σχέσεις με οργανώσεις τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί άμεσα συνδεδεμένες με το PKK. Το ζήτημα χρησιμοποιήθηκε ως βασικό επιχείρημα για την άσκηση βέτο στην ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, μετατρέποντας μια διαδικασία συλλογικής ασφάλειας σε εργαλείο διμερούς διαπραγμάτευσης.
Η Τουρκία αξιοποίησε στο έπακρο τη θεσμική απαίτηση της ομοφωνίας. Η Σουηδία προχώρησε σε αυστηροποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, τροποποίησε το συνταγματικό της πλαίσιο, ήρε το εμπάργκο εξαγωγών αμυντικού υλικού προς την Τουρκία και ενίσχυσε τη συνεργασία των υπηρεσιών ασφαλείας με την Άγκυρα. Παράλληλα, υπέγραψε το Τριμερές Μνημόνιο της Μαδρίτης με την Τουρκία και τη Φινλανδία, αποδεχόμενη σειρά δεσμεύσεων για στενότερη συνεργασία σε ζητήματα τρομοκρατίας.
Τελικά, η Τουρκία ήρε τις αντιρρήσεις της μόνο όταν έκρινε ότι είχε αποσπάσει ουσιαστικά πολιτικά και στρατηγικά ανταλλάγματα. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προώθησε την έγκριση της πώλησης και του εκσυγχρονισμού μαχητικών αεροσκαφών F-16 προς την Τουρκία, γεγονός που πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι συνέβαλε στην ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Το μήνυμα ήταν σαφές: η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ αποκλειστικά ως συμμαχική υποχρέωση, αλλά και ως εργαλείο άσκησης πίεσης για την προώθηση των εθνικών της επιδιώξεων. Κάθε απόφαση που απαιτεί ομοφωνία μπορεί να μετατραπεί σε διαπραγματευτικό χαρτί, ενισχύοντας τη θέση της έναντι των συμμάχων της.
Συρία και Ιράκ: διαφορετικές προτεραιότητες
Ένα ακόμη πεδίο έντασης αφορά τη Συρία και το Ιράκ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεργάστηκαν με κουρδικές δυνάμεις στη μάχη κατά του ISIS, θεωρώντας τες πολύτιμο εταίρο. Αντίθετα, η Τουρκία αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος αυτών των οργανώσεων ως προέκταση του PKK και, κατά συνέπεια, ως άμεση απειλή για την εθνική της ασφάλεια.
Με αυτό το σκεπτικό, πραγματοποίησε επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βόρεια Συρία και στο βόρειο Ιράκ, δημιουργώντας ζώνες στρατιωτικού ελέγχου χωρίς την έγκριση των κυβερνήσεων των δύο χωρών.
Οι επιχειρήσεις αυτές προκάλεσαν επικρίσεις από αρκετούς συμμάχους, οι οποίοι τις θεωρούν παραβίαση της κυριαρχίας της Συρίας και του Ιράκ. Ωστόσο, καμία δυτική χώρα δεν προχώρησε σε ουσιαστική σύγκρουση με την Άγκυρα, αναγνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για τη Συμμαχία.
Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε και τα όρια της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στους Κούρδους. Οι κουρδικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), με κορμό τις Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG), αποτέλεσαν τον βασικό χερσαίο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους, καταβάλλοντας βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες απώλειες. Ωστόσο, η συνεργασία αυτή είχε εξαρχής τακτικό και όχι στρατηγικό χαρακτήρα.
Για την Ουάσιγκτον, η διατήρηση της Τουρκίας εντός της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας υπήρξε διαχρονικά σημαντικότερη προτεραιότητα από την προστασία των κουρδικών πολιτικών φιλοδοξιών. Η Τουρκία εκτός των άλλων φιλοξενεί κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όπως η βάση του Ιντσιρλίκ, η αεροπορική βάση Κόνια, το χερσαίο στρατηγείο του ΝΑΤΟ Landcom στη Σμύρνη και κατέχει κομβική γεωγραφική θέση μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας.
Η πραγματικότητα αυτή έγινε ιδιαίτερα εμφανής το 2019, όταν η κυβέρνηση Τραμπ απέσυρε τις αμερικανικές δυνάμεις από τμήματα της βόρειας Συρίας, επιτρέποντας ουσιαστικά στην Τουρκία να εξαπολύσει την επιχείρηση «Πηγή Ειρήνης» εναντίον των κουρδικών δυνάμεων. Παρά τις έντονες αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο και μεταξύ συμμάχων των ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον δεν παρενέβη στρατιωτικά για να αποτρέψει την τουρκική προέλαση. Για πολλούς Κούρδους, αλλά και για σημαντική μερίδα της διεθνούς κοινότητας, η απόφαση αυτή θεωρήθηκε εγκατάλειψη ενός συμμάχου που είχε συμβάλει αποφασιστικά στην ήττα του ISIS.
Η υπόθεση αυτή επιβεβαίωσε μια διαχρονική σταθερά της διεθνούς πολιτικής: οι μεγάλες δυνάμεις σπάνια θυσιάζουν κρίσιμα γεωστρατηγικά συμφέροντα για χάρη μικρότερων εταίρων. Στην περίπτωση της Τουρκίας, η γεωγραφική της θέση, η στρατιωτική της ισχύς και ο ρόλος της στο ΝΑΤΟ υπερίσχυσαν των δεσμεύσεων που είχαν αναπτυχθεί απέναντι στις κουρδικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά του Ισλαμικού Κράτους.
Η Ανατολική Μεσόγειος και το «εσωτερικό ρήγμα» του ΝΑΤΟ
Η πιο διαχρονική όμως πηγή έντασης αφορά τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
Οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, οι επί δεκαετίες συνεχείς παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα ελληνικά νησιά, η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας μέσω της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», οι απειλές περί casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, καθώς και οι μονομερείς ενέργειες εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, συνθέτουν μια συνεπή πολιτική αναθεωρητισμού που προκαλεί σοβαρούς κραδασμούς στη συνοχή της Συμμαχίας.
Παράλληλα, η Τουρκία αμφισβητεί εμπράκτως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, προβάλλοντας διεκδικήσεις επί θαλασσίων ζωνών που επικαλύπτουν την ελληνική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, ενώ η αποστολή ερευνητικών και γεωτρητικών σκαφών, συνοδευόμενων από πολεμικά σκάφη, έχει οδηγήσει επανειλημμένα τις δύο χώρες στα πρόθυρα σοβαρής κρίσης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan), το οποίο επιχειρεί να αναδιαμορφώσει μονομερώς τις θαλάσσιες ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, αποδίδοντας στην Τουρκία θαλάσσιες ζώνες που έρχονται σε σύγκρουση με τις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για πολλούς αναλυτές, το συγκεκριμένο δόγμα δεν αποτελεί απλώς μια ναυτική στρατηγική, αλλά την ιδεολογική έκφραση της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής στην ευρύτερη περιοχή.
Πέραν των θαλάσσιων διεκδικήσεων, η Άγκυρα επιχειρεί διαχρονικά να ασκήσει πολιτική επιρροή στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, προωθώντας τη θέση περί «τουρκικής» μειονότητας, παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη της Λωζάννης αναγνωρίζει αποκλειστικά θρησκευτική και όχι εθνική μειονότητα. Οι κατά καιρούς παρεμβάσεις Τούρκων αξιωματούχων και οι προσπάθειες πολιτικής εργαλειοποίησης του ζητήματος αποτελούν πρόσθετη πηγή έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Το ΝΑΤΟ επιδιώκει διαχρονικά να διατηρεί ίσες αποστάσεις μεταξύ δύο κρατών-μελών του, αποφεύγοντας να εμπλακεί στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Ωστόσο, η στάση αυτή συχνά ερμηνεύεται από την Άγκυρα ως περιθώριο συνέχισης της αναθεωρητικής της πολιτικής, γεγονός που δυσχεραίνει τη διατήρηση της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, η τουρκική πολιτική δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες διμερείς διαφορές. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αναθεώρησης του υφιστάμενου περιφερειακού συσχετισμού ισχύος, η οποία εκτείνεται από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο έως την Κύπρο και τη Θράκη, με στόχο την ενίσχυση της τουρκικής επιρροής σε ολόκληρη την περιοχή.
Η Αρμενία και ο Νότιος Καύκασος
Η ίδια αναθεωρητική λογική εκδηλώνεται και στον Νότιο Καύκασο.
Η στρατηγική συμμαχία Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν έχει μεταβάλει ριζικά τις ισορροπίες στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 2020, η Άγκυρα παρείχε εκτεταμένη στρατιωτική, επιχειρησιακή και πληροφοριακή υποστήριξη στο Μπακού. Τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στρατιωτικοί σύμβουλοι, εκπαίδευση προσωπικού και κοινός επιχειρησιακός σχεδιασμός συνέβαλαν καθοριστικά στην έκβαση των συγκρούσεων. Παράλληλα, το Πακιστάν εξέφρασε ανοιχτά την πολιτική και στρατιωτική του στήριξη προς το Αζερμπαϊτζάν, ενισχύοντας τον άξονα συνεργασίας Άγκυρας–Μπακού–Ισλαμαμπάντ.
Μετά την κατάπαυση του πυρός, η πίεση δεν περιορίστηκε στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Τον Δεκέμβριο του 2022 αποκλείστηκε ο Διάδρομος του Λατσίν, η μοναδική χερσαία σύνδεση του Αρτσάχ με την Αρμενία. Ο αποκλεισμός πραγματοποιήθηκε αρχικά από ομάδες που εμφανίζονταν ως «περιβαλλοντικοί ακτιβιστές», επικαλούμενες δήθεν περιβαλλοντικές ανησυχίες για μεταλλευτικές δραστηριότητες. Ωστόσο, διεθνείς οργανισμοί, κυβερνήσεις και αναλυτές εκτίμησαν ότι επρόκειτο για οργανωμένη ενέργεια με την υποστήριξη του αζερικού κράτους, η οποία εξελίχθηκε σε έναν πολύμηνο αποκλεισμό του θύλακα.
Για περίπου εννέα μήνες, περισσότεροι από 120.000 Αρμένιοι κάτοικοι του Αρτσάχ βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοβαρές ελλείψεις τροφίμων, φαρμάκων, καυσίμων και βασικών αγαθών. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και ανθρωπιστικών οργανώσεων για την άμεση αποκατάσταση της ελεύθερης διέλευσης μέσω του Διαδρόμου του Λατσίν, ο αποκλεισμός συνεχίστηκε, επιδεινώνοντας δραματικά την ανθρωπιστική κατάσταση.
Τον Σεπτέμβριο του 2023, το Αζερμπαϊτζάν εξαπέλυσε νέα στρατιωτική επιχείρηση, η οποία οδήγησε στη διάλυση των αρμενικών αρχών του Αρτσάχ. Μέσα σε λίγες ημέρες, σχεδόν ολόκληρος ο γηγενής αρμενικός πληθυσμός –περισσότεροι από 120.000 άνθρωποι– εγκατέλειψε τις πατρογονικές του εστίες και κατέφυγε στην Αρμενία, τερματίζοντας την αδιάλειπτη παρουσία των Αρμενίων σε μια περιοχή όπου αποτελούσαν τον ιστορικό πληθυσμό επί πολλούς αιώνες. Πολλοί διεθνείς νομικοί και ειδικοί στα ανθρώπινα δικαιώματα χαρακτήρισαν την εξέλιξη αυτή ως περίπτωση εθνοκάθαρσης, ενώ το Αζερμπαϊτζάν απορρίπτει κατηγορηματικά τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό.
Σήμερα, η πίεση μεταφέρεται στην επαρχία Σιουνίκ μέσω των απαιτήσεων για τον αποκαλούμενο είτε ως «Διάδρομο Ζανκεζούρ», είτε αναφέρεται ως TRIPP είτε με άλλες πολιτικές ονομασίες . Παρά την παρουσίασή του ως έργου οικονομικής διασύνδεσης, η απαίτηση για έναν εξωεδαφικό διάδρομο υπό ειδικό καθεστώς θα περιόριζε την κυριαρχία της Αρμενίας, θα αποδυνάμωνε τον γεωστρατηγικό ρόλο του Ιράν ως διαδρόμου σύνδεσης Βορρά–Νότου και θα ενίσχυε σημαντικά την τουρκική επιρροή στον Νότιο Καύκασο, δημιουργώντας μια αδιάλειπτη χερσαία σύνδεση από την Τουρκία προς το Αζερμπαϊτζάν και, μέσω αυτού, προς την Κασπία και την Κεντρική Ασία. Πριν από λίγες μέρες μάλιστα ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, δήλωσε ότι ο αποκαλούμενος «Διάδρομος Ζανγκεζούρ», είτε αναφέρεται ως TRIPP είτε με άλλες πολιτικές ονομασίες, θα πρέπει να ονομάζεται με το «πραγματικό» του όνομα: «Διάδρομος Τουράν» που κατά τον ίδιο, πρόκειται για τον χερσαίο άξονα που θα ενώσει τον τουρκικό κόσμο από την Ανατολία μέχρι την Κεντρική Ασία, υλοποιώντας ένα διαχρονικό παντουρκικό στρατηγικό όραμα.
Για την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και τον αρμενικό λαό, οι εξελίξεις αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα περιφερειακά επεισόδια, αλλά διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας αναθεωρητικής γεωπολιτικής στρατηγικής.
Μια σχέση αμοιβαίας ανάγκης
Παρά τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις, ούτε η Δύση μπορεί εύκολα να απομακρύνει την Τουρκία ούτε η Τουρκία επιθυμεί να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ. Η σχέση τους παραμένει σχέση αμοιβαίας ανάγκης, αλλά όχι αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η γεωγραφική της θέση και η στρατιωτική της ισχύς της προσδίδουν ιδιαίτερη αξία για τη Συμμαχία. Αντίστοιχα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι γνωρίζουν ότι μια πλήρης αποξένωση της Τουρκίας θα μπορούσε να μεταβάλει δραματικά τις ισορροπίες από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Τουρκία θα συνεχίσει να αποτελεί δύσκολο σύμμαχο. Το πραγματικό ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο η Συμμαχία θα είναι διατεθειμένη να αποδέχεται μια πολιτική που συχνά αποκλίνει από τις συλλογικές της προτεραιότητες χωρίς να υπονομεύεται η ίδια η συνοχή του ΝΑΤΟ.
Αυτή η στρατηγική επηρεάζει άμεσα την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αρμενία και η τριμερής συνεργασία των χωρών αυτών αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία. Στο τρίτο μέρος αυτού του άρθρου.